You are currently browsing the category archive for the ‘άστυ | urban’ category.

Τις νύχτες η Αθήνα είναι σιωπηλή και αργόσυρτη, σχεδόν ακίνητη. Οι πιάτσες ταξί φυτρώνουν παντού, μικρές κίτρινες αποικίες. Παρ’ όλ’ αυτά, κίνηση βουβή, αραιή. Η άνοιξη καταφέρνει να ζωηρέψει την πόλη μόνο πέριξ του Σαββάτου, και μόνο στις ορισμένες ζώνες διασκέδασης. Πολλά μπαρ φτάνουν τη happy hour με φτηνά ποτά έως τις 9 και 10, για να πείσουν την πελατεία να κεραστεί κάτι· οι νεότεροι ψωνίζουν μπίρες και κρασιά χύμα από το περίπτερο, τα πίνουν σε σκαλάκια και παγκάκια, σε αστικά ξέφωτα.

Στις λεωφόρους έχουν ελαττώσει τις περατζάδες ακόμη και οι κάγκουρες, η πολυπληθής πλην ανομοιογενής φυλή των λαϊκών που ιππηλατούν στην πόλη πάνω σε παπιά με κομμένες εξατμίσεις ή σε πειραγμένα αυτοκινητάκια φορτωμένα μπάσα, με σαμπγούφερ που πιάνουν όλο το πορτμπαγκάζ. Στις αντλίες παραγγέλνουν βενζίνη τρία ή πέντε ευρώ, όσο για μια βόλτα το σαββατόβραδο.

Στις κεντρικές συνοικίες, ακόμη και στα θεματικά πάρκα της διακσέδασης, Γκάζι και Ψυρρή, το χρώμα και η αύρα έχουν αλλάξει, τα αλλάζει ραγδαία η κρίση και η φτώχεια. Μια βαλκανίλα τα σκεπάζει όλα, ημιορατή ακόμη, σαν τούλινος μαδύας, που όμως επιμένει και εντείνεται, σταθερά.

Δεν εννοώ μόνο τα μικρομπακάλικα και τα πρόχειρα στέκια φαγητού με τις εξωτικές αλλόγλωσες επιγραφές, τα πακιστάνικα κουρεία, τα τηλεφωνικά-ιντερνετικά μαγαζάκια. Είναι κι αυτά ασφαλώς, ανεπτυγμένα σε διάρκεια σχεδόν μιας εικοσαετίας. Εννοώ περισσότερο μια υποχώρηση του επιδεικνυόμενου πλούτου δυτικού τύπου, στα αυτοκίνητα, στα ρούχα, στα αξεσουάρ, στον τρόπο που ξεχώριζαν οι πολίτες ευρωζώνης από τους τριτοκοσμικούς και τους ανατολικοευρωπαίους. Τα διακριτικά γνωρίσματα συγχέονται, διότι η αγοραστική δύναμη των ανέργων είναι παντού ίδια, μηδαμινή. Η βαλκανική αύρα, ίσως και ανατολικομεσογειακή, απλώνεται πολύχρωμη, μελαγχολική, με υποβόσκουσα επιθετικότητα, πλανάται πάνω σε ρημαγμένες βιτρίνες και φαλιρισμένα μαγαζιά, σε θορυβώδη γκράφιτι και μαρκαρίσματα, σε καφενεία ανάγκης με φωναχτές επιγραφές «καφές 1€», σε φούρνους που ξεφυτρώνουν διαρκώς, στα κλειστά περίπτερα και τις πολλαπλασιαζόμενες τυφλές ζώνες του κέντρου. Ιδίως μετά το δειλινό, όταν τα χρώματα ξεβάφουν και τα φώτα είναι λιγοστά.

Η πτώχευση επιτάχυνε δραματικά την κατάρρευση του παλαιού εμποροβιοτεχνικού κόσμου, ήδη κλονισμένου, που κρατιόταν με τα δόντια μέχρι τη σύνταξη. Η βίαιη αποχώρηση των γηρασμένων παραγωγικών θυλάκων άλλαξε αναλόγως βίαια την ψυχογεωγραφία του άστεος: ολόκληρες πιάτσες επαγγελματιών και εμπορίου εξατμίζονται. Τα δέρματα και η υποδηματοποιΐα απ’ του Ψυρρή, τα υφάσματα και τα ραφεία στο ιστορικό τρίγωνο Αιόλου, Σταδίου, Αθηνάς, τα είδη υγιεινής στην Γ’ Σεπτεμβρίου, τα βιβλιοπωλεία της Σόλωνος, τα αστικά εμπορικά της Σταδίου, ακόμη και τα σιδηρικά της οδού Αθηνάς αραιώνουν. Σε όλα τα κτίρια γραφείων του κέντρου, στην είσοδο, κολημμένες ανακοινώσεις: το ασανσέρ δεν λειτουργεί λόγω απλήρωτου λογαριασμού, η ΔΕΗ έκανε διακανονισμό, πληρώστε τα κοινόχρηστα. Αντιστέκονται η Βαρβάκειος και δυο-τρία πολυκαταστήματα. Παντού αλλού, όπου δεν χάσκουν άδειες βιτρίνες, φυτρώνουν καφενεία για άεργους και ευκαιριακά φτηνομάγαζα ― η επιχειρηματικότητα της ανάγκης.

Στα καφενεία, στα μπαρ, στους δρόμους: τα ντυσίματα άλλαξαν, τα ρούχα είναι παλιά, κι είναι φτηνά. Πληθαίνουν τα τατουάζ και τα πιρς, σημάδια ενός διάχυτου, άμορφου κύματος νεοτριμπαλισμού: αναζητείται ταυτότητα. Η πτώχευση ήταν απότομη, δεν έχουν επινοηθεί ακόμη τρόποι να αποτυπωθεί αισθητικά και συμπεριφοριολογικά η νέα συνθήκη. Μια υπαρκτή διέξοδος: η γενίκευση της καγκουριάς, του χύμα, του λαϊκού flâneur που περιφέρεται με τα ελάχιστα, με τσιγάρα ρεφενέ, χωρίς ή με σποραδικό μεροκάματο, με θρυμματισμένη ή διακοπείσα μόρφωση, και καταλαμβάνει ό,τι διατίθεται ακόμη δωρεάν: τον δημόσιο χώρο. Με θόρυβο εξατμίσεων ή σούπερ μπάσα, ο κάγκουρας μαρκάρει προσωρινές ζώνες, όπου για λίγο αισθάνεται κυρίαρχος ή ανεκτός.

Οι μηδενικές προσδοκίες, το άνυδρο μέλλον, ο αποκλεισμός, οδηγούν σε εσωστρέφεια, αυατοναφορικότητα, ατυπική οργάνωση ανά αγέλες, προσκόλληση σε υποκουλτούρες. Το στυλ του κάγκουρα, αισθητικά και ανθρωπολογικά, εκφράζει τη νέα φτωχογειτονιά, αυτή που έως πρόσφατα πίστευε ότι ήταν μικροπλούσια. Ο κάγκουρας ήταν φτωχός, τώρα είναι πληβείος· είχε λιγοστό μέλλον, τώρα δεν έχει καθόλου. Δεν χρειάζεται να μάθει τίποτε καινούργιο, έχει τους κώδικες, άλλωστε είναι εύκολοι και ρευστοί, του αρκούν για να αποικίσει το αστικό κενό. Είναι ήδη μια εκδοχή βίου, για πολλούς η μόνη.

video: DJ Mehdi – Signatune (via Sergios)

Estia1

estia

Το κλείσιμο του ιστορικού βιβλιοπωλείου της Εστίας, ύστερα από 130 χρόνια λειτουργίας στο αθηναϊκό κέντρο, σημαίνει κάτι περισσότερο από οικονομική κρίση και διαχειριστική αστοχία. Ασφαλώς, καμία επιχείρηση δεν είναι αιώνια, και τα προκύπτοντα κενά κάπως καλύπτονται πάντα. Αλλά με αφορμή την κηδεία σ’ ένα δρόμο ήδη γεμάτο από κηδειόχαρτα «ενοικιάζεται» και σκοτεινές βιτρίνες, αξίζει να αναλογισθούμε τι σηματοδοτεί η πρόσφατη απώλεια.

Τοπικά. Η Σόλωνος για πολλές δεκαετίες ήταν ένα μυθικό ποτάμι βιβλίων. Παρότι εκβάλλει από το Κολωνάκι των μπουτίκ, λίγες καθέτους πιο κάτω η μορφολογία του άλλαζε: παλαιοπωλεία, κορνιζάδικα, η τέχνη λοιπόν, κι αμέσως μετά η Εστία, ένα ξέφωτο, πριν απ’ τη Νομική. Εκεί άλλαζε όλο το ποτάμι: κατέβαζε πια βιβλία, φοιτητές, μαθητές φροντιστηρίων, καθηγητές, εκδότες, ποιητές και λογίους. Η Εστία, η Ενδοχώρα, η Νομική, τα παλαιοβιβλιοπωλεία, τα νομικά βιβλιοπωλεία, το Θεμέλιο, στην Ασκληπιού η Δωδώνη παλιά, η Πολιτεία τώρα, ο Γρηγόρης, ο Τολίδης, ο Λιβάνης, στην Ιπποκράτους Χρηστάκης, Παπαδήμας, Καρδαμίτσας, και ιδού το Χημείο, εδώ ο νεαρός-παλαιός Ναυτίλος, μπαίνουμε μαλακά στα Εξάρχεια· πιο χαμηλά η Πρωτοπορία και το Εναλλακτικό, και παντού μέσα στα Εξάρχεια εκδοτικοί οίκοι, τυπογραφεία, φροντιστήρια.

Ετσι ήταν. Οχι πια. Το κλείσιμο της Εστίας όχι μόνο στερεί την εναρκτήρια σηματοδότηση της Σόλωνος των γραμμάτων και των τεχνών, αλλά σημαίνει και το στέρεμα μιας απ΄τις τελευταίες πηγές του ποταμού. Πολύ πριν την πτώχευση, η Σόλωνος είχε φτωχύνει και αλλάξει· έκλειναν βιβλιοπωλεία και άνοιγαν φούρνοι και καφενεία. Οι φιλόδοξες υπεραγορές προσείλκυαν το βιβλιοαγοραστικό κοινό, το αποσπούσαν από τους παραδοσιακούς βιβλιοπώλες. Ο Ελευθερουδάκης υψώθηκε τεράστιος σαν Ντίσνεϊλαντ στην Πανεπιστημίου, έκανε φραντσάιζ και μοντερνιές, φέσωσε όλους τους εκδότες, κατέστρεψε οικονομικά τον σπιτονοικοκύρη του, το Ιδρυμα Μιχελή, και συνεχίζει εν φθορά φεσώνοντας την Αθηναϊκή Λέσχη στην οδό Αμερικής.

