You are currently browsing the category archive for the ‘βίοι’ category.

khdeia_kostis

Η εκδημία του Κωστή Παπαγιώργη κλείνει μιαν εποχή, την εποχή που και ο ίδιος σφράγισε με την ακάματη σκέψη του και τη λαμπρή του πρόζα, με τις έκκεντρες πλην μετωπικές προσεγγίσεις του της ανθρώπινης συνθήκης, με τις οξυδερκείς περιγραφές του νεοελληνικού βίου.

Με το θάνατό του διαπιστώνουμε πόσο πολύ διαβάστηκε, πόσο βαθιά επηρέασε όλους όσοι διαμορφώνονταν πνευματικά από τη δεκαετία ’80 και εφεξής, σχεδόν δύο γενιές. Ο Παπαγιώργης εμύησε τους νεότερους στο κιαροσκούρο της μέθης, της αγοραφοβίας, της φιλίας, του αντινομικού Εικοσιένα, του Παπαδιαμάντη, του ευρωπαϊκού μηδενισμού, σε περιοχές όπου καμιά «σπουδασμένη πουλάδα» δεν πρόσφερε τίποτε ριψοκίνδυνο και εμπνευστικό, τίποτε άξιο να μοιραστεί. Ορισμένως, ξεδίψασε την αναγνωστική-στοχαστική δίψα των νεοτέρων του, λειτουργώντας παιδευτικά, σαν δάσκαλος που δεν ζητάει μίμηση και επανάληψη, αλλά σε ωθεί να βρεις τα όρια της δικής σου σκέψης, τη δική σου μοναξιά στον χρόνο και τον χώρο. [Το βιογραφικό στοιχείο που προέτασσε: Γεννήθηκε στην Υπάτη Φθιώτιδος, ο πατέρας του ήταν δάσκαλος. Σπούδασε νομικά και φιλοσοφία, χωρίς να ολοκληρώσει.]

Η εκδημία του μάς δείχνει προ πάντων πόσο αγαπήθηκε σαν συγγραφέας και πρόσωπο. Στο άκουσμα του θανάτου του, την εαρινή ισημερία, όλων τα λόγια ήταν λόγια αγάπης και τιμής, όλοι αποχαιρετούσαν έναν ακριβό φίλο· όλοι όσοι τον γνώριζαν από τα γραφτά του τον ένιωθαν δικό τους άνθρωπο, φίλο, δάσκαλο, οδηγό, συνομιλητή.

Είναι ο δημοφιλέστερος και πιο επιδραστικός συγγραφέας τα τελευταία τριάντα χρόνια, περισσότερο ίσως κι από ποιητές και πεζογράφους. Παράδοξο για έναν άνθρωπο που έγραφε για την αγοραφοβία και τη μισανθρωπία, που δεν εμφανιζόταν σε τηλεοράσεις και δημόσιους χώρους; Οχι, απεναντίας: πίσω από τον είρωνα συγγραφέα υπήρχε ο τρυφερός, ο ζεστός άνθρωπος, κι αυτό το μύριζαν οι χιλιάδες αναγνώστες του μέσα απ’ τις ραφές του κειμένου. Ενιωθαν ότι το γράψιμό του ήταν η ανάσα του, δεν ήταν πόζα και στυλ, δεν μετέδιδε στρογγυλά συμπεράσματα, δεν στρίμωχνε την πραγματικότητα σε ετοιματζίδικα σχήματα, δεν ήταν γκουρού, διδάχος, μεσσίας· ήταν οργανικός διανοούμενος με τον γκραμσιανό ορισμό, έκκεντρος και αυτόφωτος, αυθεντικός, θα προσθέταμε εμείς· ο ίδιος είχε φροντίσει από νωρίς να πει: «Τα κείμενα έρχονται απ’ εκεί που δεν τα περιμένουμε. Οχι από το πανεπιστήμιο, όχι από τις σπουδασμένες πουλάδες, αλλά από άσημα άτομα, ‘ψυχούλες’ που τα βρήκαν σκούρα και πήραν τη ζωή στα σοβαρά. Είναι εντυπωσιακή η δεινότητα στην έκφραση που δείχνει μια καρδιά με επείγουσες ανάγκες όταν στρώνεται στην δουλειά και αποφασίζει να τα μάθει όλα μόνη της.»

Ψυχούλα, καρδιά… Με τον τρόπο του Τσέχωφ, του Φλωμπέρ, του Μπαλζάκ, λιγότερο με τον τρόπο των φιλοσόφων, ο Παπαγιώργης έβαζε τον αναγνώστη του μέτοχο και υπεύθυνο στην ανθρώπινη κωμωδία. Γι’ αυτό ίσως οι αναγνώστες του τον λογάριαζαν σαν σύντροφο, δεκαετίες μετά τα διαβάσματα, και σαν φίλο τώρα τον αποχαιρετούν. Αυτοί οι χιλιάδες φίλοι, από εικοσάρηδες και τριαντάρηδες ώς τους συνομηλίκους του, του λένε από την Παρασκευή «γειά σου, Ασημάκη!», επαναλαμβάνοντας πολλαπλάσιο τον πένθιμο αποχαιρετισμό του Παπαγιώργη προς τον Χρήστο Βακαλόπουλο: «Ο νεκρός υπάρχει πλέον μονάχα στην καρδιά μας. Και ακόμα βαθύτερα. Είναι πια ο σιωπηλός των σιωπηλών.»

Advertisements

fra_angelico

Συναντάς έναν γνωστό, ανταλλάσσετε χαιρετισμούς, μεσολαβεί μικρή σιωπή, κενός χρόνος· αισθάνεσαι τον δισταγμό, το μετέωρο βήμα, προτού ακουστεί το «πώς τα βλέπεις τα πράγματα;» Ακούγεται ίδιο με παλιά, τετριμμένο, κοινότοπο, αλλά στον τωρινό καιρό έχει πια άλλο βάρος. Περιέχει αγωνία. Μια αγωνία που σωρεύεται χωρίς να εκτονώνεται, απεναντίας μεταλλάσσεται και πολλαπλασιάζεται. Μια αγωνία που αφορά το μέλλον, μάλιστα το απολύτως κοντινό.

Αρκετούς συμπολίτες η τέτοια αγωνία τους έχει οδηγήσει σε μια παραδοχή: η κρίση δεν είναι περαστική, έχει εγκατασταθεί μόνιμα και έχει αλλάξει ήδη τις υποκείμενες δομές του βίου. Εχουμε αλλάξει ιστορική πίστα και η πιθανότητα επανόδου στην προ κρίσης κατάσταση είναι μηδαμινή, ανύπαρκτη. Η παραδοχή αυτή, παρότι πραγματιστική, δεν παρηγορεί και βέβαια δεν φωτίζει το άδηλο μέλλον. Βοηθά όμως να μετουσιωθεί ο φόβος, να μεταμορφωθεί δυνητικά σε πιο δημιουργικές συμπεριφορές. Ορισμένως διαλύει τις αυταπάτες και αποδυναμώνει την ποικιλόμορφη προπαγάνδα. Δεν παρηγορεί.

Αλλοι πάλι αρνούνται να παραδεχτούν ότι όλα έχουν αλλάξει και ότι δεν θα επανέλθουμε σε μια κατάσταση ίδια ή παρόμοια με την προ κρίσης. Η διάγνωσή τους: η κρίση είναι παροδική, η επαναφορά στην προτέρα κατάσταση είναι δύσκολη, επίπονη, αλλά δεν αποκλείεται, είναι θέμα χρόνου. Αναγνωρίζουν το ζοφερό παρόν όπως και οι πραγματιστές, αλλά βλέπουν διέξοδο πάνω στο ίδιο επίπεδο πραγματικότητας, στην ίδια ιστορική πίστα, στο ίδιο παράδειγμα. Η τέτοια στάση απέναντι στο παρόν είναι παρηγορητική, στο μέτρο που ορίζει το μέλλον ως ανάκαμψη, ως επαναφορά στα πρότερα· σε αυτή την προσέγγιση, ο χρόνος εκτυλίσσεται ελικοειδής επί του ιδίου επιπέδου. Οι συμπολίτες αυτοί δεν βλέπουν ότι έχουμε αλλάξει ιστορική πίστα ― μάλλον: δεν θέλουν να δουν. Κι είναι πολύ περισσότεροι από τους προηγούμενους.

Η δεύτερη στάση είναι πλησιέστερη προς την αυθόρμητη αντίδραση των ανθρώπων ενώπιον μιας αλλαγής, μιας ανατροπής, μιας διάρρηξης της κανονικότητας. Η διάρρηξη εκλαμβάνεται ως παροδική και ανατάξιμη: με πόνο και κόπο ενδεχομένως, αλλά εντέλει θα επανέλθει η κανονική ροή, θα αποκατασταθεί η γραμμική πορεία προς το ολοένα καλύτερο. Αυτό συμβαίνει πράγματι σε αρκετές περιπτώσεις, όχι όμως στην παρούσα περίπτωση, όχι σε ό,τι συντελέσθηκε και συνεχίζει να συντελείται.

Καθώς διανύουμε τον τέταρτο χρόνο της κρίσης ας αναγνωρίσουμε τουλάχιστον αυτό: η κρίση έχει λάβει μόνιμα χαρακτηριστικά. Η ζωή, ατομική και κοινωνική, στο προβλεπτό μέλλον θα κυλάει με κρίση, σαν κρίση. Κρίση διττά: ως διαταραχή και ρήξη, και ως εξέταση, ζύγισμα, λογάριασμα. Αρνούμενοι να δούμε την κρίση ως νέα μόνιμη κατάσταση αρνούμαστε τη δυνατότητα να κρίνουμε τη νέα κατάσταση, να την εξετάσουμε, να τη ζυγίσουμε, να προσαρμοστούμε, να εξοπλιστούμε με νέα εργαλεία. Μόνο έτσι όμως, με κριτική παραδοχή και γνωστικό εξοπλισμό, με ενσυναίσθηση, θα μπορέσουμε να ανατρέψουμε τα δυσμενή δεδομένα για να πετύχουμε μια ευνοϊκή νέα ισορροπία.

Η φύση απεχθάνεται το κενό; Μάλλον οι άνθρωποι το φοβούνται, γι’ αυτό επινοούν πληρώματα, γεμίζουν το φοβερό ιστορικό κενό με ελπίδες, το επενδύουν με αυταπάτες. Ουσιαστικά αυτό που ζούμε δεν είναι καν κενό, είναι μετάβαση, μεταίχμιο, μετασχηματισμός, μια κατάσταση ασταθούς ισορροπίας· αυτό μας φοβίζει, όλους. Μια εκδήλωση αυτού του αρχέγονου φόβου, η οδυνηρότερη ίσως, είναι η αίσθηση αδυναμίας να ορίζουμε τις ζωές μας, σαν να μας αρπάζει ένα σιδερένιο χέρι και να μας τινάζει στο μέλλον ενώ ταυτόχρονα το ίδιο αυτό χέρι σβήνει όλα τα φώτα, τους φάρους και τις σταθερές.

O κίνδυνος του μέλλοντος μάς φέρνει ενώπιον του παρελθόντος: όλο το παρελθόν μας αναρριπίζεται μπρος στα μάτια μας, σαν έλλαμψη, γιατί κι αυτό κινδυνεύει μαζί μας. Ο πραγματιστής και ο αισιόδοξος συμμερίζονται το κοινό παρελθόν και τον κοινό κίνδυνο, γι’ αυτό συγκλίνουν, από διαφορετικούς δρόμους, στην κοινή ελπίδα της λύτρωσης· να λυτρωθούν από το χρονικό συνεχές των γεννητόρων της κρίσης, προσδοκώντας ένα ρήγμα που θα τους ξανοίξει σε ένα διαφορετικό μέλλον, ανακουφιστικό, απελευθερωτικό.

Η κρίση είναι η ιστορία· αποκτά νόημα αν τη δούμε μέσα από τα ρήγματα και τα ερείπια της, ιδίως αν τη δουν έτσι τα ανθρώπινα θύματα της κρίσης, τα οποία προσδοκούν μια διάρρηξη, μια ασυνέχεια λυτρωτική, ώστε να ισορροπήσουν στη νέα πίστα. Αυτό, ναι, μπορεί να ονομάζεται ελπίδα.

Fra Angelico, Ευαγγελισμός, 1442-43

Η είδηση του θανάτου της Τζένης Βάνου με οδήγησε ακαριαία στη συνέντευξή της στην Καθημερινή της Κυριακής, τα Χριστούγεννα του 2010 («Ολη η ζωή μου είναι ένα δυνατό μελό»). Θυμήθηκα αχνά το περίτεχνο σκαρίφημα βίου που είχε αποδώσει η Γιώτα Συκκά μέσα από τη συνομιλία της με τη σπουδαία τραγουδίστρια. Ανέτρεξα στο αρχείο και ανασυστήθηκε μπρος στα μάτια μου η συνομιλία, ο πολυκύμαντος βίος, η αδρή προσωπογραφία, μια ολόκληρη εποχή και μια Ελλάδα, όχι μακρινή αλλά μισοξεχασμένη και παρερμηνευμένη.

Οταν είδα εκτενείς αναπαραγωγές αυτής της συνέντευξης (δυστυχώς χωρίς τη δέουσα παραπομπή και απόδοση), θυμήθηκα επίσης τις πολλές συζητήσεις με τη συνάδελφο και φίλη Γιώτα, για την αξία τέτοιων (αυτο)προσωπογραφιών, για την αξία να συναντάς τις περασμένες δόξες, τις μισοξεχασμένες, και να τιμάς τους ανθρώπους. Διότι, τιμώντας τους παλαιούς καλλιτέχνες, τιμάς και το κοινό τους, ανασυστήνεις εποχές, ενώνεις το παρελθόν με το παρόν, κρατάς αναμμένη τη μνήμη, προσφέρεις μαρτυρίες και τεκμήρια στην άγραφη ακόμη Ιστορία.

Αυτή είναι η στερνή γνώση. Στην αφετηρία ωστόσο βασικό μέλημά μας είναι πάντα το ανάγνωσμα να προσφέρει χαρά· χαρά σε αυτούς που το κατασκευάζουν, συνεντευξιαζόμενο και συνεντεύκτη, και κυρίως να προσφέρει χαρά σε αυτούς που το διαβάζουν, αισθητική απόλαυση, ερέθισμα για σκέψη, για αναστοχασμό.