Τι άλλο σημαίνει η νεκρή Εστία; Οτι η αστική τάξη των Αθηνών δεν μπορεί να συντηρήσει ούτε ένα βιβλιοπωλείο. Ουτε σαν στέκι ούτε σαν πηγή ενημέρωσης ούτε σαν εστία γνώσης και καλλιέργειας. Ισως επειδή δεν υπάρχει αστική τάξη, που να διαβάζει και να αναζητεί τέτοιο στέκι. Ή επειδή η νέα ανώτερη τάξη, η οικονομικά και πολιτικά κυρίαρχη, δεν χρειάζεται βιβλιοπωλείο στέκι και σημείο αναφοράς, δεν χρειάζεται ιστορικό κέντρο, δεν χρειάζεται φιλολογικά και πολιτικά καφενεία, δεν χρειάζεται δισκάδικο Pop 11, διάλογο, τριβή, ανταλλαγές. Δεν χρειάζεται το κομψό ουζερί Ορφανίδη: στη θέση του βάζει ένα κοσμηματοπωλείο. Δεν χρειάζεται Απότσο, Μπραζίλ και Μπραζίλιαν με ωδές ποιητών. Δεν χρειάζεται τον Μιχάλη Κατσαρό, τον Δημήτρη Χριστοδούλου και την Ελένη Βακαλό στα καφέ, ούτε τους Χατζιδάκι-Γκάτσο στου Ζόναρς. Η νέα ανώτερη τάξη εκπροσωπείται από τον εκάστοτε Μάκαρο στα καφέ της πλατείας, και από εγχώριους χρυσοκάνθαρους στα τέννις κλαμπ των Βορείων Προαστίων· οι μορφωτικές της ανάγκες ικανοποιούνται με γκλόσυ περιοδικά, ποπ κορν, μωλ και μούλτιπλεξ.

Η ερήμωση του ιστορικού κέντρου από αστικά τοπόσημα συμβαδίζει με την ανθρωπολογική και ταξική αναδιάρθρωση των Αθηνών. Οι έχοντες πλούτο και ισχύ όχι μόνο αποσύρονται από το κέντρο, αλλά αποσύρονται και από το αστικό έθος· δεν χρειάζονται, δεν εκτιμούν και δεν ανέχονται να έχουν βιβλιοπώλη τον Μιχάλη Γκανά και δισκοπώλη τον Τάσο Φαληρέα.

Τα ελάχιστα εναπομείνατα στέκια συντηρούνται από τη μεσαία τάξη της μεταπολίτευσης: δεν είναι πλούσιοι, είναι μικροαστικής καταγωγής ως επί το πλείστον, αλλά τρέφονται ακόμη με συζήτηση και ποικίλα μορφωτικά αγαθά. Το Φίλιον-Ντόλτσε, λ.χ.: το τελευταίο ανοιχτό, δημοκρατικό καφενείο του κέντρου που είναι στέκι, προσελκύει ετερόκλητο πλήθος διανοουμένων, καλλιτεχνών, πολιτικών, μηντιακών, περιοίκων, ντεμπυτάντ, τεθλιμμένων συγγενών από μνημόσυνα του Αγίου Διονυσίου, κυριών με τσάντες από ψώνια. Το Φίλιον είναι το άνω όριο των ριζοσπαστικών-πληβειακών Εξαρχείων, καθώς προεκτείνονται προς το συντηρητικό-αστικό Κολωνάκι· ορίζει τον μεταπολιτευτικό άξονα, που ξεκινά από το κλασικό καφέ Φλοράλ της Μπλε Πολυκατοικίας και περατούται στα μισά της Σκουφά. Ενδιαμέσως θάλλουν πολλά μαγαζιά, αλλά ελάχιστα μπορούν να χαρακτηριστούν στέκια. Τα περισότερα αντέχουν όσο η μόδα τους.

Η Εστία, όπως ακριβώς το Φίλιον ακόμη τώρα, σήμαινε τη δυναμική διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο Κολωνάκι της εξουσίας και τα Εξάρχεια της διανόησης. Αυτή η σχέση ερειπώνεται, όλα πάνε αλλού.

Η Αθήνα ευωδιάζει άνθη νερατζιάς. Η σκυθρωπή πόλη δωρίζει απλόχερα το πιο εκλεκτό άρωμα της Μεσογείου: νερολί. Γλυκό, μεθυστικό, και ταυτόχρονα λεπτό, μοναδικό. Οι φουντωτές νερατζούλες των γκρίζων πεζοδρομίων σκορπάνε λευκά άνθη σε καπώ και παρμπρίζ, πάνω σε σέλες μοτοσυκλετών, σε φαγωμένα ρείθρα από μάρμαρο πεντελικό στη Ναυαρίνου, σκορπάνε αιθέριο έλαιο που θεραπεύει την ένταση και το άγχος, που διασκεδάζει τον φόβο και την απαισιοδοξία, καταυγάζει τα πρόσωπα και διώχνει τις ρυτίδες.

Η παλέτα: βαθύ πράσινο του φυλλώματος, λευκό των ανθέων και των μπουμπουκιών, λαμπρό πορτοκαλί των πικρών καρπών. Υπό τη σκέπη γλαυκού ουρανού, με ελαφρά ψύχρα το πρωί και ήλιο που ξεπλένει κρίματα. Η Αθήνα δίδεται σε όποιον έχει τις αισθήσεις ανοιχτές.

Ενα ρίγος καθώς διελαύνεις το κέντρο: η ομορφιά της αιθρίας, το άρωμα της ανοίξεως, χύνονται σαν βάλσαμο στην αδυνατισμένη πόλη, στο κουρασμένο σώμα σου. Είναι αρκετά; Είναι ικανά να δυναμώσουν και να γιατρέψουν;

Ιπποκράτους, Σοφοκλέους, Ευριπίδου, Αθηνάς, Ερμού, Αγιοι Ασώματοι. Το φως, οι νερατζιές… Μπορούν; Ναι, μπορούν, να δυναμώσουν την όραση, να αλλάξουν την προοπτική, ώστε να δούμε τη δυσχέρεια σε ένα ιστορικό συνεχές. Ακούγεται παράδοξο, ίσως και παράλογο, ακούγεται σαν γλυκερός λυρισμός, σαν στερεοτυπική υποδοχή ανοίξεως, μοιρολατρική υποταγή στα τετελεσμένα, μια στιγμή μέθης απ’ το νερολί. Ισως.

Ισως να την αποζητούν αυτή την παρηγοριά το κουρασμένο σώμα κι ο φοβισμένος νους, γιατί την έχουν ανάγκη, μα σίγουρα δεν την επινοούν: τα αρώματα, το φως, ο βόμβος είναι εδώ, γύρω μας, παντού, είναι ύλη, έχουν υπόσταση και σώμα, είναι η ουσία της ζωής. Ιδού: καθώς αφήνεσαι, καθώς οι ύλες τυλίγουν το σώμα και εισχωρούν στον νου, η πόλη φανερώνει τις ιστορικές της ραφές: κάθε δρόμος, ναΐσκος και μνημείο περιέχεται σε ποιήματα, τραγούδια και διηγήσεις, μαζί με ανθρώπους που υπήρξαν εδώ και τραγούδησαν στον καιρό τους τον πόνο και το θαύμα. Να, εδώ που στέκεσαι στο πρωινό Θησείο είναι ο τόπος που έπαιξε ο δερβίσης το νάι το γλυκύ το πράον, νιώθεις ήδη τον ίσκιο του Παπαδιαμάντη, και μερικούς δρόμους παραπάνω ακούς θροΐσματα από τους ίσκιους του Ξενόπουλου, του Μητσάκη, του Ροΐδη. Ολοι εδώ γυρνούν, αιώνια επιστρέφουν, κι εσύ μαζί, μαζί με νυσταγμένους μαγαζάτορες, διαβάτες που κοντοστέκονται με ένα κύπελλο καφέ, σαστισμένοι από τη φωτοχυσία και τα άνθη νερατζιάς που αναβλύζουν απ’ τα βάθη, από παντού και πάντα. Επιφάνεια.

Ενα άρωμα, ένα χρώμα, και μια ριπή ανέμου. Σε μια στιγμή σου φανερώνεται το παν.

lathos

Το προπερασμένο Σάββατο συμμετείχα σε μια ωραία εκδήλωση με θέμα «Ποίηση και πραγματικότητα», οργανωμένη από τον Κύκλο Ποιητών στο αναγνωστήριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Μεσημέρι μιας δραστήριας μέρας, προορισμένης για εξωτερικές δουλειές και βόλτα, με δοξαστική λιακάδα άνοιξης αττικής, σε μια από τις ωραιότερες αίθουσες των Αθηνών, περιστοιχισμένοι από μνημεία πολιτισμού, οι Ελληνες της κρίσης συγκεντρώθηκαν για να ακούσουν ομιλίες και απαγγελίες ποιημάτων. Ηταν μια εμπειρία εγκαρδιωτική. Εμπειρία αισθητική κατ’ αρχάς, αλλά και πνευματική και ψυχική: η ποίηση δρα παρηγορητικά και εξυψωτικά. Δεν σε αλλάζει, αλλά τουλάχιστον σε βοηθά να αντέχεις· να ξαναπιάνεις το νήμα της μεγάλης παράδοσης, να βλέπεις για λίγο τον κόσμο μέσα απ’ τις στοχαστικές προσαρμογές των ποιητών, να βρίσκεις τον λυρισμό κρυμμένο μες στην καθημερινή ζωή.

Προτού μπεις όμως στη μεγαλοπρεπή αίθουσα με τον γυάλινο ουρανό, πρέπει να περάσεις μέσα από τα φίλτρα της πραγματικότητας. Στο εκτυφλωτικό ηλιόφως του Μαρτίου, στην καρδιά της πόλης, η πραγματικότητα έδειχνε τα δόντια της στο κατώφλι ήδη της Βιβλιοθήκης: στις σκιερές παρυφές της ελικοειδούς μαρμάρινης κλίμακας οι τοξικοεξαρτημένοι δοκίμαζαν τις δικές τους εμπειρίες, τις δικές τους αποδράσεις. Υπό το φως της ημέρας. Υπό τα όμματα των ανερχομένων την κλίμακα προς την ποίηση. Υπό το άγρυπνο όμμα των Αφρικανών ντίλερ με τα κινητά στην οδό Ιπποκράτους.

Η πραγματικότητα έξω από τη Βιβλιοθήκη, προτού καν ανέβεις το υπερυψωμένο πεζοδρόμιο, δεν ήταν ούτε μία ούτε ομοούσια: ήταν αμέριμνη, ανυποψίαστη, σκυθρωπή, χαρωπή, βιαστική, σκεφτική, αφηρημένη, αναλόγως του τι πρόσωπα αντίκριζες. Οταν ανέβαινες όμως το πεζοδρόμιο και πλησίαζες τη μεγαλοπρεπή σκάλα, η πραγματικότητα σχιζόταν στα δύο: από τη μια, το δυστοπικό έξω, οι ανθρώπινες σκιές να αναζητούν φλέβα με τη βελόνα στο χέρι· από την άλλη, οι φιλομαθείς και φιλόκαλοι ανέβαιναν τη σκάλα και προσήρχοντο στο ευτοπικό μέσα, με την προσδοκία της ευφροσύνης. Σκοτάδι και φως. Οπου οι μεν αγνοούν τους δε: πράγματι, όσοι ανέβαιναν από τον άπω κλάδο της διπλής σκάλας, δεν αντιλαμβάνονταν απολύτως τίποτε απ’ όσα συνέβαιναν κάτω από τον εγγύς κλάδο, λίγα μέτρα πιο πέρα, στη σκιά. Ασύμπτωτοι κόσμοι.

Ακαριαία σκέφτηκα ότι, πριν καν μπω στη Βιβλιοθήκη, μου φανερωνόταν ο ένας από τους δύο θεματικούς όρους της εκδήλωσης, η πραγματικότητα, με τα πολλά της πρόσωπα. Και ταυτόχρονα ετίθετο σαν δυσεπίλυτο πρόβλημα η σχέση ανάμεσα στους δύο όρους: πώς συνυπάρχουν ποίηση και πραγματικότητα. Ή: πώς μιλάει η ποίηση γι’ αυτή την πραγματικότητα; Διαλέγει ο ποιητής για ποια πραγματικότητα να μιλήσει; Αραγε, υπάρχει κάποια πραγματικότητα πιο ποιητική, πιο συμβατή με την ποίηση; Ενα κουβάρι ερωτήματα και απορίες με τύλιξε και με μπέρδεψε, με απέσπασε από την αρχική πραγμάτευση του θέματος, παρότι θεωρούσα ότι κάπως τολμηρά είχα προσπαθήσει να το προσεγγίσω.

Δεν μπόρεσα να ενσωματώσω αυτή την αποκαλυπτική εμπειρία στην ομιλία μου. Το ανέφερα, αλλά μέχρις εκεί. Μίλησα για ό,τι θεωρώ ποιήματα στον καιρό μας, για δυο χειρονομίες, λεκτικές και οπτικές, που σφραγίζουν το αστικό τοπίο, σε σημεία κενά ή τυφλά: τα γκράφιτι «βασανίζομαι» και «λάθως». Τα θεωρώ από τα πιο δραστικά έργα τέχνης των τελευταίων χρόνων, πυκνές εκφράσεις της διάχυτης συλλογικής δυσθυμίας αλλά και εκφράσεις μιας φιλόσοφης στάσης, τα οποία παρά την όποια σημασιολογική αφετηρία τους καταλήγουν σε κάτι πολύ βαθύτερο και πλούσιο, κάτι που υπερβαίνει ενδεχομένως και τις προθέσεις του δημιουργού.

Οταν ξαναβγήκα στο ηλιόφως, οι τοξικομανείς είχαν χαθεί. Σκέφτηκα τότε ότι η ανάλυση των «βασανίζομαι» και «λάθως» ήταν φορμαλιστική, εκτός πεδίου. Μερικές μέρες αργότερα άλλαξα γνώμη: τα τρεμάμενα γκράφιτι εξέφραζαν επακριβώς την αντινομία και τους παράλληλους ασύμπτωτους κόσμους. Περιέγραφαν το «βασανίζομαι» αυτών των ανθρώπων, που ήρθαν και αποσύρθηκαν σαν σκιές. Περιέγραφαν και το «λάθως» της ζωής τους; Ποιος μπορεί να το πει; Πάντως, όσα βιώνουμε τα τελευταία χρόνια ανατρέπουν τις βεβαιότητες, τα δείχνουν όλα λάθως. Περιέγραφαν και τη δική μου βάσανο: Πόσο αβασάνιστα κρίνω αυτούς τους παρίες της δικής μου ορθής πραγματικότητας; Πόσο «λάθως» ήμουν άραγε μες στην αυταρέσκεια και την καλλιλογία της ποιήσεως, στην προστατευμένη αίθουσα με τα βιβλία; Και ούτω καθεξής.

Ολοι μας ζούμε την πραγματικότητα σαν βάσανο και σαν λάθως.

Η χθεσινή ημέρα ανέδειξε μερικά γεγονότα που από μόνα τους έχουν κάποια σημασία, αλλά συνδυαζόμενα αποκτούν πολλαπαλάσιο συμβολισμό. Ενα τέτοιο γεγονός είναι η «σκούπα» με στόχο τους εκατοντάδες τοξικομανείς που περιφέρονται στο κέντρο της Αθήνας. Η επιχείρηση, υπό την κωδική ονομασία «Θέτις», σχεδιάστηκε από το Εθνικό Κέντρο Επιχειρήσεων Υγείας, και εκτελέστηκε κατά τη διάρκεια της χθεσινής νύχτας από τη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής, σε συνεργασία με το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Λοιμωδών Νόσων. Σύμφωνα με ανακοίνωση της ΓΑΔΑ: «Αστυνομικές δυνάμεις, σε συνεργασία με υγειονομικές μονάδες του Υπουργείου Υγείας προέβησαν στη μεταφορά και παροχή πρωτοβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης σε τοξικοεξαρτώμενα άτομα… Από διάφορες περιοχές του κέντρου της Αθήνας μεταφέρθηκαν, στις εγκαταστάσεις της Ελληνικής Αστυνομίας στην Αμυγδαλέζα Αττικής, 132 άτομα, τα οποία έχρηζαν βοήθειας και υγειονομικής περίθαλψης… 76 ημεδαποί και 56 αλλοδαποί… Στις εγκαταστάσεις της Αμυγδαλέζας τους χορηγήθηκαν σάντουιτς, ζεστή σούπα και φιάλες νερού… Οι επιχειρήσεις αυτές θα συνεχιστούν με σκοπό την αντιμετώπιση των ναρκωτικών και την αναβάθμιση του κέντρου της Πρωτεύουσας».

Η επιχείρηση Θέτις γεννά εύλογα ερωτήματα. Ποιος και με ποιες διαδικασίες κρίνει ότι κάποιος πολίτης είναι ασθενής, επικίνδυνος για τον εαυτό του και για τη δημόσια υγεία, συλλαμβάνεται και τίθεται υπό περιορισμό; Με ποιο νομικό και ιατρικό πρωτόκολλο διεξάγεται η όλη επιχείρηση; Ποια είναι η υγειονομική περίθαλψη που τους παρέχεται σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, πέρα από σάντουιτς, σούπα και νερό; Και ωραία, κατεγράφησαν οι 132. Και επέστρεψαν πάλι στους ίδιους ζοφερούς δρόμους. Ποιο το όφελος;

Περιμένουμε κάποια ανακοίνωση για το σκεπτικό, τη μεθοδολογία και το μέλλον αυτής της επιχείρησης, από τους συναρμόδιους επιστημονικούς φορείς, πέρα από το επιχειρησιακό ανακοινωθέν της αστυνομίας. Οι φορείς απεξάρτησης πάντως (ΚΕΘΕΑ, και οι κοινότητες των Δημόσιων Ψυχιατρείων), που κατά τεκμήριο γνωρίζουν τι εστί θεραπεία τοξικομανούς, ιατρικά και ψυχολογικά, σε κοινή ανακοίνωσή τους κάνουν λόγο για «διαπόμπευση και στιγματισμό των εξαρτημένων ατόμων» και για «ενέργειες που παραβιάζουν τις διεθνείς συμβάσεις, το σύνταγμα και το νόμο».

Η όλη επιχείρηση θυμίζει την περίπτωση των οροθετικών γυναικών, στην πλειονότητά τους τοξικομανών, που παρουσιάστηκαν ως υπ’ αριθ. 1 δημόσιος κίνδυνος από τον τότε υπουργό υγείας Α. Λοβέρδο. Τι απέγινε το κέντρο έκτοτε; Καθάρισε από τα παράσιτα, έπεσε ο μέσος όρος ηπατίτιδας, φυματίωσης, HIV; Οποιος ζει και κινείται στο κέντρο μπορεί να διαβεβαιώσει ότι οι ντίλερ, οι προστάτες και οι συμμορίες αλωνίζουν στους δρόμους, ελέγχουν στέκια, ενίοτε πυροβολούν τους διεκδικητές της πιάτσας, καταμεσήμερο. Στις εσοχές και στις στοές κοιμούνται δεκάδες, εκατοντάδες άστεγοι. Τα φαντάσματα της πρέζας περιφέρονται αενάως από γωνιά σε γωνιά.

Ελλοχεύει ένας μεγάλος κίνδυνος: Ανθρωποι να βαφτίζονται παράσιτα, και να αντιπετωπίζονται σαν τέτοια, εκτός νομικού και ιατρικού πολιτισμού. Η αναβάθμιση της πόλης δεν μπορεί να γίνει με σύλληψη, εκτοπισμό και εγκατάλειψη. Το υπαρκτό πρόβλημα απλώς θα ανακυκλώνεται. Ας περιμένουμε ωστόσο μια υπεύθυνη απάντηση από τους επικεφαλής του ΕΚΕΠΥ και του ΚΕΕΛΠΝΟ.

foto-laxanika-plateia-vathi

Οι εικόνες της Ελλάδας που κυκλοφορούν ανά την υφήλιο μέσω των ειδησεογραφικών πρακτορείων παρουσιάζουν μια χώρα κι ένα λαό σε ανθρωπιστική κρίση. Ενα λαό που εκλιπαρεί για ένα μπρόκολο και μια σακούλα πορτοκάλια στο κέντρο της πρωτεύουσας. Μια χώρα όπου ως μόνη παραγωγική δραστηριότητα παρουσιάζεται η συλλογή μεταλλικών απορριμμάτων από Ασιάτες πλανόδιους.

Δεν είναι η αλήθεια. Και δεν είναι ψέμα. Τι είναι, λοιπόν; Είναι όψεις της Ελλάδας, δεν είναι η Ελλάδα. Είναι μια συμβατική αποτύπωση, ένα υποκειμενικό μοντάζ, ένα πανόραμα συντεθειμένο από μερικότητες, το οποίο, ωστόσο, δεν είναι καθολικό. Η συμπαράθεση, η στατική συσσώρευση των μερών, δεν συνθέτει το δυναμικό όλον.