Με αυτά τα κριτήρια, η συνέντευξη της Τζένης Βάνου είχε πετύχει τους στόχους της. Η ζωή ανάβλυζε από κάθε φράση της, από τα συμβάντα, τις περιγραφές, τα αισθήματα, τους επιμέρους απολογισμούς. Διαβάζεις και ακούς ήδη τα τραγούδια της. Ακούς τη Φωνή: την έκταση, το σπάνιο μέταλλο, το χρώμα, το αίσθημα. Σου θυμίζει την έκταση και την ορμή της Ιταλίδας Μίνας. Ταυτοχρόνως, ακούς την εποχή, τις εποχές της φωνής: την «ελαφρά», την τζαζ εποχή του ’60, τα λαϊκά του ’70, τα καψούρικα του ’80. Μια ελληνική διαδρομή. Με ποικίλες προσλήψεις, με ποικίλα ακροατήρια, που αλλάζουν μες στο χρόνο, καθώς αλλάζουν τα γούστα, οι συνήθειες, η κοινωνία. Μια ελληνική διαδρομή σε απρόσμενους τόπους, όπως μου τη διηγήθηκαν φίλοι: τραγούδια έρωτα παιγμένα σε νυχτερινές κούρσες στη Νέα Υόρκη και στην Αβάνα.

Εχουν μεγάλη αξία αυτές οι καταγραφές βίων και αισθημάτων. Αξία όχι μόνο ιστορική, αλλά και παιδευτική, εμψυχωτική, τονωτική του αισθήματος κοινότητας. Βοηθούν να ξαναδούμε το βιωμένο παρελθόν με έμπειρο βλέμμα, να το κρίνουμε και να το αποτιμήσουμε. Προσφέρουν ένα όχημα για να κάνουμε τη νοσταλγία δημιουργική, προωθητική.

Ας πούμε, τα χρόνια του ’60 και του ’70 συχνά παρουσιάζονται ως απωλεσθέντες μικροπαράδεισοι, κυρίως από νεότερους ανθρώπους που προσεγγίζουν το παρελθόν αναχρονιστικά και αισθητικά. Ακούγοντας την εξομολόγηση της Τζένης Βάνου, μαζί με την προσωπική περιπέτεια, ακούς ταυτόχρονα την κοινωνία της εποχής, τις προκαταλήψεις, τη θεσμισμένη βία της, την αισιοδοξία των ανθρώπων, την πίστη στη ζωή. Με διαφορετικές φόρμες ακούς καθαρά ή υπόκωφα όλες τις εποχές και το habitus κάθε εποχής, στα δροσερά τραγούδια του ’60, στα λαϊκά του ’70, στα καψούρικα του ’80, στη διαρκή επίκληση του έρωτα, της αγάπης, του αγγίγματος. Κλιμακωτά και φυγόκεντρα, κυματιστά, με επαναλήψεις και ρήγματα, ακούς τη ζωή.

αδιαβαστο_δάσος

Ελα με τη βέσπα, άνοιξαν οι ουρανοί, χαρά Θεού! Το επείγον τηλεφώνημα του Γιώργου με οδήγησε ως το μπαλκόνι, να διαπιστώσω το γλαυκό θάμβος πάνω απ’ τον Λυκαβηττό.

Δεν είχα καλοξυπνήσει, βρισκόμουν ακόμη στην προηγούμενη νύχτα, υπό βροχήν, στη μακριά συζήτηση με τον ομήλικο Χρήστο. Ψαύαμε ολονυχτίς καταγωγικά ίχνη, παγωμένες κουβέντες αμίλητων γερόντων, συναντήσεις με σαλούς και λεβέντες, πλαγιομετωπικές με καθάρματα, σκόρπιους στίχους, μυρωδιές χώματος και σβουνιάς, παρηγοριές εικόνων, μισό αιώνα σαν νερό, με ένδοξες ουλές και νέα τραύματα. Η συνομιλία ξετυλιγόταν ελικοειδώς, άλλοτε πυρετική κι άλλοτε σιγαλόφωνη, με ουσιώδεις παρεκβάσεις, με μόνο σχέδιο τη συνάντηση, την κοινωνία. Κατοπτρική εξομολόγηση στο διάσελο της ηλικίας, καταλύοντες ιχθύν και οίνον.

Από τη βροχερή νύχτα συγκρατώ ένα διαυγές μουρμουρητό, που ανεβαίνει ντροπαλά, σταθερά: Ποιοι είμαστε, ποιοι νομίζουμε ότι είμαστε, τι ξεχάσαμε, τι χάσαμε, τι αφήσαμε πίσω, τι μπορούμε να γίνουμε. Συνεχώς αυτό. Στον πυρήνα του και σε όλη την υποδόρια έκταση, το ελληνικό πρόβλημα είναι πρόβλημα πολιτικό και διερώτηση ταυτότητας. Τίθεται εν χρόνω· όχι μόνο σαν συνέχεια εκ του παρελθόντος, αλλά κυρίως μες στη δυναμική του παρόντος: πώς αφομοιώνεις και μετουσιώνεις την παράδοση, πώς ισορροπείς στη διεθνή συγκυρία μετασχηματιζόμενος και προσαρμοζόμενος, χωρίς να χάσεις το πρόσωπό σου.

Το έθνος-κράτος τήκεται και μεταμορφώνεται μες στην άνιση ευρωπαϊκή συνομοσπονδία και την παγκοσμιοποίηση, η δημοκρατία αδυνατίζει από τις πολλές διαμεσολαβήσεις και τις παρακάμψεις της γενικής βούλησης, οι αποφασίζοντες για τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων δεν λογοδοτούν και δεν ελέγχονται. Η εργασία, η πρόνοια, η κατοικία, η ισότητα, ό,τι περιείχε το κοινωνικό συμβόλαιο από την αυγή των Φώτων έως σήμερα, βρίσκονται στον αέρα, χωρίς το παλαιό περιεχόμενο. Οι αγορές απαιτούν και κερδίζουν χώρο, ελευθερία κινήσεως, χρόνο· οι άνθρωποι της Ευρώπης περιορίζονται σε όλο και μικρότερο χώρο, με όλο και πιο ρηχές προσδοκίες, στριμωγμένοι στην ανάγκη. Κανείς δεν μπορεί να εκτιμήσει πού θα καταλήξει αυτή η ταυτόχρονη άσκηση φυγόκεντρων δυνάμεων και κεντρομόλου ηγεμονισμού, η διελκυνστίδα μεταξύ άφωνων λαϊκών μαζών και άδηλων κέντρων ισχύος.

Το βλέπουμε καθαρά εδώ στην Ελλάδα, γιατί είμαστε οι πιο στριμωγμένοι απ’ όλους, διαθέτουμε το επώδυνο προνόμιο να προοικονομούμε το μέλλον των ευρωπαϊκών λαών υπό τους πιο ακραίους όρους. Αυτή η επώδυνη προπόρευση μας κάνει πειραματόζωα και αποσυνάγωγους, μας προκαλεί ταυτοτική σύγχυση και αδυναμία χάραξης πορείας στα αχαρτογράφητα τοπία του αναδυόμενου κόσμου. Εντούτοις η πειραματική, μερική προοικονόμηση του γενικού μέλλοντος μπορεί να αποβεί σχετικό πλεονέκτημα, εφόσον κατορθώσουμε να απαντήσουμε στις προκλήσεις με κάποια επιτυχία, κυρίως αν απαντήσουμε στην πρόκληση του αυτοκαθορισμού, της ταυτότητας. Αν ανασυγκροτήσουμε λυσιτελώς μια ταυτότητα δυναμική, ευλύγιστη και συμπαγή, ικανή να αμβλύνει τις ανισότητες, να απαλείψει δευτερεύουες ή επίπλαστες αντιθέσεις, μια ταυτότητα που να συναιρεί δημιουργικά τις υπαρκτές αντιθέσεις παράγοντας ενέργεια και ώθηση, αντί για διχασμό και κανιβαλισμό.

Για να πετύχουμε αυτή την κατάσταση δυναμικού αυτοκαθορισμού, χρειάζεται να πορευτούμε στο ραγδαία μεταλασσόμενο διεθνές περιβάλλον με ένα είδος ριζοσπαστικού πραγματισμού. Ούτε δειλιάζοντας ούτε υπνοβατώντας. Ριζοσπαστικά, με την έννοια μιας πολυμήχανης πολιτικής που θα υπερβαίνει τα στερεότυπα του παρελθόντος, χωρίς να αγνοεί τα ουσιώδη διδάγματά του. Και πραγματιστικά, με την έννοια ότι επικεντρώνεται στις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων, υλικές και πνευματικές· στο ψωμί και στο όνειρο ταυτοχρόνως και ισοβαρώς, στις υλικές και ηθικές προϋποθέσεις του αξιοπρεπούς αυτόνομου βίου.

Για να πετύχουμε, χρειάζεται να γνωρίζουμε και να αισθανόμαστε ποιοι είμαστε· ούτε πιο σπουδαίοι ούτε ασήμαντοι. Χωρίς αυτοϋποτίμηση και επαρχιώτικα συμπλέγματα, χωρίς μειονεξία και δουλοπρέπεια, αλλά και χωρίς πρωτόγονους μηχανισμούς υπεραναπλήρωσης, αναδελφισμού και απομονωτισμού. Στις δύσκολες μέρες μας, περισσεύουν και οι δύο στάσεις παροξυμένες, εκδιπλώνονται συγκρουσιακά και αλληλοαποκλειόμενες. Αδρομερώς, μπορούμε να πούμε ότι πίσω από μια απατηλή πρόσοψη σύγκρουσης Δύσης και Ανατολής, εκσυγχρονισμού και λαϊκισμού, κρύφτηκε εντέχνως η διαπάλη για την κυριαρχία, μια διαπάλη με βαθύτερα κοινωνικά, ταξικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά ― τώρα, σαν λεηλασία επί ερειπίων. Η κρίση ρηγμάτωσε στην πρόσοψη, βάθυνε τα χάσματα και αποκαλύπτει εν τω βάθει ραφές και ουλές του ιστορικού σώματος, φωτισμένες επιπλέον απο την καινοφανή ανθρωπολογία της παγκοσμιοποίησης.

Απαντήσεις υπάρχουν. Η ομορφιά υπάρχει, εμείς πρέπει να την ανακαλύπτουμε, να ανασκάπτουμε, είπε ο Χρήστος. Στο βρεγμένο δάσος των Αγράφων, στη γλαυκή διαύγεια της Αττικής, σε αυτή την οικουμενικότητα.

ζωγραφική: Μποκόρος, Φωτισμένη σκιά, 2001

Oταν χάνονται δώδεκα ψυχές στη θάλασσα, τρεις μανάδες και εννέα μωρά και νήπια, μπρος στα μάτια των συγγενών τους, το πρώτο που νιώθεις είναι η παγωνιά ενώπιον του ανείπωτου. Σιωπάς. Προσεύχεσαι για τις ψυχές τους. Δεν λες τίποτε. Μεταφέρεσαι νοερά στη θέση των μανάδων και των πατεράδων, προσπαθείς να αποδιώξεις τον γόο των παιδιών.

Αν χρειαστεί να πεις κάτι, ως δημόσιος άνδρας, λες κάτι που να πλησιάζει το μέγεθος της τραγωδίας, εκφράζεις κάπως τη συλλύπηση, βρίσκεις δυο λόγια συμπόνιας για τους πενθούντες, να περισώσεις την ανθρωπιά των διασωθέντων, όλων ημών. Ο Πάπας Φραγκίσκος, στην πρώτη του έξοδο από το Βατικανό το περασμένο καλοκαίρι, ετέλεσε λειτουργία στη Λαμπεντούζα υπέρ των χιλιάδων πνιγμένων προσφύγων στα νερά της Μεσογείου.

Μίλησε για την παγκοσμιοποίηση της αδιαφορίας, έτσι: «Νεκροί μετανάστες στη θάλασσα, πάνω στα πλοία αυτά, τα οποία αντί να οδηγούν σε έναν δρόμο ελπίδας, οδηγούν στον δρόμο προς τον θάνατο. Αυτή η σκέψη που έρχεται ξανά και ξανά, γίνεται αγκάθι στην καρδιά και προκαλεί πόνο».

Τις μέρες των Χριστουγέννων, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος συνέφαγε στον ξενώνα της Εκκλησίας με προσφυγόπουλα ασυνόδευτα, με τα ορφανά των πολέμων, που κυνηγημένα από τον θάνατο διέσχισαν βουνά, φαράγγια και θάλασσες· τους είπε τον δικό του λόγο συμπόνιας και εγγύτητας: «Ο Χριστός γεννήθηκε ως πρόσφυγας, ως ξένος».

Ας μην έλεγε τέτοια βαθυστόχαστα ο υπουργός Ναυτιλίας Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης για τα νήπια και τις μανάδες του Φαρμακονησιού· ίσως αγνοεί και τον λόγο του Ευαγγελίου. Ας ψιθύριζε ένα λιτό συλλυπητήριο, ότι τέτοια τραγικά συμβάντα δεν αρμόζουν στον ελληνικό πολιτισμό και στο ευρωπαϊκό κεκτημένο, ότι διεξάγεται ήδη έρευνα, ΕΔΕ, τέτοια. Αντ’ αυτών, ο υπουργός θαλασσών τα έβαλε με τον Ευρωπαίο επίτροπο και όσους κάνουν «χαζή εκμετάλλευση» των νεκρών. Μετά τη φρίκη, η ντροπή. Ας σώπαινε καλύτερα.

tzamouranis_web

Καθημερινά περισσότεροι Ελληνες, όχι όλοι, ρωτούν εαυτούς και αλλήλους εάν υπάρχει εναλλακτική οδός. Είναι πεισμένοι ότι ο δρόμος που ακολουθούμε εκτός από οδυνηρός είναι και αδιέξοδος. Δεν χρειάζεται καν να μελετήσουν στοιχεία, μοντέλα, αναλύσεις· αρκεί μια ματιά στο νοικοκυριό ή στο άμεσο περιβάλλον, μια ματιά στα άνεργα παλικάρια, στους μαραμένους μεσήλικες, τέκνα, ανίψια, φίλους, τους δικούς τους ανθρώπους.

Οι καλόπιστοι και ευαίσθητοι Ελληνες λοιπόν αναρωτιούνται αν υπάρχει άλλη οδός, με διέξοδο, ας περιέχει και πόνο. Η αναρώτηση δεν είναι τυπικά πολιτική, αλλά είναι βαθύτατα πολιτική, υπό την έννοια ότι δεν αναζητούν τη Μία Λύση και τον Μεσσία σε έναν κομματικό σχηματισμό και ένα πρόσωπο, αλλά σε ένα σχέδιο, ένα όραμα, μια στρατηγική, που θα περιέχει σκληρές αλήθειες, κόπο, ρίσκο, αλλά και που οπωσδήποτε θα εγγυάται ισότητα, δικαιοσύνη, διαφάνεια, αξιοκρατία, αποτελεσματικότητα, δημοκρατία. Το ερώτημα λοιπόν βρίσκεται στα χείλη πολλών, όλο και περισσότερων, ανεξαρτήτως τυπικών κομματικών προτιμήσεων του παρελθόντος. Διότι τίποτε σημερινό δεν μοιάζει με το παρελθόν, τουλάχιστον με το βιωμένο παρελθόν των περασμένων σαράντα-πενήντα χρόνων· είναι τόση η ένταση και τέτοια η φύση των ιστορικών αλλαγών, ώστε αδρές αναλογίες με τα σημερινά μπορείς να βρεις μόνο με αναδρομές στον μακρύ ιστορικό χρόνο: στον εμφύλιο και στον επαχθή δανεισμό μετά το ξέσπασμα του Αγώνα του ’21, στη χρεοκοπία του 1893, στην καταστροφή του ’22, στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφύλιου. Εντούτοις, η μελέτη της ιστορίας δεν περιέχει συνταγές· ούτε καν παρηγοριά.