Ως δημοσιογράφοι, γνωρίζουμε ότι η ελκυστικότερη εικόνα πάντα, αλλά συχνά και η ελκυστικότερη αφήγηση, είναι αυτή που παράγει δράμα, συγκίνηση, που ερεθίζει το συναίσθημα, που προκαλεί εύκολες ερμηνείες και συνειρμούς: χέρια υψωμένα προς τα τρόφιμα – συνωστισμός – πείνα – Ελλάδα του χρέους – ανθρωπιστική κρίση. Η μιντιόσφαιρα απαιτεί διαρκώς τέτοιες ομιλούσες, μονοσήμαντες εικόνες· και ρεπορτάζ ή και αναλύσεις ακόμη, που εστιάζουν στο ανθρώπινο δράμα, στην προσωπική μεμονωμένη ιστορία, όχι στη γενικότερη εικόνα και στις πολλές όψεις της ζωής.

Οι Ελληνες δεν ποδοπατούνται για ένα μπρόκολο. Ομως, τα υψωμένα χέρια προς τα μπρόκολα στην πλατεία Βάθη υπήρξαν· δεν τα επινόησε ο φωτογράφος που τα φωτογράφιζε ούτε ο αγροτοπαραγωγός που τα μοίραζε. Και υψώθηκαν από ανάγκη, από την υπαρκτή ένδεια, από φόβο ενώπιον του σκοτεινού μέλλοντος, από το αλαφιασμένο ένστικτο αυτοσυντήρησης του ανθρώπου της μητρόπολης και από την άπληστη διάθεση του ανθρώπου που συμπεριφέρεται ως μόριο του όχλου.

Ας μην απαρνηθούμε τις εικόνες, ας μην τις υπερερμηνεύσουμε. Ας τις δούμε, όμως, σαν οιωνό για επερχόμενα και σαν ορόσημο: πού βρίσκεται το όριο θραύσεως της αντοχής, της αξιοπρέπειας, της έλλογης συμπεριφοράς. Τα υψωμένα χέρια δείχνουν ότι πλησιάζουμε επικίνδυνα αυτό το όριο.

paul-celan

Δύο Φιλιππινέζες ανεβαίνουν τα σκαλιά του Αγίου Διονυσίου. Είναι προπαραμονή Πρωτοχρονιάς και ψιλοβρέχει. Στην εσοχή της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας ένας άνθρωπος ισχνός έχει κρύψει το πρόσωπό του ανάμεσα στα γόνατα. Στα πόδια του στέκεται ένα άδειο κύπελλο. Λίγο πιο πάνω, ένας παρόμοιος δεν έχει κρύψει το πρόσωπό του, το βλέμμα του είναι καρφωμένο σε μια ζελατίνα χάμω, με φωτογραφίες δύο παιδιών, ο τίτλος λέει «είμαι νηστικός, έχω παιδιά». Παραδίπλα, στην περίτεχνη αυλόθυρα της οικίας Σλίμαν, κόσμος μπαινοβγαίνει βιαστικά από το μπαζάρ του Νομισματικού Μουσείου. Στον γαλλικό φούρνο-καφέ οι προθήκες είναι στολισμένες με γκαλέτ ντυ ρουά, μπριός, κις, τάρτες. Είναι ζεστά και ήρεμα, οι πωλήτριες μιλούν ευγενικά, ζευγάρια με ψώνια πίνουν ζεστή σοκολάτα. Η λεωφόρος κοντοστέκεται ολιγόχρωμη λίγο πριν ανάψουν τα φώτα.

Την παραμονή ξυπνάω από ηλεκτρικά κάλαντα με beat box, μία-δύο-τρεις-τέσσερις φορές απανωτά, ύστερα το καλαντο-αυτοκίνητο μαρσάρει και κυλάει στην κατηφόρα. Στα αθηναϊκά στέκια τηρούνται οι παραδόσεις αλκοόλ και συναντήσεων· με κασκόλ και τραγιάσκες στα πεζοδρόμια. Ευχές, φίλοι από παλιά, τσουγκρίσματα, περιλήψεις βίων και προσδοκίες για το μέλλον, ευχές για υγεία και τύχη. Τύχη: φέτος την επικαλούνται όλοι παντού.

Το βαρύ παρόν τρυπώνει διαρκώς απ’ τις χαραμάδες: Αποκρύψεις, παραποιήσεις, τα γκόλντεν μπόις που ξιππάζονται, η αδικία και η ανισότητα. Ο περσινός θυμός κατασταλάζει φέτος σε ψυχρή, πικρή επίγνωση· σε ψυχρό μίσος, έλλογο σχεδόν, για το ψέμα, την κοροϊδία, την εξαπάτηση. Και σε περιφρόνηση, ανάμικτη με απελπισία, για την εθελοδουλία. Το παρατεταμένο σοκ, αφού περέλυσε τις πρώτες αντιστάσεις, τώρα παρέρχεται, αλλά εν τω μεταξύ πολλοί έχουν πληγεί καίρια, δεν ελπίζουν καν ότι θα βρεθούν στην προτέρα κατάσταση.

Οι πιο ψυχωμένοι, παρά τα πλήγματα, προσαρμόζονται και συνεχίζουν την ζωή τους εν ετέρα ισορροπία· μέρα τη μέρα, δημιουργοί και εφευρέτες του βίου, ακουμπώντας σε οικογένεια, αγαπημένα πρόσωπα, φίλους. Σκέφτονται πιο βαθιά, ποιητικά, χωρίς ποτέ να χάνουν την επαφή με τη σκληρή πραγματικότητα. Ακούω έναν τέτοιο ψυχωμένο συνομήλικο, φίλο απ΄τα παλιά, κάτω απ’ το ουράνιο τόξο που στέφει τη σκυθρωπή Αθήνα και τη μεταμορφώνει. Η σκέψη του μεταμορφώνει και το δικό μου βλέμμα, φωτίζει το τούνελ του 2013, του πιο δύσκολου από τα δύσκολα χρόνια που σφράγισαν το δέρμα μας.

Στη βιαστική Σόλωνος ψιχαλίζει, στην Αλεξάνδρας όχι. Η φουρνάρισσα μαθαίνει ότι πάω για ένα τελευταίο τσούγκρισμα και κερνάει μια δεκάδα λαχταριστά κουλούρια και τέσσερις ελιόπιτες: «να τις ζεστάνετε λίγο, για το κρασί». Η παρέα ενθουσιάζεται, αναμίξ ηλικίες και γενεές, κρασιά τσουγκρίζουν με ξέχειλες μπίρες και βότκες, τελευταία νέα για μωρά και εφήβους. Ακόμη μια φορά παρατηρώ την εκλεπτυσμένη αισθητική της νεότερης γενιάς· δεν βλέπεις διαφορετικά πράγματα στα νεανικά μαγαζιά του Βίλατζ, του Μπρούκλιν, της Βαρκελώνης, το αθηναϊκό hippy chic έχει χαρακτήρα, ένταση, εύρος.

Αναρωτιέμαι: Πώς θα σταθούν όρθια αυτά τα παιδιά στα σκοτεινά χρόνια που έρχονται; Είναι στυλάτα, είναι και ανθεκτικά; Θα επινοήσουν νέους εαυτούς, θ’ αντέξουν, θα ανοίξουν παράπλευρους δρόμους. Ελπίζω μόνο να μη χάσουν τη γλώσσα, να μη φτωχύνουν μες στα κρεολικά αγγλικά, να ενσωματώσουν ποιήματα και τραγούδια στη φωνή τους. Οπως και να ‘χει, με εγκαρδιώνουν, αισθάνομαι ότι η ζωή κυλάει από γενιά σε γενιά, σαν το ουράνιο τόξο που ένωσε Λυκαβηττό και Ακρόπολη, τον Μιχαήλ Μητσάκη και τον Ταχτσή με τον Περικλή και τον Απόστολο Παύλο: συνέχειες, τομές, διάρκειες.

Αυτό που ζούμε τώρα είναι ρήξη, είναι γκρεμός, λυκόφως. Πώς θα είναι η απένταντι όχθη;

«Κερί,
να σφραγιστεί το άγραφο
που μάντεψε
το όνομά σου
που αποκρυπτογραφεί
το όνομά σου.

Θα έρθεις, επιτέλους, πλεούμενο φως;

Δάχτυλα, κερωμένα κι αυτά,
τραβηγμένα μέσα από ξένα
πονεμένα δαχτυλίδια.
Σαν το κερί λιώνουν τα άκρα τους.

Θα έρθεις, επιτέλους, πλεούμενο φως;

Κενές από χρόνο οι κερήθρες του ρολογιού,
γαμήλιο το σμάρι των μελισσών,
έτοιμο για ταξίδι.

Ελα, πλεούμενο φως.»

(Πάουλ Τσέλαν, Με γράμμα και ρολόι)

Δεν είναι οχτώ ακόμη, αλλά έχει νυχτώσει. Ανάμεσα σε αστράκια μπαρ και βιαστικούς τελευταίους, φρουροί με πλήρη εξάρτυση φυλάνε τα σβηστά γραφεία ενός άδειου κόμματος.

smog_Larios

Τον φετινό χειμώνα θα τον θυμόμαστε από μια εικόνα και μια οσμή: την αιθαλομίχλη να σκεπάζει το λεκανοπέδιο και την οσμή του καμένου ξύλου. Μια έξοχη αισθητικά φωτογραφία που ανέβασε ο Γιάννης Λάριος στο Φέισμπουκ, έδειξε την Αθήνα όπως ήταν το Λονδίνο του smog, στη δεκαετία του ’50, και όπως θα ήταν την εποχή του Καρόλου Ντίκενς και του ορφανού Ολιβερ Τουίστ.

Δεν νομίζω ότι ο κ. Λάριος «πείραξε» ψηφιακά την εικόνα, διότι και άλλες παρόμοιες που ανέβηκαν τις προηγούμενες μέρες, στο ντεμπούτο της αιθαλομίχλης, παρόμοια ζοφερό έδειχναν τον ορίζοντα. Αλλωστε η οσμή καιομένου ξύλου, αισθητή σε μεγάλο μέρος του λεκανοπεδίου, ήταν πιο πειστική από την εικόνα. Σε κάθε περίπτωση, η φωτογραφία της νυκτερινής Αθήνας στεφανωμένης από το λευκό σεντόνι της αιθαλομίχλης είχε μια άγρια ομορφιά, που έθελγε και ταυτόχρονα φόβιζε. Ηταν μια εικόνα αποκαλυπτική για το τι ζούμε: τη σύγχυση και το σοκ.

Η κρίση θέρμανσης, που απασχόλησε και το ειδησεογραφικό δίκτυο Bloomberg, συμπυκνώνει με τον τρόπο του τη σύγχυση που κατατρώει την ελληνική κοινωνία. Το κράτος, χωρίς σοβαρή πρόβλεψη των οικονομικών μεγεθών, χωρίς κατανόηση των αναγκών και των δυνατοτήτων των πολιτών, φορολόγησε εκτάκτως το πετρέλαιο θέρμανσης, ανεβάζοντας την τιμή του κατά 48%. Το αποτέλεσμα: το κράτος δεν έχει εισπράξει ούτε το ένα πέμπτο των προβλεπομένων φόρων, πολλές επιχειρήσεις καυσίμων θα κλείσουν, ο αστικός πληθυσμός στα διαμερίσματα παγώνει με σβηστά καλοριφέρ, οι μαθητές στα σχολεία του Βορρά παγώνουν, οι περισσότεροι καίνε ξύλα και όλοι μαζί αναπνέουμε αιθάλη και φονικά μικροσωματίδια. Επιπλέον φουντώνει η λαθροϋλοτόμηση, όχι μόνο στην ύπαιθρο αλλά και στα περιαστικά δάση.

Αναζητώντας αναλογίες από την ιστορική εμπειρία, μόνο στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου μπορείς να βρεις κάτι παρόμοιο. Και στην ημετέρα Κατοχή. Αλλά πόσες ουσιώδεις διαφορές με το 1941-44: πόσο μεγαλύτερος ο σημερινός πληθυσμός, πόσο πιο απαιτητικός και καλομαθημένος, πόσο πιο ανέτοιμος να αντέξει τη σπάνη, πόσο ανέτοιμος ακόμη και να την αντιληφθεί για να την αντιμετωπίσει. Κυρίως: τότε παρενεβλήθη πόλεμος, ήττα, κατοχή. Τώρα; Ποιος είναι ο πόλεμος, ποιες μάχες δόθηκαν, με ποιους εχθρούς; Μήπως η πτώχευση είναι ένα είδος πολέμου; Αθόρυβος μεν, αναίμακτος ίσως, αλλά αναλόγως καταστροφικός για τις ζωές των ανθρώπων και τις προσδοκίες τους; Εξίσου καταστροφικός για το περιβάλλον και τους φυσικούς πόρους όσο και για τον εθνικό και ιδιωτικό πλούτο.

Ασφαλώς δεν είναι ίδιες οι καταστάσεις· η κατοχική εμπειρία, η φρίκη του λιμού και της ανελευθερίας ήταν μοναδική. Και ο εχθρός ήταν ορατός: ο κατακτητής. Τώρα σαν να ζούμε μια εσωτερική κατάκτηση, μια άλωση εκ των έσω: με κύρια χαρακτηριστικά τη σύγχυση και τον φόβο των ανθρώπων, την παράλυση του κράτους, και μια ενδοβεβλημένη ήττα σε πολλά επίπεδα. Ολα αυτά σχηματίζουν την ψυχική αιθαλομίχλη πάνω από τέσσερα εκατομμύρια Ελληνες: τη βλέπουμε, τη μυρίζουμε.

φωτ.: Γιάννης Λάριος

balafas_benaki1

Δεν έχω τίποτε να γράψω που να μην έχει ήδη γραφτεί, από άλλους, καλύτερα. Κι όμως γράφω και γράφω, γιατί αυτή η δουλειά μου έλαχε· όσο κι αν μικρός έγερνα το παραθυρόφυλλο και το ‘σκαγα, για να μη γράψω, να φύγω απ’ τη μυρωδιά του χαρτιού και της μελάνης Πάρκερ. Κι αν πέρασε μισός αιώνας από την πρώτη παντοτινή απόδραση, γράφω ακόμη, ταγμένος να ξαναπλάθω όσα έχουν ήδη ειπωθεί από μαέστρους, αυτούς που μου μετέδωσαν φως και φωνή, ευλογία και καταδίκη.

Χαϊδεύω ράχες γερασμένων τόμων σε σανιδένια ράφια, σε πειραιώτικη αυλή και συριανό ημιϋπόγειο, σε δημοτικές βιβλιοθήκες και πατώματα αρχαία που τρίζουν, μυθιστορήματα και κλασικά εικονογραφημένα ανάμικτα με κατάστιχα νοταριακών πράξεων, με φως ανελέητο έξω απ΄τους χοντρούς τοίχους, με βυθίσεις μεσημβρινές σε ρήματα και χίμαιρες βαπόρια. Κι οι ποιητές τσουρούφλιζαν έφηβους πόθους με μολύβι στο περιθώριο, ταξιδεύοντας από δώμα σε δώμα, διαρκή φυλαχτά ανάμικτα με κοχύλια ναυτίλους και βινύλια φρανκζάππα.

Είναι αφόρητα μπανάλ η νοσταλγία των εορτών, η καταισχύνη κάθε αισθητή, αλλά και το αποκούμπι του μεσήλικος· ξέρεις πια πότε να σκύβεις ταπεινά, όχι από ήττα ή συμβιβασμό, αλλά για ν’ αποδώσεις τις πρέπουσες τιμές στην ηλικία και στις φωνές που σ’ έπλασαν. Ας πούμε μια φωνή που την άκουσα μεγάλος:

«Tο γράψιμο, όμοια προς όλες τις εκδηλώσεις που αφορούν τη μνήμη, έχει ανάγκη οικείου κοινού. Σε όλα τα μνημόσυνα, όπως και στις ονομαστικές επέτειες, τα ποικίλα και διάφορα κεράσματα αποτελούν συνήθεια. Γράφοντας, έχω την εντύπωση, ότι επεξεργάζομαι τον καρπό της καρυδιάς, για να επανέλθω πάλι στο δέντρο. […] Ο βαρύς από τον καημό άνθρωπος, νομίζει, ότι θα πάψει υφιστάμενος αν δεν τελέσει όλα τα εθιμοτυπικά, που του είναι κατά βάθος μεγάλη παρηγορία. Παρά ταύτα όμως, η συνέχιση των καθημερινών απασχολήσεων, του είναι δύσκολη και βυθίζεται στη σιωπή. Σιωπώ και εγώ. Δεν γίνεται αλλοιώς.»
Ο Πεντζίκης απάντησε κάποτε γιατί γράφω.

Κι ύστερα γυρνώ στους ανθρώπους του καιρού μας. Τι περισσότερο να πω για τους πονεμένους των δρόμων απ’ όσα έγραψε ο Νίκος Καρούζος;
«Γυρίζει μόνος
στα χείλη του παντάνασσα σιωπή
συνέχεια των πουλιών τα μαλλιά του.
Ωχρός
με βουλιαγμένα όνειρα κι ανέγγιχτος
νερό τρεχάμενο στα ρείθρα, ωχρός
έλληνας. […]
Mην του μιλάτε είναι άνεργος
τα χέρια στις τσέπες του
σαν δυο χειροβομβίδες.
Mην του μιλάτε δε μιλούν στους καθρέφτες.»

Τι πληρώνει ο ωχρός έλληνας; Ποιον αδίκησε πάρεξ τον εαυτό του; «Και οι δίκαιοι κατά την Θεία Γραφή πόσοι είναι; Και συλλογίζοντας αυτό, επέσανε τα μάτια μου στα χέρια μου οπού ήτανε απιθωμένα στο φιλιατρό. / Και θέλοντας να μετρήσω με τα δάχτυλα τους δίκαιους, ασήκωσα από το φιλιατρό το χέρι μου το ζερβί, και κοιτώντας τα δάχτυλα του δεξιού είπα: Τάχα να είναι πολλά;» (Διονύσιος Σολωμός)

Γυρνώ στους εθιμοτυπικούς δρόμους, φωτισμένους για ν’ αντέξουμε τη σκοτεινιά, φωτισμένους σαν την Kodachrome φωτογραφία του Μπαλάφα από την φαντασμαγορική οδό Σταδίου τον Δεκέμβρη του ’60, χειμωνιάτικη Αβάνα και Τσάινατάουν· σίγουρα με περπάτησε εδώ μικρό παιδί η Μανταλένα να δω τον τροχονόμο μες στη φαντασμαγορία και ακουγότανε η άρπα του Τέλλου Αγρα:

«Mε χωρίς φωτοχυσίες, μ’ ολίγους ήχους
βρέχει, ‘επί δικαίους και αδίκους’…
βρέχει στην πλατεία, στη φυλακή,
– οικουμενική βροχή, ευαγγελική.

Bρέχει στα βαγόνια (ώ ευθυμία)
που γυρνάνε απ’ τα Nοσοκομεία·
και στις προφητείες του Kαζαμία
(‘τροπή του καιρού προς νότον… τρικυμία…’).»

Φωτοχυσίες Βερολίνου και όρθροι κυκλαδικοί σε καλντερίμια, γιρλάντες μπαλκονιών αθηναϊκών, και τραπεζώματα ευφρόσυνα με βαφτιστήρια, σύντεκνους και αποστάγματα ορεινά, με τον πρωτότοκο να περπατάει ασταθής το χαλί εγκάρσια από τον καρυδένιο μπουφέ ώς τον καναπέ, όλα ξετυλίγονται κι απλώνονται, ξανοίγονται πέρα, μπροστά, μάς λέει ο Ελύτης:

«Ίσως κάτι που μου ανήκει ανέκαθεν να διεκδικώ
Μπορεί και απλώς μια θέση μες στα Ερχόμενα
Που είναι το ίδιο· ένδυμα καμωμένο από φωτιά ψυχρή
Πράσινα του χαλκού και βυσσινιά βαθιά της Παναγίας
Στέκω με το δεξί μου χέρι στην καρδιά
Πίσω μου δύο ή τρία κηροπήγια
Το μικρό τετράγωνο παράθυρο πάνω στην καταιγίδα
Τα Πέραν και τα Μέλλοντα.»

aithali

Το σαββατοκύριακο ο αττικός ουρανός έχασε τη γλαυκή του διαύγεια. Βαριά αιθαλομίχλη, διοξείδιο και μονοξείδιο του άνθρακος σκέπασε την πόλη. Τζάκια, ξυλόσομπες και καυστήρες έκαιγαν κούτσουρα, κλαδιά, δαδιά, μπρικέτες πέλετ και πορτοπαράθυρα υλικά κατεδαφίσεων. Το αιθαλοσέντονο σιωπηλό, απειλητικό, πνιγηρό, πολυσήμαντο εσκέπαζε τη μητρόπολη των μικρομεσαίων, γυρνούσε τους επήλυδες κατοίκους της στις αγροτοποιμενικές τους ρίζες, στο λησμονημένο παρελθόν της σπάνης και τη ανάγκης.