Υπάρχει άλλη οδός; Η αναρώτηση περί της άλλης οδού παίρνει χαρακτηριστικά υπαρξιακής αγωνίας. Για μέγα μέρος του πληθυσμού τίθεται με όρους ζωής ή θανάτου – και δεν εννοώ μόνο όρους υλικούς, που ασφαλώς είναι αλλά και πνευματικούς: Υπό ποίους όρους θα συνεχίσουμε να ζούμε, εφόσον επιβιώσουμε από την καταιγίδα; Σε ποια κοινωνία, ποιο κράτος; Σε χώρα ή χώρο; Με ποια ταυτότητα, ποια συνείδηση εαυτού και συνόλου;

Το σοκ έχει σπάσει βίαια τη ροή του χρόνου για όλους· σε πολλούς έχει αφαιρεθεί ο χρόνος, επιζούν σε κενό. Εξ ου και μεγάλο μέρος του πληθυσμού τείνει να εναποθέσει τη μοίρα του σε έναν Μεσσία, σε έναν σωτήρα που θα θυσιαστεί υπέρ αυτών, ή σε έναν Μωυσή που θα αρπάξει τους γιους του Ισραήλ και θα τους οδηγήσει μακριά από την κοιλάδα των δακρύων. Η αναμονή του Μεσσία ή του Μωυσή είναι κατά κάποιον τρόπο παρηγορητική, ναρκωτική, μουδιάζει τον νου και την ψυχή, να μην πονούν, να μην αισθάνονται το δάγκωμα του φόβου, τις τρυπανιές της αμφιβολίας και της διερώτησης. Τα πνεύματα οργωμένα από τη χειραγώγηση, εθισμένα στην ανάθεση, ποτισμένα από την ετερονομία, έτοιμα από καιρό, τρέπονται αβίαστα προς την εθελοδουλία και τον ανδραποδισμό. Και είναι τόσο βαθιά ποτισμένη η ύπαρξη από την ετερονομία που ακόμη και συντριβόμενοι, μπορεί να βιώνουν την καταστροφή τους ως θέαμα, ως την αναπόφευκτη πτώση, ως δίκαιη τιμωρία για το προπατορικό αμάρτημα. Και να πιστεύουν ότι ο πραγματικός Μεσσίας θα έρθει αργότερα.

Μια άλλη μερίδα, όχι κατ’ ανάγκην ολιγομελέστερη, δεν αναρωτιέται καν αν υπάρχει άλλη οδός, αν η σωτηρία θα έρθει έξωθεν ή έσωθεν ή άνωθεν. Σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, πιστεύουν ότι μόνο αυτή η οδός υπάρχει και καμία άλλη, τουλάχιστον έτσι λένε για να απεμπλακούν από σχετικές συζητήσεις. Κατά βάθος αισθάνονται ότι τίποτε απ’ όσα συμβαίνουν δεν τους αφορούν ― ίσως διότι δεν τους αγγίζουν. Δεν βλέπουν τον πόνο των άλλων, δεν αντιλαμβάνονται την κατάρρευση του δημόσιου χώρου, ορισμένως δεν αισθάνονται μέλη μιας δοκιμαζόμενης συλλογικότητας. Πιστοί στο δόγμα «ο καθείς για τον εαυτό του» και στο «there is not such thing as society», πορεύονται την ευθεία οδό της ατομικής σωτηρίας παντί τρόπω, επανερχόμενοι στην πρωταρχική φύση του πολέμου όλων εναντίον όλων.

Ανάμεσα στις αδρομερώς σκιαγραφηθείσες ομάδες, υπάρχουν ασφαλώς και πολλές άλλες· συμπολίτες μας που παλινδρομούν ή δοκιμάζουν περισσότερες της μιας απαντήσεις. Τα ερωτήματα άλλωστε ποικίλλουν σε ένταση και εξειδίκευση, η κρίση πλήττει διαφορετικά την κάθε ζωή, τον κάθε άνθρωπο. Θα διακινδύνευα όμως ακόμη μία παρατήρηση, πάνω σε αυτό την ήδη ριψοκίνδυνη ανθρωπολογική σκιαγραφία: Οι περισσότεροι, κι αν όχι οι περισσότεροι σίγουρα οι πιο ενεργοί, αυτοί που με το βάρος τους θα επηρεάσουν την ιστορική ζυγαριά, είναι όσοι αναρωτιούνται και ήδη αναζητούν διεξόδους, εναλλακτικές οδούς, χαραμάδες φωτός.

Επαναλαμβάνω: όσοι αναζητούν δεν αθροίζονται σε ένα ομοιογενές ή ομοιόχρωμο σύνολο, δεν ανήκουν σε ίδιες κοινωνικές ομάδες, δεν ταυτίζονται πολιτικά με τυπικούς όρους, δεν συμμερίζονται καν ίδιες κοσμοθεωρήσεις ή άλλες πεποιθήσεις. Εχουν κοινή όμως την αγωνία: Τι μπορούμε να κάνουμε, εδώ και τώρα και εφεξής, για να ανακόψουμε τη διαρκή πτώση και να σταθούμε στα πόδια μας; Τι μπορούμε να κάνουμε για μας, τα παιδιά μας, την κοινωνία και την πατρίδα μας; Αυτό το απλό, το πυρηνικό, το κατεπείγον ερώτημα είναι η κοινή αγωνία, και σπαθίζει ήδη το σκοτάδι μπροστά μας.

ζωγραική: Δημήτρης Τζαμουράνης, Νύχτα.

evi2

Είναι πολύ βαρύ να γράφεις αποχαιρετισμούς γι’ ανθρώπους κοντινούς, αγαπημένους, άξιους, φλογερούς, δοτικούς, σαν την Εύη Βουτσινά, μαγείρισσα, συγγραφέα, φίλη. Μα είναι αναπόφευκτο. Πρώτον, διότι μερικοί αυτό τον τρόπο έχουμε, αυτό το εργαλείο· δεύτερον, έτσι απαλύνουμε το άλγος της απώλειας· τρίτον, κρατάμε τη μνήμη αναμμένη και δικαιοβαρή.

Αποχαιρετώντας κάνουμε απολογισμό ανθρώπου και έργων. Ετσι και τώρα με την Εύη: καταλαβαίνουμε το βάρος της γυναίκας, την gravitas, αλλά και τη χάρη της, τη θέρμη των λόγων και των χειρονομιών της, την ουσία των έργων της, τη λάμψη του προσώπου της. Και όσοι την γνώρισαν από κοντά, όσοι συνδέθηκαν φιλικά μαζί της, έχουν την ευκαιρία να συνοψίσουν το πρόσωπό της με ένα-δυο ήχους, μια φευγαλέα εικόνα.

Ιδού: αστραποβόλα μάτια, βραχνή φωνή. Αρχοντική παρουσία, θερμή και επιβλητική. Αιφνίδια τηλεφωνήματα για να πει ζυγισμένα μα αφειδώλευτα τον καλό λόγο. Λευκαδίτικη ντοπιολαλιά, που την κρατούσε ―αυτή η λογία― με υπερηφάνεια και με μια τόση δα αριστοκρατική επιτήδευση. Τρυφερά υποκοριστικά, Νικάκι, Λιάκο… Και δοσίματα: μου στέλνουν αβγοτάραχο Αμβρακικού, θα σου κρατήσω· σου ‘χω κρατήσει γλυκά δαμάσκηνα με κρασί, μανιτάρια μακεδονίτικα· όλη τη γεωγραφία κάτεχε κι όλη τη μοίραζε.

Ερεύνησε την Ελλάδα γωνιά-γωνιά, μνημειώνοντας τον διατροφικό πολιτισμό υπαίθρου και άστεος, παλαιών και νέων χωρών, εντοπίων και διασποριτών, συνομιλώντας με γιαγιάδες, νοικοκυρές, θείες, επαγγελματίες, συνάπτοντας σχέσεις με ανθρώπους και μικροπαραδόσεις, αποδίδοντας πάντα τιμή στους πληροφορητές της, αποκαθιστώντας το «φαγάκι» εν χρόνω και τόπω, τοποθετώντας το στα υλικά και πολιτισμικά του συμφραζόμενα. Λαογράφος, ανθρωπολόγος, πατριδογνώστρια: «Είχα παρακολουθήσει μια συζήτηση δυο πνευματικών ανθρώπων υψηλού επιπέδου στην τηλεόραση, που υποστήριζαν ότι η κουζίνα μας είναι τούρκικη, δεν υπάρχει ελληνική κουζίνα, το μόνο που έχουμε είναι μια φασολάδα. Ευτυχώς δεν πτοήθηκα, συνέχισα το δρόμο μου με ξεροκεφαλιά και επιμονή, άρχισα να ανακαλύπτω θησαυρούς, και να βλέπω μέσα από την τεκμηρίωση ότι και υπάρχει ελληνική κουζίνα και βάθος χρόνου έχει» ― έλεγε στην «Κ» όταν εξέδωσε τα αγαπημένα της «Λευκαδίτικα μαγειρέματα».

Ελεγε «φαγάκι»· δεν χρησιμοποιούσε άλλα υποκοριστικά, μόνο φαγάκι, εννοούσε αυτό που ζεσταίνει την καρδιά, που ενώνει τους ανθρώπους μεταξύ τους και με την ιστορία τους. Ηταν μια ρομαντική ποιήτρια, παιδί της ελευθερίας του ’68 και των χρόνων του ’70, που συνταίριαζε στην τέχνη της το ροκ με το ρεμπέτικο. Να πώς αυτοπαρουσιαζόταν στο δεύτερο βιβλίο της, το κλασικό τετράτομο «Γεύση ελληνική»: «Θα ήθελε να μαγειρέψει για τον Θεόδωρο Ντοστογιέφσκι, τους Μπητλς, τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Βαν Γκογκ, και πιστεύει πως μια μέρα θα τα καταφέρει».

Και συστηνόταν σαν μαγείρισσσα, σνομπάριζε τα γαστρονόμος, food writer κ.λπ. Ηταν σνομπ· ιδίως με τους ξιπασμένους και τους νεόπλουτους, που κατέκλυζαν τα μοδάτα εστιατόρια μετά τη φούσκα του χρηματιστηρίου: «Eίδα σε μενού αθηναϊκού εστιατορίου να υπάρχει φιλέτο κροκόδειλου με σως βατόμουρου πάνω σε αφρό βιολογικού ροκφόρ. Mπορεί ως φαγητό να είναι καλό. Eγώ, όμως, μόνο που το ακούω σκέφτομαι πολλά δυσάρεστα πράγματα» ― είχε πει στην «Κ». Το δικό της γκουρμέ αναπτυσσόταν γύρω από γίδες, ζυγούρια, βετούλια, καβουρμάδες, μπουρέκια, ποντιακά ωτία, αρωματικές αρτοκλασίες σε εσπερινούς και εξωτικές εκδοχές της φανουρόπιτας. Και πίτες μυθικές, ανακαλύψεις στα ορεινά και στα ξεχασμένα. (Τηλεφώνημα: Τι μυστικό έχει η μάνα σου για τη μυκονιάτικη κρομμυδόπιτα;)

Αρχόντισσα, σνομπ, που μαγείρευε για τετρακόσιους πανηγυριστές σε πλατείες και τηλεφωνιόταν για ευχές με τις πληροφοριοδότριες της στην Θράκη και την Κύπρο. Ηξερε γράμματα. Είχε ενσυναίσθηση. Φύτρα αρχαίας Ελληνίδας, με πείσμα, αγάπη, μέτρο, περηφάνια. Φύτρα ανθρώπου που τώρα την χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ· τη δύναμη, την αισιοδοξία, την καθολικότητά της. Φύτρα ποιήτριας: «Η μαγειρική είναι ποιητική διαδικασία και μέσα απ’ αυτήν επιδιώκω την ισορροπία μου σ’ αυτό τον κόσμο. Επίσης πιστεύω με πάθος αυτό που λέει ο Μικρός Πρίγκιπας του Antoine de Saint-Exupéry, ότι ‘μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια’. Τώρα, μετά από τόσα χρόνια, μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι ναι. Μπορεί κανείς να μαγειρέψει τα καλύτερα με όνειρα και συγκινήσεις και σας προτείνω να δοκιμάσετε.»

Εύη, βραχνή φωνή, αστραποβόλα μάτια, story teller, σαμάνος και κήρυκας χαράς.

evi

Η Ευούλα στον ουρανό «να μαγειρέψει για τον Θεόδωρο Ντοστογιέφσκι, τους Μπητλς, τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Βαν Γκογκ» ― πίστευε πώς μια μέρα θα τα καταφέρει. Θα τους μαγειρεύει.

Απεβίωσε χθες τη νύχτα στην Αθήνα, η πολυαγαπημένη μου και πολυαγαπημένη πολλών Ελλήνων Εύη Βουτσινά, συγγραφέας και μαγείρισσα. Είχαν προηγηθεί μετεγχειρητικές επιπλοκές μετά δύσκολη επέμβαση στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο. Ηταν 63 ετών. Αφησε μια θυγατέρα, τη Ροδιά.

Η Εύη σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, αλλά από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη μαγειρική και το γράψιμο. Εγραψε μια εικοσάδα πρωτότυπων βιβλίων, για τη μαγειρική και τον διατροφικό πολιτισμό της Ελλάδας, ερευνώντας, καταγράφοντας και συνθέτοντας. Ηταν συνεργάτρια της Καθημερινής από εικοσαετίας και του περιοδικού Γαστρονόμου από την ίδρυσή του.

Συγγραφέας-μαγείρισσα με άφθαστες γνώσεις, διακρίθηκε για το μοναδικό της αφηγηματικό στυλ και για τη συστηματική ανάδειξη της παραδοσιακής μαγειρικής, με τα ταπεινά υλικά, τις ξεχασμένες τεχνικές, την τελετουργία της. Ηταν story teller, σαμάνος και κήρυκας χαράς.