Υπάρχει βεβαίως στοιχείο υπερβολής. Πλάι στους πράγματι αναγκεμένους με τη δεξαμενή του πετρελαίου άδεια, θα υπήρχαν και οι απλώς μεζονετούχοι που ανάβουν τζάκι τέτοια εποχή να νιώσουν γιορτές. Αλλά το νέφος που έκρυψε τα βουνά δεν εξηγείται, εκτός κι αν τις μεζονέτες των δανείων κατοικούν ήδη νεόπτωχοι, που είναι πιθανόν.

Πίσω από την υπερβολή, υπάρχει η πραγματικότητα. Στη μητρόπολη των τεσσάρων εκατομμυρίων πάλλεται αγωνιώσα η καρδιά της Ελλάδας. Οι κάτοικοι του λεκανοπεδίου βρίσκονται εγκλωβισμένοι σ’ ένα αχανές αστικό πεδίο, πρώην πεδίο εργασίας και ανάπτυξης, πεδίο εκπαίδευσης και πολιτισμού, αλλά τώρα μια ημιέρημος χωρίς δουλειές, χωρίς αποκούμπι. Οι περισσότεροι κάτοικοι των Αθηνών, παλαιοί και νέοι επήλυδες οι περισσότεροι, είναι αποκομμένοι από την ενδοχώρα: δεν έχουν πια ρίζες εκεί, δεν έχει απομείνει περιουσία. Αλλά κι αυτοί που έχουν κάποια περιουσία, ένα σπίτι, μερικά στρέματα γη, ολίγες εκατοντάδες λιόδεντρα, δεν παίρνουν εύκολα την απόφαση να πάνε στην επαρχία τους. Η ζωή πράγματι είναι φτηνότερη στην επαρχία, αλλά κι εκεί ο παραγωγικός ιστός έχει αποδιαρθρωθεί. Σε πολλούς τόπους, γεωργία και κτηνοτροφία έχουν ατονήσει, η μεταποίηση είναι αδύναμη· ζούσαν με οικοδομή και υπηρεσίες: Ο τουρισμός της ευκολίας και της αρπαχτής, απευθυνόμενος συχνότατα στην εσωτερική κατανάλωση, αντιπροσωπείες, κατανάλωση.

Μερικοί το αποφασίζουν. Μετακινούνται στην επαρχία. Αλλοι με πείσμα να ξεκινήσουν μια μικρή αγροτική ή μεταποιητική μονάδα, μια μικρή κυψέλη· άλλοι μεταφέροντας και το επαγγέλμά τους· όλοι χαμηλώνοντας τις απαιτήσεις τους και αλλάζοντας τρόπο διαβίωσης. Σε αρκετές περιπτώσεις περιοριζόμενοι στα απολύτως αναγκαία: δεν πληρώνουν νοίκι, κάνουν πέντε-έξι μεροκάματα το μήνα, στήνουν κοτέτσι και μπαξέ, υλοτομούν τα γύρω δάση.

Η αιθαλομίχλη του Δεκεμβρίου 2012 στο λεκανοπέδιο Αττικής μπορεί να σημαίνει, και αυτή μαζί με άλλα συμβάντα, μια ιστορική αλλαγή: από μια ιστορική πίστα σε μια άλλη, σε άλλο τρόπο διαβίωσης, σε άλλες σχέσεις κοινωνικής συμβίωσης και πολιτικής έκφρασης, σε άλλες σχέσεις με τη φύση. Η αιθαλομίχλη που σκέπασε τα βόρεια προάστια δείχνει αυτή τη νέα σχέση με τη φύση: σε κατάσταση φτώχιας, το περιβάλλον γίνεται παρανάλωμα της ανάγκης ― ή του πανικού. Ο λιγνίτης της ΔΕΗ φαντάζει πράσινος.

Στο κέντρο της πόλης, που δεν έχει τζάκια, οι νέοι περπατούν ζωηρά κάτω από τον γενναιόδωρο ήλιο. Φοράνε πολύχρωμα κασκόλ επιμελώς δεμένα, και ακουστικά. Ακούνε ένα πειραγμένο xριστουγεννιάτικο του Στέλιου Σπεράντσα: «Στη γωνιά μας κόκκινο / τ’ αναμμένο τζάκι / Τούφες χιόνι πέφτουνε / στο παραθυράκι » κ.λπ.

Πέρυσι, όταν πρωτοεντοπίστηκαν πεινασμένα παιδιά σε σχολεία, κάποιοι έσπευσαν να διαψεύσουν το γεγονός· το υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε: «Κάποιοι καταφεύγουν μέσω των ΜΜΕ και στο έσχατο μέσο της λαϊκίστικης προπαγάνδας».

Δεν γνωρίζω τι ακριβώς συνέβη πέρυσι τον Οκτώβριο στα σχολεία των αθηναϊκών συνοικιών· δεν θυμάμαι να είδα κάποιο δημοσιογραφικό ρεπορτάζ που να καταδεικνύει το μέγεθος και την ένταση του φαινομένου. Θυμάμαι εντούτοις ότι τον ίδιο καιρό σοβαρές ανθρωπιστικές οργανώσεις που δούλευαν πυρετωδώς στην Αθήνα περιέγραφαν τεκμηριωμένα ένα ογκούμενο κύμα ανθρωπιστικής κρίσης. Οργανώσεις εμπειροπόλεμες και πραγματικά ανεξάρτητες, όπως οι Γιατροί του Κόσμου λ.χ., ανακοίνωναν μάλιστα ότι αναστέλλουν τις εξωχώριες δράσεις και αφιερώνουν όλες τους τις δυνάμεις στο εσωτερικό της δοκιμαζόμενης Ελλάδας. Τον ίδιο καιρό ―θυμίζουμε: φθινόπωρο 2011― γνωρίζαμε ότι στα μεγάλα συσσίτια της Αρχιεπισκοπής και του Δήμου Αθηναίων εσιτίζοντο χιλιάδες Ελληνες νεόπτωχοι. Και όσοι περπατούσαν το ρημαγμένο κέντρο της πρωτεύουσας έβλεπαν πλάι στα κλειστά μαγαζιά, δεκάδες και εκατοντάδες νεοάστεγους. [Μηδενί συμφοράν ονειδίσης…]

Προχθές μια από τις σοβαρότερες και πιο δραστήριες ανθρωπιστικές οργανώσεις, η Κλίμακα, δημοσίευσε τα αποτελέσματα της έρευνάς της για τους άστεγους στην Ελλάδα, το διάστημα από Σεπτέμβριο 2011 έως τον Φεβρουάριο 2012. Το πόρισμα είναι σοκαριστικό: 20 χιλιάδες συνάνθρωποι κοιμούνται στο δρόμο ή έχουν ανεπαρκή στέγη, 40% εξ αυτών δεν έχουν πρόσβαση σε μπάνιο και έχουν πέσει θύματα ληστείας τουλάχιστον άπαξ. Ενας στους πέντε είναι άστεγος πάνω από τέσσερα χρόνια. Η χιονοστιβάδα των αστέγων διογκώνεται από το πλήθος των ψυχασθενών που μένουν στο δρόμο, καθώς καταρρέουν οι δομές ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης. Και τα λοιπά.

Ωστε ο πόνος και η ερημιά των συνανθρώπων μας ήταν εγκατεστημένα εδώ, πλάι μας, από καιρό. Κι όχι μόνο ανάμεσα στους άστεγους, τους ολοσχερώς ηττημένους, αλλά και ανάμεσα σε μαθητές σχολείων, σε μικραστικές συνοικίες, σε κρύα διαμερίσματα χωρίς σύνδεση τηλεφώνου, εκεί όπου η πείνα και η ανέχεια είναι ντροπή και σαν ντροπή αποκρύπτεται. Μας το έδειξε κι αυτό η συνταρακτική έρευνα της Σοφίας Παπαϊωάννου στους Νέους Φακέλους του Σκάι, τις προάλλες: ήρεμα, ανθρώπινα, διακριτικά, αλλά τόσο σπαρακτικά.

Αν είχαμε ανάγκη ντοκουμέντα για να πιστέψουμε τη σκληρή πραγματικότητα, τώρα έχουμε πολλά, υπερβολικά πολλά. Η δυστυχία το στρώνει γύρω μας, σαν χιόνι. Ας μην αποστρέφουμε το βλέμμα, την καρδιά, τον νου από τους ανθρώπους δίπλα μας που ατύχησαν, που υποφέρουν, που κρύβουν τον πόνο τους από ντροπή. […Κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατον.]

Είναι Κυριακή και είναι μισολιακάδα Νοεμβρίου. Το φως λούζει την Αθήνα, την ξεπλένει και την αποδίδει αναγεννημένη, σε αναγκάζει να μισοκλείνεις τα μάτια, καθώς διαπλέεις Πατησίων και Αθηνάς με την Ακρόπολη διαρκώς μπροστά σου. Αυτό το φως σού ανοίγει την ψυχή, σε ξεζαρώνει.
Απ΄την εκβολή της η Αθηνάς προδιαθέτει για το πανηγύρι που τελείται παρακάτω. Στην πλατεία στο Μοναστηράκι, αδιαχώρητο. Ανθρωποι έχουν πλημμυρίσει όλο το ξέφωτο, στο κέντρο το πλήθος είναι στημένο γύρω από ένα δυσδιάκριτο δρώμενο: σηκώνεσαι στις μύτες των ποδιών, διαπερνάς πλάτες και κεφάλια, διακρίνεις ακροβάτες και πεχλιβάνηδες. Είναι 2012.

[Φλας: Θυμάμαι αχνά τον Τζίμη τον Τίγρη στην πλατεία Κοτζιά πριν καμιά τριανταριά χρόνια, τόσο και παραπάνω. Η Αθήνα ήταν μια πρωτεύουσα του Νότου, βαλκάνια, συμμαζεμένη· η ζωή έσφυζε γύρω από το ιστορικό της κέντρο, με καφενεία μουσικών, με οικοδόμους και ελαιοχρωματιστές στην Αθηνάς ξημερώματα, με άφοβα νυχτοπερπατήματα μειρακίων για πατσάδες και γιαουρτόμελα, με ζεστά κουλούρια ξενύχτικα στου Ψυρρή. Με κέρματα και μικρά χαρτονομίσματα ευημερούσαν οι Ελληνες στην τυφλή απόληξη της Ευρώπης, αισιοδοξούντες και εργαζόμενοι. Ταινίες, δίσκοι, συναυλίες, αυτοκίνητα, μοτοσυκλέτες, μπαρ, ρούχα, ουίσκια, κονιάκ, ταβέρνες, όλα ήσαν λίγα αλλά επαρκή, όλα κυκλοφορούσαν χρησιμοποιούνταν εξαντλητικά. Κανείς δεν ανησυχούσε, σε κανέναν δεν έλειπαν τα αναγκαία, κανείς δεν αισθανόταν μειονεκτικός.]

Aπό την Ερμού έως την Ασωμάτων το παζάρι των παλιατζήδων. Απιθωμένα στην άσφαλτο ή στα καπώ των αυτοκινήτων τα περισσεύματα νοικοκυριών, τα απομεινάρια κλεισμένων σπιτιών, βινύλια, αγαλματίδια, θαμπά CD, ποτηράκια και υπολείμματα από σερβίτσια, ρολόγια κούκοι, τενεκεδένια κουτιά Παπαγάλος Λουμίδη. Υλη για περίεργους και συλλέκτες, σαβούρα που αναζητεί νέο χώρο να καταλάβει.

Σαβούρα λοιπόν: λάμπει κάτω απ΄το ηλιόφως, εκπέμπει μια αλλόκοτη αισιοδοξία, την χρονοανθεκτικότητά της· πίσω απ΄το εμπόρευμα στέκουν κλειστά μαγαζιά φαλιρισμένα, πνιγμένα από οργιώδη γκράφιτι που επιτείνουν το κενό. Ακόμη και στην Ερμού, που πρόσφατα καλλωπιζόταν με στεγαστικά δάνεια, ανάμεσα σε κραταιά παλαιοπωλεία με ακριβά κομμάτια, η παλιατσούρα εισβάλλει κυρίαρχη, αμείλικτη. Ερχεται παντοδύναμη, κλιμακωτά, από τα μεγάλα παζάρια της Πειραιώς στο Γκάζι, από τον Πειραιά, κι από το αχανές παζάρι του Σχιστού, από τα βασίλεια της σαβούρας.

[Πετάρισμα: η Αθήνα ήταν βαλκάνια, χωρίς όμως τη λάσπη, αρωματισμένη πάντα με την αύρα του Σαρωνικού και τον ανοιχτό ορίζοντα της Μεσογείου, ευλογημένη με ερείπια και κινητικότητα. Στο πρόσφατο τέταρτο αιώνος έγινε μητρόπολη του Νότου, μια προβολή λάμπουσας Ευρώπης προς ανατολάς, λίγο αλαζονική: προς αυτή τη φωτεινή εστία συνέρρευσαν άνθρωποι από γύρω, προς τον ήλιο, προς την γλυκεία ζωή της Μεσογείου, προς μια άρρητη υπόσχεση. Τώρα ξαναγίνεται βαλκάνια; Στρέφει προς τα έσω, προς μια κλειστή αυτάρκεια; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει. Ακόμη.]

Η εικόνα διαφορίζεται στο μεγαλειώδες άνοιγμα του Θησείου, εκεί όπου η Αθήνα προβάλλει δαιμονικά αρχαία και νέα, αιώνια καλλονή με λυτά μαλλιά. Υπό την κραταιά σκιά της Ακροπόλεως, αναπτύσσονται βυζαντινοί και νεοκλασσικοί ναοί, πεύκα, δενδροστοιχίες, εκλεκτικιστικές κατοικίες, μοντέρνα κτίρια, λιθόστρωτοι πεζόδρομοι, ταφικά μνημεία, θαλερά συντρίμμια αγοράς, διαρκείς ίσκιοι ανθρώπων, συρσίματα ποδιών, ψίθυροι και ντελάληδες από πάντα εδώ. Στο ξέφωτο, πλάι στο παρκάκι, ένα άλλο παζάρι, πιο κομψό, με καινούργια πραγματάκια, πάντως το ίδιο ανώφελο, μη πρακτικό, το ίδιο γοητευτικό. Σμήνη περιπατητών, χαζεύουν τα πωλούμενα χειροτεχνών και γυρολόγων, τα Made in China πραγματάκια της πεντάρας. Υπνωτισμένοι όλοι, ξενόλαλοι και αυτόχθονες, υπνωτισμένοι από το κάλλος του τοπίου και από τα πραγματάκια.

Τι μαγνητίζει τους ανθρώπους σε τέτοια παζάρια; Ιδια παντού η σαγήνη, από το Κάιρο και την Κωνσταντινούπολη ώς τη Βενετία, τη Νάπολη και το Παρίσι. Παζάρι, μερκάτα, σουκ, αγορά, υπαίθρια ή ημιστεγασμένη, πόσο διαφορετική όμως πάντα από το mall, πόσο πιο πολύχρωμη, φτηνή, διασκεδαστική, για χασομέρηδες και παιδιά εξίσου. Είναι το τελευταίο πεδίο μαγείας στις πόλεις της ταχύτητας και της τεχνικής, μια φυσαλλίδα όπου ο χρόνος επιβραδύνεται έως ότου όλα γίνονται άχρονα, αρχαϊκά, όλα βαπτίζονται στον μύθο, και ο βίος απλώνεται κυκλικά. Για λίγο, όσο διαρκεί ένα πρωινό σουλάτσο, πριν ή μετά έναν μακρόσυρτο καφέ στα δάση των τραπεζοκαθισμάτων. Οσο διαρκεί το φως μιας Κυριακής, άπλετο, βασανιστικό, λυτρωτικό.

Το χώμα στο παρκάκι είναι νωπό. Σχεδόν μυρίζεις δέντρα.

ζωγραφική: Paul Klee, Mediterranean Settlement.

Για όσους αντέχουν ακόμη να πληρώνουν ενοίκιο ή δόση στεγαστικού, σούπερ μάρκετ και ασφάλιστρο, για όσους ψώνισαν φέτος σχολικά είδη στα παιδιά τους, η σαστισμάρα και η σύγχυση είναι ακόμη τα κυρίαρχα συναισθήματα. Οι σαστισμένοι όμως λιγοστεύουν διαρκώς. Και αυξάνονται οι ανήμποροι, οι αδρανείς, οι παραιτημένοι, οι γυμνοί· όσοι δεν πληρώνουν πια ασφαλιστικές εισφορές, ούτε εφορία, γιατί απλούστατα δεν δύνανται. Δεν έχουν. Δεν είναι εδώ πια, ανήκουν σε άλλο κόσμο, κινούνται σε άλλο χρόνο, όχι παρελθόντα, όχι στο φτωχό ’50 και το ’60 με τα μανταρισμένα πουλόβερ και τα γυρισμένα κοστούμια, ούτε καν εκεί. Αυτοί οι ανήμποροι προλέγουν ήδη το μέλλον. Τη γυμνή ζωή.

Ακούω ιστορίες πρώην νοικοκυραίων και μαστόρων, εργαζομένων από τα δώδεκα ή τα δεκαπέντε τους χρόνια, καταγόμενων από παραποτάμια ή ορεινά χωριά βαριά από ιστορία και μύθους. Ηρθαν στην Αθήνα παιδιά, μπήκαν τσιράκια ή κάλφες σε εργαστήρια, σε βιοτεχνίες, έγιναν μάστορες, μερικοί έγιναν και μικροεπιχειρηματίες, βιοτέχνες, όλοι είχαν επάγγελμα, προκοπή, τιμή, μεγάλωσαν, σπούδασαν και προίκισαν παιδιά. Ηταν περήφανοι για όσα επέτυχαν. Και σχεδίαζαν ήρεμα στον χρόνο τους βίους τους. Δεν ήσαν άρπαγες και άπληστοι, καφεδάκι στο καμινέτο το πρωί, φαΐ στο κατσαρολάκι απ’ το σπίτι το μεσημέρι ή ένα ζεστό πιάτο στα μαγέρικα της οδού Κολοκοτρώνη, σιέστα κλεφτή πάνω στον πάγκο εργασίας, και δουλειά ώς αργά το βράδυ. Επιστροφή με το μπλε λεωφορείο στις συνοικίες της αντιπαροχής.

Ολο το εμπορικό κέντρο ήταν γεμάτο από μαστόρους, επαγγελματίες, βιοτέχνες, εμπόρους, τεχνίτες. Στο τρίγωνο Μοναστηράκι – Ομόνοια – Σύνταγμα, μαζί με του Ψυρρή των τσαγκαράδων. Εκεί όπου σήμερα πληθωρίζονται καφέ, μπαρ, ουζερί, για χίπστερ και χασομέρηδες, άνεργους και άεργους, εκεί όπου κάποιοι βλέπουν ανάπτυξη μέσα από την κατανάλωση φρέντο και ρόκα–παρμεζάνα. Συνταξιοδοτούνται κακήν κακώς οι παλαιοί, άλλοι ολόκληρη με σαράντα χρόνια ένσημα, άλλοι προώρως μειωμένη, άλλοι χρεοκοπούν και κολλάνε κηδειόχαρτα «εκποίηση», «πωλείται η επιχείρηση», «ενοικιάζεται το παρόν, πληροφορίες εντός». Ο κόσμος της εργασίας και του εμπορίου φεύγει, το centro storico μετατρέπεται σε φαν παρκ για άνεργους, χώρος τράνζιτο γι’ ανθρώπους τράνζιτο, χωρίς προέλευση, ρίζα, προορισμό. Χώρος χωρίς χρόνο.

Ακούω ιστορίες, ανασυστήνω ζωές. Χήρες που σπούδασαν παιδιά πλένοντας σκάλες και γραφεία, ψήνοντας καφεδάκια κάτω απ’ το κλιμακοστάσιο για τους εργαζομένους στο μέγαρο, που είχαν σπίτι το παραχωρημένο υπόγειο πλάι στον λέβητα, στολισμένο με κεντήματα, χράμια και αγαλματίδια από αρχαίες μπομπονιέρες. Ζουν με την κατώτερη σύνταξη του ΙΚΑ, πάντα εκεί, πλάι στον λέβητα, στο πάντα στολισμένο δωμάτιο. Και καταριούνται αυτόν που τους έκοψε τη σύνταξη και τα φάρμακα για την οσφυαλγία και την πίεση. Που τους έκοψε το τελευταίο ξερό κλαδάκι της πληβείας ζωής.

Πίσω από κάθε ψηλό παράθυρο στα μαραμένα εμποροβιοτεχνικά μέγαρα του κέντρου, στις οδούς με τα ένδοξα ονόματα Χρυσοσπηλαιωτίσσης, Νικίου, Κολοκοτρώνη, Πραξιτέλους, Αιόλου, Ρόμβης, Κλειτίου, κινούνται ακόμη άνθρωποι και ξεδιπλώνονται ιστορίες. Οσοι πρόλαβαν τη σύνταξη του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας, έζησαν ολόκληρο το greek dream και αποχώρησαν. Αλλοι δεν πρόλαβαν, τους μάγκωσε η χρονόπορτα και τους συνέθλιψε. Εδώ και καιρό αδυνατούν να πληρώσουν το ΤΕΒΕ, δεν μπορούν να πάρουν σύνταξη· υποαπασχολούμενοι, βγάζουν το νοίκι και ψωνίζουν γαύρο πρωινό στην Αγορά.