Η ίδια αυτοπεριγράφτηκε ως εξής: «Γεννήθηκα στην πόλη της Λευκάδας το 1950 και μεγάλωσα ανάμεσα στις αλυκές και στον αιωνόβιο ελαιώνα, στο γαλάζιο φως του Ιονίου. Πιστεύω ότι η μαγειρική είναι ποιητική διαδικασία και μέσα απ’ αυτήν επιδιώκω την ισορροπία μου σ’ αυτό τον κόσμο. Επίσης πιστεύω με πάθος αυτό που λέει ο Μικρός Πρίγκιπας του Antoine de Saint-Exupéry, ότι ‘μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια’. Τώρα, μετά από τόσα χρόνια, μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι ναι. Μπορεί κανείς να μαγειρέψει τα καλύτερα με όνειρα και συγκινήσεις και σας προτείνω να δοκιμάσετε.»

Τα βιβλία της:
1. «Το ψωμί», εκδ. Τροχαλία, 1995, εκδ. Καστανιώτης, 1996
2. «Γεύση Ελληνική – ψωμιά, κουλούρια, παξιμαδερά, πιτίτσες», Καστανιώτης, 1996
3. «Γεύση Ελληνική – καλούδια», Καστανιώτης, 1996
4. «Γεύση Ελληνική – μεζέδες, φαγάκια», Καστανιώτης, 1996
5. «Γεύση Ελληνική – παστά, καπνιστά, λιόκαυτα, ελιές, τουρσιά, τυριά, γαλακτερά», Καστανιώτης, 1996
6. «Όσες γεύσεις φέρνει ο χρόνος», εκδ. εφημ. Καθημερινή, 2000
7.8.9. «Απλή Μαγειρική της Αγίας Καθημερινότητας», τρίτομο, Καστανιώτης, 2004 10. «Kρόκος-σαφράν», εκδ. Aναγκαστικός Συνεταιρισμός Kροκοπαραγωγών Kοζάνης, 2004.
11. «Άστεων Γεύσεις, Συνταγές από την Αστική Κουζίνα του Ελληνισμού», εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2004
12. «Το Χρυσάφι της Γης», «Συνταγές και Έθιμα στον Κύκλο του Χρόνου και του Σίτου», Καλειδοσκόπιο, 2006
13. «Λευκαδίτικα Μαγειρέματα», εκδ. Fagotto books, 2008 (ελληνικά, αγγλικά)
14. «Άρτος ο περιούσιος», εκδ. Μίλητος, 2008
15. «Ο πολιτισμός του τραπεζιού στο Βόρειο Έβρου», εκδ. Ένωση Συλλόγων Γυναικών Νομού Έβρου (ελληνικά, βουλγαρικά), 2008
16. «Μαγειρική για δύσκολους καιρούς», Καστανιώτης, 2010
17. «Αυθεντική ελληνική κουζίνα», 2010, εκδ. Fagotto books (ελληνικά, αγγλικά)
18. Οι ελληνικές πίτες (επί του πιεστηρίου)
φωτ.: Lifo

1280px-John_Everett_Millais_-_Ophelia_-_Google_Art_Project

Το μέλλον της χώρας προεικονίζεται τούτη τη στιγμή στον τρόπο λειτουργίας του δημόσιου συστήματος υγείας και παιδείας, δηλαδή στον τρόπο που αποδιαρθρώνονται: από μια προηγούμενη σχετικά ημισταθερή κατάσταση, με δομικές αδυναμίες, αλλά ευρισκόμενα σε αδιάφορη ισορροπία, σε μια κατάσταση επιταχυμένης εντροπίας, σε μια ισορροπία ασταθή, όπου όλα τα επιμέρους δομικά στοιχεία ωθούνται σε όλο και χαμηλότερη διαφοροποίηση, όλο και χαλαρότερη οργάνωση και συναρμογή, με όσο το δυνατόν μικρότερη δαπάνη ενέργειας, εντέλει σε διάλυση.

Τα πανεπιστήμια λειτουργούν ήδη με τον μισό προϋπολογισμό, με εξανεμισμένα τα αποθέματά τους από το PSI, και τώρα πιέζονται να λειτουργήσουν ουσιαστικά χωρίς διοικητικό προσωπικό. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι αν σήμερα σε πολλές απαιτητικές σχολές υπολειτουργούν εργαστήρια, βιβλιοθήκες, σπουδαστήρια, γραμματείες, του χρόνου οι σχολές αυτές θα πάψουν να λειτουργούν. Ή όλα τα μαθήματα θα είναι προφορικές παραδόσεις με χρήση μαυροπίνακα, αυτό που συμβαίνει ήδη από φέτος.

Στο σύστημα υγείας οι παθογένειες του παρελθόντος συνεχίζονται μισοκρυμμένες και εξίσου καταστροφικές: οι κοστολογήσεις υλικών και υπηρεσιών εξακολουθούν να είναι σουρεαλιστικές και γεννήτριες διαφθοράς. Ας πούμε, από τη δεκαετία ’90 ένα υπερηχογράφημα αγγείου κοστολογείται από το κράτος 75 ευρώ, και μια αγγειοχειρουργική επέμβαση κοστολογείται 45 ευρώ! Το διαγνωστικό κέντρο, λειτουργώντας με τεχνολόγους, θησαυρίζει ακόπως· ο χειρουργός, με 15-20 χρόνια εκπαίδευσης, εξαναγκάζεται στο by pass, στο φακελάκι.

Η διαχειριστική διαφθορά επιδεινώνεται από τη δημογραφική φθίση και τη θεσμική αγκύλωση: στο ΕΣΥ δεν υπάρχουν αξιόμαχοι γιατροί κάτω των 50 ετών! Το ΕΣΥ θα καταρρεύσει, εκτός των άλλων, από έλλειψη γιατρών. Οσοι μπορούν φεύγουν: όχι μόνο οι τριαντάρηδες νεοειδικευμένοι που μεταφέρουν την εθνική και οικογενειακή υπεραξία στη Γερμανία, αλλά φεύγουν και φτασμένοι πενηντάρηδες, οι κορυφαίοι, αυτοί που θα ετοίμαζαν τους διαδόχους τους, διευθυντές και σολίστ. Εμβρόντητος άκουσα από χείλη συνομηλίκων μου γιατρών, με λαμπρές καριέρες στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, να λένε το ίδιο: Τρέμω στη σκέψη ποιος θα περιθάλψει εμένα σε λίγα χρόνια…

Η δημοκρατία κρίνεται σε δύο κρίσιμα πεδία: στην υγεία και στην παιδεία. Εκεί κρίνεται η ισότητα του παρόντος και μέλλοντος βίου, υλικότατα, απτά. Και στα δύο αυτά πεδία η Ελληνική Δημοκρατία υφίσταται πανωλεθρία. Η κρίση γκρέμισε ένα ήδη αδύναμο οικοδόμημα, υπονομευμένο από ιδιοτελή συμφέροντα, παρασιτισμό, αδράνεια, ανικανότητα, κυνισμό· η πτώχευση τα μεγέθυνε και πρόσθεσε τον πανικό και την εθελοδουλία.

Οι λεγόμενες μεταρρυθμίσεις φιλοδοξούν να αυξήσουν την προσφορά, την ώρα που η ζήτηση έχει νεκρώσει, πάνω σε ένα τοξικό υπόστρωμα ύφεσης, ανεργίας και λιτότητας. Είναι παράλογο. Αλλά ας δεχτούμε ότι αρκετές δομικές μεταρρυθμίσεις είναι αναγκαίες, αρκετές έπρεπε να είχαν γίνει την περασμένη δεκαετία. Γίνεται όμως ακόμη πιο παράλογο όταν τέτοιες ριζικές, επώδυνες αλλαγές, ζητείται να εφαρμοστούν από έμφοβους και ανεπαρκείς ανθρώπους, χωρίς πείρα, χωρίς βούληση, χωρίς σχέδιο.

Είναι φανερό πια, το οσμίζεσαι παντού στη δημόσια σφαίρα, ότι πατάμε το κατώφλι μιας μείζονος αλλαγής ή μιας μείζονος κατάρρευσης. Η πτώχευση ανέδειξε με σφοδρότητα, με τεράστιο κοινωνικό πόνο, το βαθύ πολιτικό πρόβλημα. Η χώρα δεν μπορεί να επιβιώσει με κυβερνητικές νοοτροπίες κοτζαμπάσηδων, με λεηλάτες ολιγάρχες και συμβατικά γιατροσόφια τεχνοκρατών· και με ανάθεση της ζωής μας σε τρίτους· αυτά οδηγούν σε ιστορική υποβάθμιση, σε κοινωνικό και δημογραφικό μαρασμό, σε απρόβλεπτες ρηγματώσεις.
Απαιτούνται ρηξικέλευθες δράσεις, καινοτόμες ιδέες, τολμηρή ανασυγκρότηση του συλλογικού φαντασιακού πάνω στα νέα αμείλικτα δεδομένα της τοπικής δυσχέρειας και της διεθνούς ανακατάταξης. Απαιτούνται σκληρές αλήθειες και ανάληψη της ευθύνης ενός εκάστου και όλων μαζί.

Αντίπαλος μας πρώτος κατά σειράν είναι η διάχυτη κατάθλιψη, η εδραιωμένη δυσφορία, που εκδηλώνεται ήδη σαν παραίτηση, σαν αυτοκαταστροφική ολίσθηση, και σαν αυτό που ο Φρόιντ ονόμαζε «ψυχολογική αθλιότητα της μάζας». Είναι σαν να μας βαραίνει τα βλέφαρα ακαταμάχητα ο γλυκός ύπνος του ξεπαγιασμένου μες στο χιόνι· αυτόν τον ύπνο-θάνατο αποτινάσσουμε πρώτα.

Ξεπαγώνει ο νους, θερμαίνεται το φρόνημα, πυροδοτείται η βούληση για ζωή. Η ήττα, το πλήγμα, η θανάσιμη απειλή μετουσιώνονται σε δημιουργικές ενορμήσεις, σε ανάπλαση βίου. Αντικρίζουμε κατάματα τη σκληρή πραγματικότητα, κατανοούμε τους τρέχοντες παραλογισμούς, τα σφάλματα, δικά μας ή εκ καταναγκασμού, αναλογιζόμαστε εξαρχής, ριζικά, τους όρους κυριαρχίας, την ελευθερία, την ηθική και ιστορική ευθύνη απέναντι στις νεότερες γενιές. Προ πάντων, ξεπαγώνουμε.

εικον.: John Everett Millais, Ophelia.

Θα μπορούσε να είναι σενάριο ταινίας του πιο μελαγχολικού νεορεαλισμού ή του πικρότερου νουάρ, γραμμένο από τον Πιερ Πάολο Παζολίνι, τον Τζέιμς Κέιν ή τον Αλμπέρ Καμύ, γυρισμένο από τον Κισλόφσκι του «Ου φονεύσεις». Oχι, το φονικό στην οδό Γερανίου τα ξεπερνά σε ωμότητα, χωρίς καν την παρηγοριά ενός επιμύθιου. Η ζωή έχει τον δικό της αμείλικτο ρεαλισμό. Στο αστυνομικό ανακοινωθέν αναφέρεται ότι ο νεαρός πήγε να ζητήσει απλήρωτα μεροκάματα φίλης του, από τον εστιάτορα της Γερανίου. Λίγο αργότερα έπεφτε ξέπνοος στο πάτωμα, από τις σιδερογροθιές του μπράβου.

Ο εν ψυχρώ φόνος ενός νεαρού επαρχιώτη σε μαγαζί της Ομόνοιας από Τσετσένο μπράβο, σεσημασμένο, δείχνει την Αθήνα σαν δυστοπική μητρόπολη φτώχειας, εξαθλίωσης και βίας. Ο,τι ακούγαμε για υπερκαυκάσιες και βαλκάνιες μαφίες, ό,τι μαθαίναμε ότι επικράτησε στις ανατολικές κοινωνίες μετά την κατάρρευση, τώρα συμβαίνει εδώ.

Ο ενοχλημένος εστιάτορας δεν κάλεσε την αστυνομία να απομακρύνει τον ενοχλητικό νεαρό, δεν του υπέβαλε μήνυση. Δεν ήθελε να αναμιχθούν αστυνομία, εισαγγελέας, δικαστήρια. Εβαλε τον μπράβο να καθαρίσει. Αυτή η απόσυρση στη σφαίρα της αυτοδικίας και της ωμότητας, στην επικράτεια της γυμνής ζωής, ούτε καν της φτηνής ζωής, δεν είναι μεμονωμένο συμβάν. Είναι τροχιοδεικτικό αγριότητας, όπως οι αυξανόμενες αυτοκτονίες είναι τροχιοδεικτικό απελπισίας· είναι καθρέφτισμα μιας γενικευόμενης κοινωνικής εξαχρείωσης, κατά την οποία η ζωή χάνει την αξία της αφού έχει χάσει ήδη το νόημά της.

Η σιδερένια γροθιά του μπράβου, όσο ανατριχιαστική, είναι το εκτελεστικό όργανο, δεν είναι η κινούσα δύναμη. Κινούσα δύναμη είναι η περιφρόνηση προς τη ζωή, είναι η απαξίωση της ζωής, είναι η τιμολόγηση της ζωής στα λίγα κατοστάρικα της απλήρωτης εργασίας, στα λίγα κατοστάρικα του πληρωμένου φονιά.

Αλλοδαπός εφόνευσε ημεδαπό. Δούλευε στις αποθήκες των αγροτικών συνεταιρισμών Ηλείας, είχε ένα παιδάκι. Ακλαυτος.

PABST_PANDORAS_BOX

Η σύνθλιψη της πολιτικής, η υποβάθμισή της σε παρακολούθημα μιας ιδιοτελούς οικονομικής ορθοδοξίας, ποτίζει κάθε χαραμάδα της ελληνικής πραγματικότητας σήμερα. Πήρε χρόνια να φθαρεί εντελώς, να φτάσει στο ερείπιο που κατοικούμε τώρα, και η κατεδάφιση συνετελείτο πανευρωπαϊκά και διεθνώς, όχι μόνο στην βαλκανική απόφυση των μασκαράδων που υπεδύοντο τις ιδιοπροσωπείες.