Ακούω το ευφρόσυνο καναρίνι στον 5ο όροφο βιοτεχνικής πολυκατοικίας· δεν το βλέπω γιατί με τυφλώνει η αντηλιά, πίσω απ’ το παμφάγο φως ξέρω όμως ότι ξεπροβάλλει μια αναλόγως εκθαμβωτική γωνία Ακροπόλεως. Το πορτοκαλί καναρίνι συναγωνίζεται το άμουσο ράδιο που φλυαρεί σε ακατάληπτη γλώσσα· και τα δύο συντροφεύουν τον παλαίμαχο τεχνίτη. Η λωρίδα φωτοσκόνης χαϊδεύει και εξωραΐζει παλαιές μεταλλοδερμάτινες πολυθρόνες, το μικρό ψυγείο, τον ψηλό πάγκο με το βαρύ σίδερο, ρεκλάμες, Κασμήρια ΔΔΔ, Ελληνοβρετανική, αρχαία φιγουρίνια με σταυρωτά γιλέκα, το τηλέφωνο βακελίτη, κάρτες για μανταρίστρες και κουμποτρυπούδες, το γκαζάκι οπωσδήποτε. Απέναντι ένας ξεχασμένος χρυσοχόος, ένας αδαμαντοκολλητής, λογιστικό γραφείο, μια φθαρμένη εμαγιέ επιγραφή Εισαγωγαί Υλικών Αργυροχρυσοχοΐας με περίτεχνα γράμματα Art Deco. Ενας θνήσκων κόσμος, ο κόσμος των τεχνών και του εμπορίου. Γεμάτος ζωές ακόμη, ίσκιους, παρουσίες, φωνές, έργα χειρών, ιστορίες με βουλευτές και εφέτες, αστεϊσμούς, κουμπαριές, με αλληλεγγύη και μικροδάνεια, με δόσεις και δοσίματα. Αντηλιά, σκόνη, ίσκιος. Ο ίσκιος της ζωής.

ζωγραφική: Πάρις Χαβιάρας

Η ταινία Cosmopolis του Ντ. Κρόνεμπεργκ, βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Ντον ΝτεΛίλλο (εκδ. Εστία), δείχνει μια ημέρα από τη ζωή ενός νεαρού δισεκατομμυριούχου στο Μανχάταν. Ο μεγαπαίκτης των αγορών, Ερικ Πάκερ, διευθύνει τα ντιλ μέσα από την τεράστια λιμουζίνα του, που αργοκυλάει στους νεοϋορκέζικους δρόμους· μέσα στην απαστράπτουσα hi-tech σαρκοφάγο δέχεται συνεργάτες και συμβούλους και διεξάγει ιδιόρρυθμους διαλόγους για το χρήμα, τον χρόνο, τη ζωή, την ηθική, την ύπαρξη. Η μέρα κυλάει με ιλιγγιώδεις διαλόγους, ενόσω οι δρόμοι κυριεύονται από μια ξέφρενη εξέγερση και οι αγορές νομισμάτων τρέχουν στα μόνιτορ. Η αφήγηση ξεκινά με αφηρημένο εξπρεσιονισμό του Πόλοκ, κι ένα στίχο του Πολωνού Ζ. Χέρμπερτ: «νομισματική μονάδα έγινε ο αρουραίος»· κορυφώνεται με τη θρησκευτική ζωγραφική αφαίρεση του Ρόθκο.

Το Cosmopolis θα μπορούσε να είναι μια απεικόνιση του Μανχάταν, απόμακρη, ερμητική, άνευ νοήματος για τον Ελληνα θεατή. Δεν είναι. O κόσμος του Ερικ Πάκερ, παγωμένος και υπερταχύς, με μικροτσιπ αντί για αίμα, με αριθμούς αντί για αισθήματα, κόσμος πέραν της ανάγκης, κόσμος υποσχόμενος μέλλον, χωρίς παρόν, αυτός ο κόσμος της παγκόσμιας ροής χρήματος, είναι εξαιρετικά οικείος στους Ελληνες τρόφιμους του Euro-Depression. Διότι η Ελλάδα της Υφεσης είναι η απόληξη της φρενίτιδας του Cosmopolis, η κορύφωσή του: ένα διαρκές μεταίχμιο καταστροφών, μια διαρκής ανατροπή.

Οσα περιγράφονται μέσα στη λιμουζίνα προϋποθέτουν όσα περιγράφονται στις οδομαχίες έξω απ’ αυτήν. Και τα δύο συμβαίνουν στην Ελλάδα, φανερά τουλάχιστον από το 2009: και τα ντηλ και οι οδομαχίες. Το χρήμα, αυτοναφορικό, αυτονομημένο, αποσπασμένο από οποιαδήποτε σύνδεση με υλικότητες, ανάγκες, όρια, συμβολισμούς, όρισε τον βίο πριν απ΄την κρίση, με θεοκρατική απολυταρχία. Ηταν ο ζωοδότης και ο λατρευόμενος, ο απόλυτος ηγεμών, ο νοηματοδότης. Το ίδιο απολυταρχικό χρήμα, δια της ελλείψεώς του, ορίζει και πάλι τον χώρο των ανθρώπων, τους κατεστραμμένους βίους τους και τις διαψευσμένες προσδοκίες.

Η Αθήνα είναι το αντεστραμμένο είδωλο του Cosmopolis Μανχάταν: είναι η σπάνις και η στέρηση μετά την πλησμονή, είναι η διάψευση μετά την πληθωρισμένη υπόσχεση και τη φενάκη. Η Αθήνα της Μεγάλης Υφεσης δείχνει το κενό που περιέχεται στην απαστράπτουσα λιμουζίνα των παγκοσμιοποιημένων ντιλ. Εδώ, στα μελαγχολικά κράσπεδα της οδού Σοφοκλέους έξω από το ταφικό Χρηματιστήριο, στις άδειες βιτρίνες με τα ενοικιαστήρια και τα γκράφιτι, στις σιωπηλές πρασιές των προαστίων, μόνο εδώ, στα Υφεσιακά Πεδία, αποκτούν νόημα τα λόγια της Βίγια Κίνσκι προς τον Ερικ Πάκερ:

«Οι αρχαίοι Ελληνες έχουν έναν όρο. “Χρηματιστικός” [ο ασχολούμενος με τον πορισμό χρημάτων – Πλάτων, Πολιτεία]. Εμείς όμως πρέπει να κάνουμε τη λέξη να παρεκκλίνει λιγάκι. Να την προσαρμόσουμε στην τρέχουσα κατάσταση. Γιατί το χρήμα έχει γίνει αυτοσκοπός. Δεν υπάρχει άλλης μορφής τεράστιος πλούτος. Το χρήμα έχει χάσει την ικανότητά του να περιγράφει, όπως την έχασε εδώ και καιρό και η ζωγραφική. Το χρήμα μιλάει στον εαυτό του.»

Το περασμένο Σάββατο είχα την τύχη να δω μια έξοχη παράσταση του Εθνικού Θεάτρου σε έναν μοναδικής ομορφιάς τόπο. Στο καλαίσθητα διαμορφωμένο Αττικόν Αλσος, στο υπαίθριο θέατρο, αιωρούμενοι πάνω από το αττικό λεκανοπέδιο, μερικοί από τους καλύτερους Ελληνες ηθοποιούς παρουσίασαν τον «Περικλή» του Σαίξπηρ, τις περιπέτειες του πρίγκιπα της Τύρου. Η παράσταση επαινέθηκε θερμά στο Λονδίνο, πρόσφατα. Δικαίως: η σαιξπηρική ποίηση κελάρυζε σαν δροσερό νερό στην ελληνική απόδοση του Διον. Καψάλη, και οι βιρτουόζοι ηθοποιοί κουρδισμένοι από τον Γ. Χουβαρδά, χωρίς σκηνικά, αλλάζοντας διαρκώς ρόλους και μεταποιώντας επί σκηνής τα κοστούμια τους, χορεύοντας, τραγουδώντας, γητεύοντας, μετέδιδαν ευφορία, χάρη, ευθυμία, αισθητική αγωγή. Ενα κομψό, σοφιστικέ μπουλούκι, σε διαρκή διάλογο με το κοινό της κερκίδας.

Ολα κυλούσαν μαγικά. Το κοινό παρασυρόταν ευφρόσυνα απ’ την πλοκή, μα κυρίως από την τέχνη και το κέφι των ηθοποιών. Οι βράχοι πλαισίωναν προστατευτικά το κοίλο, στο βάθος η Αθήνα της κρίσης. Ολα μαγικά. Ωσπου από το καφεστιατόριο Υάδες, μερικές δεκάδες μέτρα παραδίπλα, άρχισε να υψώνεται παρείσακτη μουσική υπόκρουση: μπιτάκια, μπαπ-μπουπ, κλαμπίστικα. Το δεύτερο μισό της κομψής, εύθραυστης παράστασης κύλησε έτσι, σκεπασμένο από ένα θρασύτατο, τραμπούκικο σάουντρακ. Σαίξπηρ και μπιτάκια.

Οι ηθοποιοί έπλασαν μια περιπαικτική ατάκα, «άκου τη μουσική» και το κοινό χειροκρότησε για να τους δώσει κουράγιο. Στο τέλος, ο ηθοποιός Γιώργος Κοτανίδης, αφού ευχαρίστησε, απευθύνθηκε προς τους παρόντες δημοτικούς άρχοντες: Κάνετε κάτι για την ηχορύπανση, και πέρυσι το ίδιο αντιμετωπίσαμε. Θεατές περικύκλωσαν την αντιδήμαρχο κ. Νέλλη Παπαχελά, η οποία εξήγησε ότι νομίμως δεν μπορούν να γίνουν πολλά πράγματα, ο καταστηματάρχης δεν εισακούει τις παραινέσεις του Δήμου, και ότι τώρα σπεύδει η δημοτική αστυνομία για τα περαιτέρω. Σφίξαμε τα χέρια των ηθοποιών και φύγαμε.

Στο παρασκήνιο. Το Αττικόν Αλσος και τα καταστήματα επ’ αυτού (ως αναψυκτήρια περιγράφονται επισήμως) ανήκουν στην Περιφέρεια Αττικής·το καλλιτεχνικό φεστιβάλ το συνδιοργανώνει με τον Δήμο Αθηναίων. Ο Δήμος έχει την ευθύνη της αδειοδότησης των καταστημάτων και του ελέγχου της ηχορύπανσης. Μετά την παράσταση ο