Η οικονομική χρεοκοπία ήταν μια μόνο έκφραση της πολιτικής πτώχευσης, η πιο αισθητή, η πιο οδυνηρή ασφαλώς. Η ηθική εξαχρείωση, η διανοητική αποσάθρωση, η παγωνιά των αισθημάτων ή η γενίκευση των αισθημάτων φθόνου και κανιβαλισμού, προέλαυναν επί χρόνια, κατελάμβαναν κάθε εκατοστό του δημόσιου χώρου, αφαιρούσαν το οξυγόνο, ξυπνούσαν δυσοίωνα προαισθήματα, γέμιζαν ανησυχία· αλλά το σοκ το ένιωσαν όλοι μόνο με την υλική πτώση, με την πτώχευση, μπρος στα ειδεχθή ταξικά βάραθρα. Μόνο τότε αντιληφθήκαμε οι Έλληνες, και όχι όλοι ακόμη, ότι ο συλλογικός βίος εκπίπτει και μαραίνεται, αλλάζει έτσι που μπορεί να μη μας περιλαμβάνει όλους ακέραιους, και μόνο τότε, και όχι όλοι, αντιληφθήκαμε ότι ο ατομικός βίος είναι αξεχώριστος από τον συλλογικό. Αυτή η σχέση ατομικού-συλλογικού είναι η πολιτική, και αυτή η σχέση είχε μαραζώσει πολύ καιρό πριν απ’ την πτώχευση.

Μα το πολιτικό εξακολουθεί να υπάρχει και χωρίς την έλλογη πολιτική· να υπάρχει υλικό και πρωταρχικό, θεμελιώδες και αρχέγονο, να υπάρχει απαιτώντας να εκφραστεί με κάθε τρόπο. Στο άγονο κενό που κατέλιπε η πεπτωκυία έλλογη πολιτική, βλασταίνουν τώρα άλογες φανερώσεις του πολιτικού: η απόγνωση, η μοχθηρία, η ξενηλασία, η μνησικακία, ο κερματισμός, η απάθεια, η βουβαμάρα, η καθολική δυσπιστία. Απάθεια μα και απόλυτη δυσπιστία απέναντι στον κυρίαρχο λόγο, σ’ έναν ποβερταλισμό αναβλύζοντα απευθείας από την κλεπτοκρατία και τον παρασιτισμό, μια πτωχολαγνία που υποδύεται την Μοναδική Εναλλακτική Λύση φορώντας ηθικολογική προβιά, αλλά που στην ουσία είναι μια κυνική και σεχταριστική ιδεολογία, μια κοσμική σαρία: οι αδύναμοι αξίζουν τη μοίρα τους, οι μεσαίοι αξίζουν την τιμωρία τους, και η μοίρα τους και η τιμωρία τους είναι φρικτές, δικαιολογημένες από την Αόρατο Χείρα της αγοράς.

Η σύγχυση, η αλλοφροσύνη, το μαλλιοτράβηγμα, το τρελό πινγκ-πονγκ του μίσους όλων εναντίον όλων, απορρέουν από αυτή την κατάρρευση του πολιτικού Λόγου, από την επικράτηση του ψευδοορθολογικού τζιχάντ και της απόγνωσης των γυμνών ψυχών στη σφαίρα του πολιτικού. Το πραγματικό είναι μια μόνο στιγμή στο γενικευμένο ψεύδος ― η εγελιανή-ντεμπορική αντιστροφή είναι η αβάσταχτη αλήθεια μας.

Η πενία είναι υλική συνθήκη που δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην στην ανελευθερία, στη γύμνωση της ύπαρξης· ένας βίος οικονομημένος και όχι άπληστος μπορεί να οδηγεί λυσιτελέστερα στην ελευθερία. Όχι όμως η τρέχουσα οικονομία της δυστυχίας. Η βίαιη άδικη πτώχευση τρελαίνει, αφαιρεί βίαια τον χρόνο, την προσδοκία, το ψηλάφισμα του μέλλοντος: κατ’ επέκτασιν, υποδουλώνει ή αποθηριώνει ή και τα δύο μαζί.

Για την επανεύρεση της ελευθερίας και της αλήθειας, μας χρειάζεται να ξαναβρούμε την πολιτική σαν μια οικονομία της ευτυχίας.

εικόνα: G.W. Pabst, Pandora’s Box

Munoz-boxer

Εχουμε κουραστεί να μετράμε απώλειες. Τέσσερα χρόνια τώρα. Απώλειες υλικές, κοινωνικές, πολιτικές. Η ύστατη και ίσως σημαντικότερη απώλεια με την οποία απειλούμαστε είναι η απώλεια ταυτότητας. Οχι ότι θα τη χάσουμε και θα είμαστε το τίποτε, αλλά υπό την έννοια ότι τα σοκ των μεταβολών ήταν και είναι τόσο πολλά, οι μετασχηματισμοί τόσο απότομοι και βίαι οι, που δεν ξέρουμε πια πού στεκόμαστε, πού πατάμε, ποιοι είμαστε μέσα στη δίνη.

Από τις πρώτες μέρες της αναγγελίας της χρεοκοπίας και της επιβολής των μνημονίων οι Ελληνες βίωσαν μια καταιγίδα δημοσιότητας, σχετική με τον χαρακτήρα τους, με αυτή την συχνά ισοπεδωτική γενίκευση που αφορά τον εθνικό χαρακτήρα, τα χαρακτηριστικά ενός εθνικού συνόλου. Τα εντυπωσιοθηρικά ιδίως μήντια της Βορείου Ευρωπης ανέσυραν πλήθος στερεοτύπων για τον συνοπτικό ανθρωπότυπο του πονηρού, οκνηρού, απείθαρχου, ηδονιστή Ελληνα. Από κοντά, και εγχώριοι θυμόσοφοι.

Το παράδοξο είναι ότι πολλοί Ελληνες συμμερίζονται αυτή την στερεοτυπική περιγραφή τους, για διάφορους λόγους: ίσως επειδή ενσωματώνουν μια ραγιάδικη στάση ζωής, ισχυρό κατάλοιπο υποτελούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας· ίσως επειδή βαυκαλίζονται ότι με την πονηριά ξεγελούν τον κουτόφραγκο· ίσως επειδή νιώθουν διαρκώς σύμπλεγμα κατωτερότητας έναντι ενός εξιδανικευμένου, μυθικού Ευρωπαίου ανθρώπου. Πολλά ίσως. Και μια βεβαιότητα: η πλημμύρα και η ένταση της προπαγάνδας για τον ένοχο Ελληνα ήταν τέτοιες που ακόμη και οι μη στερεοτυπικά κομπλεξικοί λύγισαν, υπέκυψαν, έφτασαν ώς τις εσχατιές της μειονεξίας, της αυτοενοχοποίησης, της αυτοϋποτίμησης· εντέλει της αποπροσωποίησης. Με αυτή την έννοια μιλάμε για απώλεια, για ράγισμα ταυτότητας.

Στο ζενίθ της κρίσης, μετά τέσσερα σχεδόν χρόνια αβεβαιότητας και πόνων, μετά αλλεπάλληλες απώλειες, μέγα πλήθος Ελλήνων στέκεται βουβό, μουδιασμένο, με παγωμένη την ψυχή και το μυαλό. Δεν είναι ακριβώς ήττα, αλλά είναι ασφαλώς μια ορισμένη ηττοπάθεια. Εχουν δοθεί μάχες, αλλά όλες σχεδόν έχουν χαθεί στο συλλογικό πεδίο. Ολες οι μάχες ήταν αμυντικές και όλες ήταν στατικές, σε χαρακώματα και απηρχαιωμένες γραμμές Μαζινό. Εδώ και καιρό πια, ο αγώνας μεταφέρθηκε στο ατομικό πεδίο, στο πεδίο της επιβίωσης, με κυρίαρχες τις πρωταρχικές ενορμήσεις, το ένστικτο αυτοσυντήρησης.

Και στα δύο πεδία, συλλογικό και ατομικό, επικρατούν ο φόβος, η ανασφάλεια, η αβεβαιότητα, η σύγχυση, η έλλειψη αυτοπεποίθησης, η απαισιοδοξία. Αλλά και η οργή, το μίσος, η μνησικακία, η μοχθηρία. Στο συλλογικό πεδίο αυτά τα αισθήματα, αυτές οι στάσεις, εκφράζονται με διασταυρούμενα πυρά ασυνεννοησίας, με ιδεοληπτικές καθηλώσεις ασύμπτωτες, με πηχτή κακία, με διαρκώς εντεινόμενη δυσπιστία προς το κράτος, τους θεσμούς, το πολιτικό σύστημα. Με έναν διχασμό να σιγοβράζει· διχασμό ωστόσο που δεν έχει σαφείς πόλους, με διακριτά ιδεολογικά περιγράμματα. Η πολλαπλώς και ατυπικά εκδηλούμενη σύγκρουση δεν μορφοποιείται ακόμη πολιτικά, πλην όμως μπορούμε να διακρίνουμε ευκρινώς πλέον το υλικό της υπόστρωμα: την αναδιανομή πλούτου και τον ανασχηματισμό τάξεων.

Η πολύμορφη μεσαία τάξη, με τις ποικίλες διαστρωματώσεις στο εσωτερικό της, οικονομικές, ιδεολογικές, ανθρωπολογικές, καθώς διαρρυγνύεται βιαίως από την κρίση, σκορπίζεται στα θραύσματά της και σκορπίζει μαζικά δυσφορία, ανοικειότητα, αποξένωση, φόβο. Στο μέτρο που, τις τελευταίες αρκετές δεκαετίες, η μεσαία τάξη καθόριζε τη συλλογική ψυχή και τη γενική διάνοια, η παρούσα θραύση της καθορίζει το νέο habitus: ένα παγωμένο ρευστό φόβου, καχυποψίας, έχθρας. Αυτά τα υλικά είναι τα πρωτεύοντα περιεχόμενα μες στην υδραργυρική ταυτότητα των ανθρώπων της κρίσης. Και αυτά τα ψυχοτοξικά υλικά οδηγούν στην αδράνεια, το μούδιασμα, το πάγωμα του νου· σε μια δομική απαισιοδοξία, ότι όλα μπορούν να πάνε και χειρότερα, σε μια ενδιάθετη ηττοπάθεια και μοιρολατρία, ότι ο άνθρωπος δεν είναι κύριος της μοίρας του, ανώτερες δυνάμεις την ορίζουν.

Από τη μια, η τρόικα, οι δανειστές, οι ξένοι: το έξω κακό. Από την άλλη, οι ανάξιοι ή αδύναμοι κυβερνήτες, το πολιτικό σύστημα, το ριζικό της φυλής: το έσω κακό. Η οψέποτε σωτηρία δεν θα έρθει από έξω ή από έσω, αλλά εκ των άνω, μ’ ένα θαύμα, έναν Μεσσία. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε.

Η ανάγνωσή μας είναι ασφαλώς μερική και στατική· οι άνθρωποι και οι κοινωνίες κινούνται δυναμικά και μη γραμμικά. Ο,τι διαβλέπουμε σήμερα ως ηττοπάθεια, αύριο ίσως αναδυθεί ως αναγεννητική ορμή. Αλλά ας δούμε τουλάχιστον πώς είμαστε, ποιοι είμαστε, εδώ και τώρα.

εικ.: José Antonio Muñoz

Oliver_Twist

Πολλά ανέδειξε η κρίση, κρυμμένα, λανθάνοντα, αποσιωπημένα μες στο σώμα της κοινωνίας. Στοιχεία θαμμένα ή οιονεί λησμονημένα, ξεπερασμένα τάχα από τη διαρκή πρόοδο, αναδύθηκαν δείχνοντας το τρομακτικό τους πρόσωπο. Η φτώχεια, η ανημπόρια, η καταφρόνια, η ταπείνωση, οι ταξικές διακρίσεις, που χωρίζουν σαν χαράδρα τους έχοντες από τους μη έχοντες, τους δυνάμενους από τους αδύναμους, τους επιπλέοντες από τους βουλιαγμένους. Αυτά τα στοιχεία, αυτές οι συνθήκες ζωής, αιφνιδίασαν νοητικά τους ανθρώπους της κρίσης, καθώς άλλαζαν βιαίως πίστα ή ετίθεντο εκτός πεδίου, εκτός δήμου, εκτός κοινωνίας. Και σταδιακά άλλαξε ο λόγος, το discours περί συνεπειών της κρίσης πάνω στις ζωές των ανθρώπων, παραμερίστηκαν οποιαδήποτε επιχειρήματα περί κοινωνικής συνοχής, κράτους πρόνοιας, κοινωνικού συμβολαίου, θεμελιωδών δικαιωμάτων που εγγυάται η δημοκρατία. Ολα υποσκελίστηκαν από ένα είδος εμμονικού, μνησίκακου κοινωνικού δαρβινισμού, που ενοχοποιεί τους αδύναμους και τη δίκαιη οργή τους.

Τον Μάιο 2010 γράφαμε: «Ο άνεργος σε καιρό κρίσης είναι ο άνθρωπος που βουλιάζει· όποιος διατηρεί το μεροκάματο, ακόμη και με ηθικές και υπαρξιακές εκπτώσεις, έχει περισότερες πιθανότητες να γλιτώσει. Αλλά τι σημαίνει ”να γλιτώσει”; Τι άνθρωπος θα είναι ο ”γλιτωμένος”, όταν γύρω του θα σωριάζονται πτώματα; Η ατομική επιβίωση, θεμιτή και ενστικτώδης, θα είναι αρκετή να τον γλιτώσει και σαν ολόκληρο άνθρωπο, κοινωνικό, έλλογο και ηθικό άνθρωπο; Και πώς γνωρίζει ο ”γλιτωμένος” ότι δεν θα έρθει η σειρά του να βουλιάξει; Το πιθανότερο: Θα βουλιάξουν πολλοί, θα επιπλεύσουν λίγοι.» ( Αλλά κανείς δεν γλίτωσε μόνος του.)

Tον Ιούνιο 2011 επανήλθαμε: «Η Ελλάδα χωρίζεται σε όσους θα σωθούν, με απώλειες έστω, και σε όσους θα βουλιάζουν. Τη διαίρεση, υλική και ψυχική, τη νιώθεις πια, την αισθάνεσαι, δεν χρειάζεται να τη συλλογιστείς. Είναι απότοκο της δυσχέρειας κι είναι απότοκο της ανισότητας και της αδικίας… Η αυξανόμενη δυσχέρεια του βίου φέρνει μεμψιμοιρία, ματαίωση, φθόνο, μοχθηρία. Η ευημερία, πραγματική ή επίπλαστη, όσο μοιραζόταν παντού κι άφηνε τα ψίχουλά της εδώ κι εκεί, σκέπαζε τις αντινομίες, κοίμιζε τη σκέψη και τα αισθήματα. Τώρα που αποσύρεται ατάκτως, αφήνει ακάλυπτο το ερεθισμένο νεύρο της μνησικακίας, πικρό το στόμα.»

Το φθινόπωρο του 2013, ο πτωχευμένος, ο άνεργος, ο ανήμπορος, ο βουλιαγμένος εξορίζονται από τις συζητήσεις των γλιτωμένων. Δεν θέλουν να ακούνε για τον πόνο ή, έστω, τη δυσκολία των άλλων. Οταν τίθεται το ζήτημα, αμφισβητούν στοιχεία, γεγονότα, όποιον θέτει το ζήτημα· αλλάζουν θέμα, σιωπούν. Ή γίνονται κατάφωρα εχθρικοί: ο φτωχός παράγει τη φτώχεια του, ο δυστυχής τη δυστυχία του, ο καθείς είναι υπεύθυνος για τη μοίρα του. Κάποιοι το θεωρητικοποιούν: η πτώχευση και το μνημόνιο δεν φταίνε για την κρίση, η κρίση προϋπήρχε, όπως και ο νεοναζισμός άλλωστε· η εξαθλίωση και η ακροδεξιά έχουν γονιδιακό υπόστρωμα, είναι λανθάνουσες έξεις που φανερώνονται τώρα λόγω χαμηλής αισθητικής παιδείας.

Οι γλιτωμένοι θα προτιμούσαν οι βουλιαγμένοι, οι φτωχοί, να είναι αόρατοι. «Η Χάννα Αρεντ υπενθυμίζει το λόγο του Τζων Ανταμς: η ανθρωπότητα δεν δίνει καμία προσοχή στον φτωχό που πλανιέται στα σκοτάδια. ‘Δεν τον αποδοκιμάζουν, δεν τον λογοκρίνουν, δεν τον μέμφονται· απλώς δεν τον βλέπουν’» (στο: Μυριάμ Ρεβώ ντ’ Αλλόν, Ο συμπονετικός άνθρωπος, εκδ. Εστία).

Ο Αλέξης ντε Τοκβίλ στο «Η δημοκρατία στην Αμερική» εντοπίζει τη διαφορά της δημοκρατικής από την αριστοκρατική κοινωνία, μεταξύ άλλων, στο αίσθημα της συμπόνιας και της κοινής μετοχής στο ανθρώπινο γένος. Εντοπίζει σε μια επιστολή της περίφημης μαντάμ ντε Σεβινιέ την παράδοξη συνύπαρξη ωμότητας και συμπάθειας. Η μαντάμ ντε Σεβινιέ περιγράφει με παιγνιώδες ύφος τις βιαιοπραγίες κατά την καταστολή μιας λαϊκής εξέγερσης στη Βρετάνη· ο Τοκβίλ σχολιάζει: «Θα ήταν λάθος να νομίσουμε ότι η μαντάμ ντε Σεβινιέ, που χάραζε τις γραμμές αυτές, υπήρξε πλάσμα εγωιστικό και βάρβαρο: αγαπούσε με πάθος τα παιδιά της και δειχνόταν ιδιαίτερα ευαίσθητη στις λύπες των φίλων της: και διαβάζοντάς την διαβλέπει κανείς ότι μεταχειριζόταν με επιείκεια και αγαθότητα τους υποτελείς και υπηρέτες της. Ομως η μαντάμ ντε Σεβινιέ δεν αντιλαμβανόταν με διαύγεια τι σήμαινε να υποφέρει κάποιος όταν αυτός ο κάποιος δεν ήταν ευγενής.» (ό.π.)

Τα τριάμισι χρόνια πτώχευσης, ανέργων και φτωχών μοχλεύουν τη δημοκρατική κοινωνία προς την ανατροπή ή τη μετάλλαξή της: είτε με νεοναζιστική απόδραση από το πολιτικό, για τους βουλιαγμένους, είτε με διολίσθηση προς την αριστοκρατική κοινωνία της μαντάμ ντε Σεβινιέ, για τους γλιτωμένους.

Ενα παλικάρι πεσμένο στο δρόμο, σαν να κοιμάται στην αγκαλιά της κοπέλας του, ταξιδέυοντας με πλοίο για να νησιά. Μόνο το κλαμένο πρόσωπο της κοπέλας, λίγο αίμα στο γόνατο και το αίμα στο πεζοδρόμιο προδιαθέτουν για κάτι κακό, ίσως αναπότρεπτα κακό. Το παλικάρι είναι ο Παύλος Φύσσας, ο Killah P, λίγο πριν ξεψυχήσει χτυπημένος δόλια από μαχαίρι ναζιστή, η θρηνούσα κοπέλα είναι η Χρύσα, η κοπέλα του. Είναι η πρώτη ώρα της 18ης Σεπτεμβρίου 2013.

Η δημοσίευση της φωτογραφίας προκάλεσε κύματα διαμαρτυρίας, θεωρήθηκε σπίλωση της μνήμης του νεκρού. Οχι. Η εικόνα της θυσίας δεν αμαυρώνει την τιμή και τη μνήμη του Παύλου. Το μέσον δεν είναι το μήνυμα. Το ρυπαρό δοχείο δεν είναι το λάμπον σπαρακτικό περιεχόμενο. Συγχέουμε το εικονιζόμενο με την κορνίζα του.

Ο πεσμένος κοιμώμενος Παύλος στην αγκαλιά της Χρύσας, η εικόνα τους, είναι μια σύγχρονη εκδοχή του Χριστού του Πάθους, της Πιετά, της Σταύρωσης, της θυσίας του αμνού και της θυσίας του ήρωα, μια εικόνα που διατρέχει την ιστορία του πολιτισμού, από την Ιλιάδα έως το Ευαγγέλιο, μια εικόνα γονιμοποιός και παρηγορητική, μια εικόνα που νικά τον θάνατο και την κακία.

Το πρώτο που μου ήρθε στο νου μόλις είδα τον πεσμένο Παύλο στην αγκαλιά της Χρύσας, ήταν η φωτογραφία της 9ης Μαΐου 1936: ένα άλλο παλικάρι, ο Τάσος Τούσης, κείτεται άψυχος σε μια πόρτα με τα χέρια ανοιχτά, σταυρικά, στη διασταύρωση Βενιζέλου και Εγνατίας, στη Θεσσαλονίκη, και από πάνω η μάνα του τον θρηνεί με ξέμπλεκα μαλλιά. Από αυτή την εικόνα της θυσίας και του ιερότερου των θρήνων, ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος έγραψε τον Επιτάφιο, στα χνάρια των Εγκωμίων της Μεγάλης Παρασκευής, των δημοτικών τραγουδιών και της αρχαίας τραγωδίας: «Ησουν καλός κι ήσουν γλυκός / κι είχες τις χάρες όλες». Είναι μια εικόνα που σφραγίζει τον ελληνικό εικοστό αιώνα, ψυχικά, πνευματικά, πολιτισμικά. Μια εικόνα που μας θυμίζει διαρκώς ποια θηρία είμαστε και ταυτοχρόνως τι άγγελοι θα μπορούσαμε να γίνουμε. Ετσι και η εικόνα του Παύλου.

Δεύτερη μου ήρθε στο νου η φωτογραφία του νεκρού Τσε στη Βολιβία, αυτή που εντέλει τον έκανε αθάνατο και αιώνια νέο. Το σώμα του κείτεται άψυχο, ύπτιο, στην μπετένια γούρνα, τα μάτια του είναι ανοιχτά, ένα στρατιώτης αγγίζει τα μακριά του μαλλιά, ένας άλλος αγγίζει τον θώρακά του. Σαν τον Χριστό του Μαντένια, όπως παρατήρησε προσφυώς ο Τζων Μπέργκερ το 1975 και συμπλήρωσε ο καθηγητής Νίκος Χατζηνικολάου στην έξοχη σχετική έκθεση του 2003 στο Ρέθυμνο.

Ο Τσε Γκεβάρα είναι στα τριάντα του, με μακριά μαλλιά και γένια, υπερασπιστής κατατρεγμένων, όταν εικονίζεται νεκρός, δολοφονημένος και θυσιασμένος, σαν τον Χριστό που εικονίζει ο Μαντένια μετά την Αποκαθήλωση και κάθε ζωγράφος που εικόνισε το Πάθος, τη Σταύρωση και την Αποκαθήλωση ανά τους αιώνες. Στα τριάντα του είναι και το γενειοφόρο παλικάρι, ο ποιητάρης κατά της αδικίας, ο τραγουδιστής του «Σιγά μην κλάψω, σιγά φοβηθώ», ο Παύλος που κοιμάται στον μόλις ματωμένο δρόμο της Αμφιάλης.

Η εικόνα του πεσμένου Παύλου είναι η εικόνα του άδικου χαμού, αλλά είναι και η εικόνα της θυσίας με νόημα. Είναι η θυσία που αφυπνίζει και η θυσία που κανείς δεν θέλει να επαναληφθεί. Είναι η εικόνα της νιότης, εικόνα του ρομαντικού ήρωα που πεθαίνει νέος, του καλού που προσωρινά ηττάται από το κακό, που προσφέρει θυσία το σώμα του και τη ζωή του, για να επιζήσει νικηφόρο και παρηγορητικό το πνεύμα του. Η εικόνα της κλαίουσας Χρύσας είναι η τρυφερότητα και η αγάπη που χύνεται παρηγορητική και εξανθρωπίζουσα πάνω στον πενθούντα δέκτη, και τον καθιστά έλλογο, ενσυναίσθητο κοινωνό της θυσίας και του νοήματός της: ο Παύλος ζει. Ετσι, όπως το τραγουδά ο Ρίτσος: «Γλυκέ μου, εσύ δεν χάθηκες, / μέσα στις φλέβες μου είσαι».

Ναι, θα τη δημοσίευα τη φωτογραφία του Παύλου Φύσσα. Χωρίς λόγια, διότι δεν θα έβρισκα τίποτε να προσθέσω σε αυτή την εικόνα των εικόνων. Θα τη δημοσίευα για να θυμούνται όλοι τη μορφή του. Και για να μη μείνει η θυσία του ανεικόνιστη, σκοτεινή, κρυμμένη, χωρίς αίσθημα και χωρίς νόημα, χωρίς Ανάσταση.

large-1

«Γεννήθηκα το 1939· λίγους μήνες αφότου γεννήθηκα, στη Βόρειο Κέρκυρα, ο πατέρας μου πέρασε απέναντι να πολεμήσει στο αλβανικό. Θέλω να ρωτήσω κάτι. Γράφατε προ εβδομάδων: «Στους ήσυχους σκοτεινούς δρόμους αφουγκράζεσαι κάτι να σιγοβράζει. Ισως ο φόβος να αναδεύεται στα σπλάχνα και να ξεδιπλώνεται, να αλλάζει θέση. Ισως να παίρνει τη θέση του η οργή. Ισως να προσπαθεί να βγει μπροστά η ελπίδα. Πϊσω από την ερημία των δρόμων κάτι σαλεύει.» Για την ελπίδα θέλω να ρωτήσω. Πείτε μου, είμαι 74 ετών, γι΄αυτό ξεκίνησα με την ηλικία μου, θα δω την ελπίδα να βγαίνει μπροστά; Δεν με νοιάζει για μένα, για τα εγγόνια μου με νοιάζει.»

Στα λόγια, αυτά και άλλα πολλά, του ευγενούς συνομιλητή αντηχούσαν οι αρετές πολλών Ελλήνων του τρομερού εικοστού αιώνα. Το λιτοδίαιτο, η καρτερία, η αντοχή, η ιστορική συνείδηση, η δίψα της ζωής, η αγάπη της ζωής, η ευθύνη έναντι των επομένων γενεών, η επίγνωση της διαδοχής και της συνέχειας. Και η αναζήτηση της ψυχικής ύλης πάνω στην οποία οικοδομείται κοινός βίος· η ελπίδα.

Διαβεβαίωσα τον συνομιλητή μου (σαν να είχα τάχα μου το δικαίωμα και τη δυνατότητα…) ότι θα δει, θα δούμε, το ξεμύτισμα της ελπίδας. Λίγο αργότερα όμως σκεφτόμουν ότι όταν μιλάμε για την ελπίδα με τέτοια λαχτάρα, τόσο έντονα, τόσο εμφατικά, γι’ αυτό το κρυμμένο φωτάκι που θα σπαθίσει τον ζόφο, είναι γιατί λείπει η πίστη, γιατί ξεχειλίζει η απόγνωση. Η ελπίδα είναι πέραν του έλλογου, πέραν του υπολογίσιμου, πέρα ακόμη κι απ’ την πίστη. Η πίστη δομείται και θερμαίνει, παρέχει σκελετό και καύσιμο, ακόμη κι όταν απολήγει σε μορφές του μεσσιανικού, ακόμη κι όταν απολήγει σε φανατισμό.

Η ελπίδα είναι το έκτυπο της απελπισίας. Υπάρχει όσο και το αρνητικό της, και μόνο ταυτοχρόνως. Οταν έχεις χάσει τις έλλογες προϋποθέσεις και την πίστη, τότε απομένει η ελπίδα, η αναμονή του θαύματος, της ανατροπής. Είναι το κλισέ που μουρμουράμε σαν ξόρκι ενώπιον ερειπίων σεισμών: η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία.

Ο χριστιανισμός τις έβαλε αδελφές, θυγατέρες της Σοφίας: την Πίστη, την Ελπίδα, την Αγάπη. Μα δεν είναι ισοδύναμες. Ο Αγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, συγγραφέας της περίφημης Κλίμακος, αναλύοντας την ενάρετο τριάδα, για μεν την πίστη λέγει κατηγορηματικά: «Η μεν γαρ πάντα δύναται και ποιείν, και δημιουργείν» ― η πίστη μπορεί να κάνει τα πάντα. Για την ελπίδα είναι λιγότερο απόλυτος και πιο παρηγορητικός: «την δε έλεος Θεού περικυκλοί, και ακαταίσχυντον ποιεί» ― η ελπίδα περικυκλώνει τον άνθρωπο με το έλεος του Θεού και δεν καταισχύνει τον ελπίζοντα.

Ιδού όμως: ο Σιναΐτης περιγράφοντας τις ενέργειες της ελπίδας, σκιτσάρει τον προνεωτερικό άνθρωπο υπό την σκέπη της Θείας Πρόνοιας, αλλά ταυτοχρόνως μάς βάζει στον κόσμο της νεωτερικής ατομικότητας, της αξιοπρέπειας του προσώπου: η ελπίδα προστατεύει από την καταισχύνη, την ντροπή. Οπως ακριβώς ακούγεται στη Θεία Λειτουργία του Ιωάννη του Χρυσοστόμου: «Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά, και καλήν απολογία την επί του φοβερού βήματος του Χριστού αιτησώμεθα». Ο πόνος, η ντροπή, η αμάχη, αυτά ευχόμαστε πρώτα να μείνουν μακριά από τη ζωή, προτού καν φτάσουμε ενώπιον του τελικού κριτή, στα έσχατα του χρόνου.

Η ελπίδα, παρ’ όλους τους περιορισμούς της, είναι μια ουσία της ανθρωπινότητας, αυτή που προστατεύει από την καταισχύνη, την απαξίωση του ανθρώπου ενώπιον του εαυτού του και των άλλων, αυτή που αποτρέπει ή απαλύνει την εσωτερική πτώση, και αναζωπυρώνει την πίστη στον δημιουργικό εαυτό, που ανασύρει κρυμμένες δυνάμεις και περικυκλώνει σαν ασπίδα ελέους· ελέους Θεού και ελέους καθάρσεως της τραγωδίας.

alack_sinner_3

Υποκειμενικό πάντα το βλέμμα σαρώνει το αθηναϊκό κέντρο τις τελευταίες νύχτες του Αυγούστου, τις πρώτες Σεπτεμβρίου. Η πόλη είναι μουδιασμένη ακόμη, άδεια, σαν παρατημένη, ακόμη και τα φώτα φαίνονται λίγα, αδύναμα να φωτίσουν το αστικό κενό, το διαρκώς εκτεινόμενο. Τα καφέ και τα μπαρ ανοιγοκλείνουν διαδοχικά, λειτουργούν σαν μικροεστίες κίνησης, σποραδικά, προσωρινά, οι πιάτσες μετακινούνται, τίποτε όμως δεν μπορεί να ανασχέσει τη βουβή εντροπία που κυριεύει σιγά σιγά το ιστορικό κέντρο.

Στους ήσυχους σκοτεινούς δρόμους αφουγκράζεσαι κάτι να σιγοβράζει. Ισως ο φόβος να αναδεύεται στα σπλάχνα και να ξεδιπλώνεται, να αλλάζει θέση. Ισως να παίρνει τη θέση του η οργή. Ισως να προσπαθεί να βγει μπροστά η ελπίδα. Πϊσω από την ερημία των δρόμων κάτι σαλεύει.

Οταν φωτίζει η μέρα, διακρίνεις κάτι. Ενα χάσμα. Η κρίση αναδεικνύει κρυμμένες χαράδρες, και ανοίγει καινούργιες: ταξικές, πολιτικές, πολιτισμικές, ανθρωπολογικές. Οι αδύναμοι, οι πεπτωκότες, μένουν πίσω, άλλοτε φανερά, και το συχνότερο σιωπηλά: γέροντες αδυνατούν να πληρώσουν τους φόρους τους και να επιζήσουν με τα απομεινάρια σύνταξης, παιδιά που αδυνατύν να συνδράμουν τους γονείς τους, γονείς που δυσκολεύονται να στηρίξουν τα παιδιά τους. Η ταξική χαράδρα είναι η πιο βαθιά και η πιο αποτρόπαιη. Το περιλάλητο λίπος κάηκε, τόσο επιπολής που ήταν, και τώρα σιγοσβήνουν ζωές και αξιοπρέπειες, κοινωνικές αρθρώσεις.

Στη σιγαλιά της νύχτας έως όρθρου βαθέος, στους αθόρυβους πλην πυρακτωμένους δρόμους των δικτύων, ακούγεται υπόκωφη η οργή, η ματαίωση, κοχλάζουν βαριές κουβέντες, ορίζονται διαχωριστικές γραμμές. Ο,τι ελάνθανε μισοκεπασμένο από τη δάνεια ημιχλιδή τα χρόνια του 1990 και του 2000, ό,τι ψευδοενοποιούσε ο φενακισμός της ισχυράς Ελλάδος, τώρα προβάλλει γυμνό και γωνιώδες, τροχισμένο από την σπάνη και την ανάγκη, φλογισμένο από την ανισότητα. Η ανοχή περιορίζεται, ακόμη και η αδιαφορία, το «εντάξει μωρέ, και τι έγινε» τέλειωσε. Η ψευδοευφορία του λάιφστάιλ, ο εξισωτισμός της κατανάλωσης και του ομοιόμορφου στυλ, τελειώνουν με γδούπο και λυγμό. Κάθε κακομοίρης στη μοίρα του.

Και να, μέσα απ’ τα αποκαΐδια του παλιού κόσμου, ένα αναποδογύρισμα. Οι πρώην φλύαροι γελωτοποιοί του λάιφστάιλ, τα ρουλεμάν ολιγαρχών και φυλάρχων, οι παπαγάλοι τοπαρχών και κομματαρχών ξεμυτίζουν σαν αρχάγγελοι της νέας εποχής και της δίκαιης τιμωρίας, σαν τιμητές: κουνάνε το δάχτυλο στον τζίτζικα λαουτζίκο τον εκμαυλισμένο, τον μέγα συνυπεύθυνο, τον ένοχο αμέριμνο. Φταίει ο άρρωστος για την αρρώστια, ο φτωχός για τη φτώχεια. Επιασε. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα έπιασε· η γιγάντια επιχείρηση ενοχοποίησης και χειραγώγησης θυμικού και λογικού λειτούργησε. Θα ‘λεγες ότι εφαρμοζόταν μάνιουαλ κοινωνικής ψυχολογίας, με οδηγίες βήμα βήμα για τον έλεγχο των μαζών, για τη διάχυση και εμπέδωση ενός new speak και την πειθήνια συμμόρφωση των νεοπληβείων κατά την προσγείωση τους στις πίστες του κάτω κόσμου.

Το σοκ της κρίσης αμβλύνει τη μνήμη. Πολλοί απ’ όσους σήμερα καταριούνται τα λαμόγια, την ασωτία και την ανομία, τω καιρώ εκείνω, της ασωτίας και της γκλαμουριάς, ήσαν συναυτουργοί τους, ιεροφάντες, συνδαιτυμόνες και αυλικοί. Γλεντούσαν στα ίδια μαγαζιά, έπαιρναν δημόσιες θέσεις και κρυφά πέι-ρολ, συμμετείχαν και συναινούσαν. Χαχάνιζαν στα ράδια με μπιτάκια και ποζάριζαν στα γκλόσσυ εξώφυλλα. Ή σιωπούσαν.

Η φρενίτις του χρηματιστηρίου, ο παροξυσμός των εθνικών εργολάβων και των εθνικών προμηθευτών, η θρησκεία του real estate, η επέλαση των ξέκωλων, τα ώπα στα σκυλοβαρελάδικα, τυλίγονταν όλα με αποδοχή, θαυμασμό, συγκατάθεση, ανοχή. Ή ηχηρή σιωπή.

Speak, memory. Εζήσαμε τα χρόνια του ’70 και του ’80 των αρχομένων μετασχηματισμών, θυμόμαστε λόγια μεγάλα μ-λ και ιδεολαγνίες, αυθάδειες και αλαζονίες, κωλοπαιδισμούς. Διαπλεύσαμε ευδαίμονες και μελαγχολικοί μαζί τα χρόνια του ’90, την υπερδιαστολή του φαντασιακού και των προσδοκιών, τη γενικευμένη χυδαιότητα, την αλήθεια ως μια μόνο στιγμή του ψεύδους. Διαβάσαμε εντιτόριαλ και ακκισμούς, δημόσιες καταθέσεις, εζήσαμε στο πλάι και σε κρυμμένα κέντρα, ήμαστε εκεί, όλο τον καιρό, παντού.

Μερικοί, καμπόσοι, δεν σιώπησαν, ούτε το ’80 ούτε το ’90 ούτε το 2000. Και θυμούνται πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις. Ετσι, ώστε η μνήμη να λειτουργεί ανακουφιστικά και δημιουργικά, ηρεμιστικά και διασωστικά. Και αυστηρά και δίκαια «και φοβηθήσονται αι νήσοι από ημέρας πτώσεώς σου». Speak, memory.

 

Εικον.: Αlack Sinner, του Juan Munoz.

Ο τραγικός θάνατος του 19χρονου στο τρόλεϊ πυροδότησε μια αντιπαράθεση, η οποία δείχνει πολλά πράγματα και αποκρύπτει άλλα τόσα. Η απώλεια μιας ζωής, πολύ περισσότερο ενός παιδιού και υπό τέτοιες συνθήκες, είναι ικανή να παγώσει το αίμα κάθε ανθρώπου, ιδίως κάθε ανθρώπου που έχει παιδιά. Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν η μάνα και ο πατέρας, που έχασαν το παλικάρι τους για 1 ευρώ και 40 λεπτά. Αναλογίστηκα τη φρίκη και τον πόνο τους, και πάγωσα· ένιωσα τυχερός και ένοχος μαζί, που τα δικά μου παιδιά ζουν πλάι μου.

Αναλογίστηκα ότι ακόμη και υπό την επαχθέστερη πενία, η ζωή παραμένει το υπέρτατο αγαθό, μάλιστα συνυφασμένη με αξιοπρέπεια. Αυτή η αξιοπρέπεια αφαιρέθηκε πρώτα από το παλικάρι: Γυμνώθηκε η ζωή του, κι ύστερα θόλωσε ο κόσμος όλος.

Αναλογίστηκα ταυτόχρονα αν ο ελεγκτής είχε παιδί, ας πούμε έναν έφηβο γιο, εσωστρεφή ή ατίθασο, στα δεκαεννιά, που βγαίνει για βόλτα χωρίς χαρτζιλίκι. Τι θα ‘λεγε στον γιο του αν τον έπιανε να καπνίζει στο μπαλκόνι, ή να μπαίνει στο τρόλεϊ για δυο στάσεις χωρίς εισιτήριο; Πώς θα τον φρονημάτιζε για το πταίσμα; Θα τον χαστούκιζε ή θα τον απειλούσε; Στη δουλειά του θα έχει δει πολλά παράξενα, πτυχές ανθρώπινης αδυναμίας, ντροπής, ίσως πονηριάς, σίγουρα στιγμιαίες γυμνώσεις της ζωής. Θα ‘λεγε λοιπόν, ηρέμησε τώρα, δεν είναι και προς θάνατον, πάμε στο σταθμαρχείο και θα τα ξεκαθαρίσουμε, το πολύ να πληρώσεις 40 ευρώ πρόστιμο. Προσπαθώ να μπω στη θέση του ελεγκτή.

Την κακιά ώρα ακολούθησε ένα κακό σχόλιο. Η γυμνή ζωή χαρακτηρίστηκε τζαμπατζίδικη. Δεν ήταν ατυχής διατύπωση· οι συγγραφείς ξέρουν τι γράφουν ― ή δεν είναι συγγραφείς. Κι έτσι η ζωή των 19 χρόνων αφού γυμνώθηκε, χάθηκε μες στην επιτίμηση και την έριδα. Σκέφτομαι μόνο τους γονείς.

VISKADOURAKIS
Το βαρύ πυκνό καλοκαίρι του 2013, πολλοί άνθρωποι που συναντώ, πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους, μεταφέρουν την ίδια αίσθηση: ότι εκμετράται ο χρόνος της παρούσας κρίσης, ότι βαδίζουμε προς μια κορύφωση. Η κορύφωση έχει ποικίλες καταλήξεις, αναλόγως του συνομιλητή, πάντως όλες είναι δραματικές, οδυνηρές και λυτρωτικές συνάμα.

Τριάμισι χρόνια μετά την κατάπληκτη ομολογία πτώχευσης, τριάμισι χρόνια αλεπάλληλων θυσιών των Ελλήνων της μείζονος πλειοψηφίας και αλλεπάλληλων σφαλμάτων και σφαγών, τριάμισι χρόνια συνεχούς καταβύθισης. Δεν πάει άλλο. Ας γίνει κάτι ριζικό, ας είναι επώδυνο, αρκεί να μη συνεχιστεί αυτή η βύθιση, άλλωστε δεν έχουμε πια και πολλά να χάσουμε. Το λένει άνθρωποι υψηλής μορφώσεως, νοικοκύρηδες έως πρόσφατα, που τώρα αγκομαχάνε να τα βγάλουν πέρα, γονατισμένοι από φόρους, περικοπές μισθών, εξανεμισμένα εισοδήματα, με άνεργους συζύγους και παιδιά, με δάνεια και με σχολάζοντα κληρονομικά ακίνητα που κουβαλάνε φόρους και χαράτσια.

Τρία και πλέον χρόνια από το ιστορικό διάγγελμα του Καστελόριζου, όταν και επισήμως έμαθαν ότι η εθνική κυριαρχία αναστέλλεται επ’ αόριστον, οι αμέριμνοι νοικοκύρηδες της απέραντης μεσαίας τάξης έχουν μάθει εν τω μεταξύ ότι η κρατική χρεοκοπία συνεπιφέρει συρρίκνωση της λαϊκής κυριαρχίας, ιδιωτική πενία, κοινωνική υποβάθμιση έως πληβειοποίησης, πολιτική αστάθεια. Οι περισσότερες σταθερές του βίου γκρεμίστηκαν, για όλους. Για πολλούς, ο βίος εξέπεσε σε γυμνή ζωή, σε γυμνή επιβίωση. Γι’ αυτούς τους πολλούς δεν υπάρχει πια τίποτε να χάσουν, ούτε να φοβηθούν. Αυτή είναι η κορύφωση, η ρήξη, που την αφουγκράζονται να έρχεται πολλοί Ελληνες τούτο το καλοκαίρι.

Αυτοί οι άνθρωποι, οι ήδη χαμένοι, όσοι ακόμη χάνουν, και κυρίως όσοι ακόμη σκέφτονται και αισθάνονται, παρά τα αλλεπάλληλα κύματα ενοχοποίησης, σύγχυσης και προπαγάνδας, αυτοί οι άνθρωποι είναι σε θέση ακόμη να αρθούν υπεράνω της οργής και του μίσους του ανήμπορου ηττημένου, και να πάρουν τις ζωές τους στα χέρια τους. Φρονώ ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι πολλοί. Και είναι το πολυτιμότερο κοίτασμα της ελληνικής γης. Αλλά είναι ασύνδετοι, σκόρπιοι, σαστισμένοι, δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, δεν μοιράζονται μια κοινή εικόνα εαυτού και ένα κοινό σχέδιο πορείας. Πορεύονται μόνοι στα τυφλά.

Η χώρα πορεύεται αφεύκτως, βρίσκεται ήδη, σε μια οικονομία πολέμου, χωρίς τον συμβατικό πόλεμο. Είναι ήδη εμπλεγμένη στον πρώτο γεωοικονομικό πόλεμο του 21ου αιώνα, και στο εγγύς μέλλον θα τον δούμε εναργέστερα. Οπως σε κάθε πόλεμο, την πρωταρχική σημασία την έχει το φρόνημα του εμπλεκομένου και το τι καλείται να υπερασπιστεί, δηλαδή το τί είναι, τι θεωρεί ότι είναι. Ακριβώς αυτό έχει κλονιστεί πρώτο, με το ξέσπασμα της κρίσης: η ταυτότητα. Ποιοι είμαστε, ποιοι ήμασταν, ποιοι καλούμαστε να είμαστε. Πώς βλέπουμε τώρα τους εαυτούς μας, μετά τα χαστούκια, τις ήττες και τους εξευτελισμούς. Αντέχουμε; Αυτό συζητείται εντόνως, όλα αυτά τα τριάμισι χρόνια του Γολγοθά, και αυτό αιωρείται ακόμη αναπάντητο στην κορύφωση του δράματος. Είναι η περιλάλητη «αφήγηση», το όραμα, το σχέδιο, η απόφαση και η πράξη της αναγέννησης.

Τολμώ να υποστηρίξω ότι η κοινή αφήγηση, τέλος πάντων η αφήγηση που θα χωράει πολλούς, όχι όλους, αλλά πολλούς, δεν θα προκύψει πρώτη αυτή και μετά η δράση. Δεν θα σχηματισθεί ακεραία και πλήρης, και κατόπιν θα σπεύσουμε προς εφαρμογήν της. Αντιθέτως, η αφήγηση θα ξεκινήσει σαν δράση και λόγος μαζί, και θα εκκινήσει μερική, αποσπασματική, επείγουσα, από πολλές πηγές συμβάλλουσα σε ρυάκια και κοινά ποτάμια· και θα σχηματίζεται βαθμιαία, αλλάζοντας και αυξάνοντας δυναμικά διαρκώς σύμφωνα με τις ανάγκες των ανθρώπων, των δρώντων σκεπτόμενων υποκειμένων. Θα αναδύεται μια νέα γενική διάνοια.

Είμαστε τα πιο προχωρημένα θύματα μιας κρίσης διπλής, εσωτερικής και εξωτερικής. Αυτή η πρωτοπορία είναι πλεονέκτημα και κατάρα μαζί: μας επιτρέπει να πειραματιστούμε και να καινοτομήσουμε στην επίλυση της δικής μας κρίσης, αφενός· να δούμε πώς μπορούμε να σώσουμε τη χώρα και τους εαυτούς μας. Αφετέρου, η έκβαση της δικής καινοτομίας-σωτηρίας εξαρτάται εν πολλοίς από το διεθνές περιβάλλον. Συγκεκριμένα: Δεν μπορούμε πια να περιμένουμε να μας σώσει η Ευρώπη, αλλά και δεν μπορούμε να σωθούμε αγνοοώντας παντελώς τι συμβαίνει στην Ευρώπη. Ολα θα κρίνονται διαρκώς πάνω στην κόψη του καιρού και στο ζύγισμα οφέλους-ζημίας. Η επίκληση μιας ιδεατής Ευρώπης που είναι μοναδικός προορισμός, ακόμη κι αν έχουμε μετατραπεί σε προτεκτοράτο εξαθλιωμένων νεοπληβείων, εκτός από σφαλερή είναι και δόλια και επικίνδυνη. Το ίδιο σφαλερή και επικίνδυνη μπορεί να είναι η άκριτη αποδοχή ενός δρόμου που οδηγεί σε ευθεία σύγκρουση με την Ευρώπη ή τέλος πάντων με τις ηγεμονεύουσες δυνάμεις της, κυρίως τη Γερμανία. Σε κάθε περίπτωση, η μονοσήμαντα ραγιάδικη ή η τρελοαντάρτικη στάση, με ιδιοτέλεια ή ιδεοληψία, είναι ολέθριες αμφότερες.

Επιστρέφουμε στην ταυτότητα· όχι ουσιοκρατικά, αλλά δυναμικά. Δεν θα αποφασίσουμε τώρα ποιοι ακριβώς είμαστε εφεξής και τι θα παραδώσουμε στα παιδιά μας. Αυτό διαμορφώνεται διαρκώς στο άμεσο μέλλον. Αλλά για να επιζήσουμε σε συνθήκες οικονομίας πολέμου, πρέπει να συμφωνούμε σε κάποιο ελάχιστο κοινό παρονομαστή. Ας είναι τα πιο πρακτικά, τα πρώτα: μια νέα σχέση του επανιδρυμένου κράτους με την εργασία και τη νέα επιχειρηματικότητα, τη μικροαμεσαία κυρίως, τη ραχοκοκκαλιά της εγχώριας οικονομίας. Η ενδυνάμωση της κοινωνικής αλληλεγγύης, που τόσο θαυμαστά και απρόσμενα βλάστησε στους δύσκολους καιρούς. Επιστροφή στη γη και στις τέχνες υπό νέους όρους. Και ταυτοχρόνως, υποκάτω: Αποδοχή και ανανέωση της παράδοσης. Σύνδεση με τη διασπορά. Σύνθεση του πατριωτικού αισθήματος με την οικουμενική εξακτίνωση. Τέτοια.

«Η μεταπολίτευση δεν έχει και τόσο καλή φήμη στις μέρες μας. Διανοούμενοι όλων των αποχρώσεων τη στηλιτεύουν, αναγνωρίζοντάς την ως πηγή των κακοκδαιμονιών που τυραννούν εδώ και πολύ καιρό, κι ακόμη περισσότερο σήμερα, τη χώρα: από την ισοπέδωση κριτηρίων και αξιών στην παιδεία μέχρι τη διάδοση μιας ξύλινης γλώσσας στα δημόσι απράγματα, κι από την κατάχρηση συνδικαλιστικών και πολιτικών διεκδικήσεων μέχρι τη δημοσιονομική κατάρρευση και την κρίση χρέους».

Περιγράφει ο Κώστας Λιβιεράτος, κατ’ εξοχήν τέκνο της περιόδου, οξυδερκής και εμβριθής μελετητής της «πολιτισμικής» μεταπολίτευσης είτε γράφοντας αυτόνομα είτε αναλύοντας το έργο του φίλου του Χρήστου Βακαλόπουλου. Ο Βακαλόπουλος άλλωστε, μοναδικός παρατηρητής του καιρού του, καμιά εικοσαριά χρόνια νωρίτερα, είχε μιλήσει για «αυτή την παρεξήγηση που ονομάστηκε μεταπολίτευση».

Στο εκτενές μελέτημά του «Ο Χρ. Βακαλόπουλος και οι χαμένοι δρόμοι της μεταπολίτευσης», στο τελευταίο τεύχος της Νέας Εστίας, ο Λιβιεράτος τοποθετεί με ευαισθησία την όλη συζήτηση περί τέλους της μεταπολίτευσης πέραν της αυτομαστίγωσης και της στερεοτυπικής καθολικής ευθύνης. Σαν ακάματος ανασκαφέας των συλλογικών αναπαραστάσεων και των συλλογικών πρακτικών, των καθημερινών σπαραγμάτων του λαϊκού πολιτισμού και της διάσπαρτης ποπ, σαν άγρυπνος ακροατής των υπόγειων ρευμάτων της παράδοσης και της ιστορίας, ο Κ.Λ. βγαίνει τολμηρά υπεράνω της νοσταλγίας για το ροκ συγκρότημα της εφηβείας μας που διαλύθηκε, αλλά και υπεράνω της άγονης καταστροφολογίας.

Προεκτείνω τις σκέψεις του Κ.Λ., συνοδοιπόρου απ’ τα χρόνια του ’80, μέσα στο δραματικό παρόν: Η αθωότητα και η σωματική βίωση του χρόνου τέλειωσε πράγματι πολύ πριν από τη χρεοκοπία. Από τη δεκαετία του ’90 ζούμε διαρκώς αποκολλώμενοι από τη σωματικότητα και την παράδοση, διαρκώς εμβαπτιζόμενοι στη φενάκη και την απληστία, ανιστορικοί και λιμασμένοι. Χωρίς να γινόμαστε περισσότερο ηδονικοί· μάλλον, ματαιόσπουδοι θηρευτές της ατομικότητας και της υλικής πλησμονής. Χάνοντας στο δρόμο την κριτική ματιά, τη ζυγισμένη αποτίμηση, την αποσυμπιεστική ειρωνεία, την αίσθηση της φθαρτότητας. Χάνοντας τη γνώση της παράδοσης και την έγνοια για ανανέωσή της, δηλαδή, όλα όσα με κόπο και ενόραση αποτόλμησαν οι πνευματικοί προπάτορες, από τον ρομαντικό 19ο αιώνα ίσαμε τη γενιά του ’30 και τα φανερώματα του νέου λαϊκού πολιτισμού το ’60.

Ο σημίτειος εκσυγχρονισμός, ας πούμε, ένας βαλκάνιος μπλερισμός, διακηρύχθηκε σαν σπάσιμο των δεσμών με το παρελθόν της μίζερης Ελλάδας, σαν άλμα στο λαμπρό μέλλον των αγορών. Το άλμα συντελέσθηκε πράγματι, πάνω από στάδια, εργολαβίες και ιερά δισκοπότηρα χρηματιστηρίου και ευρώ· όταν πέσαμε όμως δεν υπήρχε ούτε στρώμα ούτε χώμα. Υπήρχαν τα καρφιά της ματαίωσης. Χωρίς καταγωγικό ίχνος, δίχως τη χαρά του μικρού και του τοπικού, χωρίς έγκαιρο ενοφθαλμισμό του παγκόσμιου στο μικρό μας σώμα, όταν έσπασε η πολυετής φούσκα βυθιστήκαμε διαδοχικά στην κατάπληξη, την οργή, την αυτοϋποτίμηση, τον φόβο, το μίσος. Οι πληγωμένοι και εμβρόντητοι, οι έντρομοι, αποτινάσσουν το βάρος μισώντας κάθε τι πέρα από τον πυρήνα του φόβου τους: τον διπλανό του, τον άλλο, τα ίδια τους τα σωθικά.

Ακόμη και μια ιστορική περίοδος, μια άυλη υπόσταση ποικίλως οριζομένη, όπως η μεταπολίτευση, συγκεντρώνει την καταλαλιά και το μίσος. Αν όμως ακούσουμε προσεκτικά ποιοι φωνάζουν, θα αντιληφθούμε ότι οι περισσότεροι ποτέ άλλοτε δεν φώναξαν, δεν μίλησαν, δεν άσκησαν κριτική, κατά το μακάριο παρελθόν. Σαν τους μελετηρούς επί δικτατορίας, τότε δεν ήξεραν τίποτε για το έγκλημα. Οι περισσότεροι σημερινοί τιμητές της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας, στα χρόνια της κραιπάλης εδόξαζαν λόγω και έργω τον κυνισμό του λάιφστάιλ, τον ατομικιστή άρπαγα, την αναδιανομή του Χρηματιστηρίου, τα ελληνάδικα, ανέχονταν τη διαφθορά, ήταν συγκαταβατικοί με τη γενικευμένη ξιππασιά. Οσοι, ολίγοι, μιλούσαν για την εν τω βάθει παρακμή και την πολιτισμική παράλυση, χαρακτηρίζονταν μίζεροι, κολλημένοι, μοραλίστ, γραφικοί.

Μα ακριβώς αυτοί οι κριτικοί και οι κολλημένοι, πικρότατα δικαιωμένοι τώρα, καλούνται πάλι να μιλήσουν ψύχραιμα για τα επιτεύγματα της μεταπολίτευσης και όχι μόνο για τις απώλειες και τις αμαρτίες. Μόνο όσοι διέκριναν ακόμη και μες στην ασυδοσία τα φανερώματα της ζωής και τους κόκκους αλήθειας, τολμούν να δουν το σημερινό ναυάγιο με όρους ιστορικούς και πνευματικούς, χωρίς αναθέματα και δαιμονολογία, χωρίς την εύκολη προσφυγή σε νεοφιλελεύθερους μονόδρομους ή εθνικοσοσιαλιστικά τσεκούρια.

Τα δημόσια γραπτά και τα δημόσια λόγια μένουν. Να τα αφήσουμε πίσω, ναι, οπωσδήποτε, αλλά να μη λησμονούμε.

kkmoiris

Οι Ελληνες κρατάνε την ανάσα τους. Αναπνέουν ήρεμα, υπόκωφα, κρατάνε δυνάμεις για το άδηλο απειλητικό φθινόπωρο, για τον σκοτεινό χειμώνα. Δυο-τρία μπάνια, ολιγοήμερα αγκυροβόλια σε χωριά και φίλους, τα παιδιά στις γιαγιάδες και στις κατασκηνώσεις, μπίρες στους λόφους, ακρόαση τζιτζικιών και παρατήρηση σελήνης.

Η φύση. Ο τόπος, σβησμένος τα περασμένα χρόνια, αυτονόητος και υποεκτιμημένος, ευτυχώς σπεύδει αρωγός: το ελληνικό καλοκαίρι αποκολλάται από τα ποιήματα των μυστών και προσγειώνεται στις ψυχές παρηγορητικό και επώδυνο. Διαυγές. Ενας φίλος συγγραφέας, o Θάνος, γύριζε νύχτα στα καταγωγικά καπνοχώραφα: «Θεωρητικά, αν μπορούσα, δεν θα γύριζα ποτέ ξανά εδώ. Όμως τόσο συκοφάντησα μέσα μου (και έξω μου) τον τόπο που γεννήθηκα, τόσο επιχειρηματολόγησα εναντίον του μέσα στα χρόνια, που στο τέλος άδειασα από λέξεις, σχεδόν βουβάθηκα. Τώρα πια επιστρέφω μόνο κάποια καλοκαίρια, σαν προσκύνημα περισσότερο παρά για διακοπές».

Εστρεψα το βλέμμα σε προσκύνημα κι είδα φωτοστεφή την Ακρόπολη, τον ναό του Ηφαίστου, το Αστεροσκοπείο, καμπαναριά, στα σκούρα εννοούντο ο Κεραμεικός κι η Αγορά, στο βάθος ο Υμηττός και τα όρη. Και παντού άνθρωποι.

Το καλοκαίρι είναι μια εποχή, δεν είναι διαρκής συνθήκη, είναι και υλικότητα εκτός από μεταφυσική. Μαζί με την παρηγοριά φέρνει και γνώση: μας κάνει να ξαναδούμε τον τόπο, τους ανθρώπους, ασυνάρτητα τοπία και αντινομίες, κακίες και λανθάνοντες θησαυρούς. Μας φέρνει στην επίνοια: ότι ο πλούτος που χάθηκε είναι πάντα μπροστά μας, και θα μας ξαναδοθεί εν ετέρα μορφή, με εργασία και σκέψη, με αλήθεια, με συμπόνια για τον ίδιο μας τον εαυτό.

Σιγαλά, χωρίς τη συνήθη αχαριστία, με μια αλλόκοτη θαυμαστή καρτερία, οι περισσότεροι Ελληνες διασχίζουν για λίγο τη χώρα, βαπτίζονται σε διάφανα νερά, βεγγερίζουν κάτω από πλατάνια και κληματαριές, με οίνο, ελαιόλαδο και οπώρες. Συγκλίνουν προς την κορύφωση του Δεκαπενταυγούστου, το Πάσχα του Καλοκαιριού. Αντλούν κουράγιο.

φωτ.: Κ.Κ. Μοίρης

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 998.337 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: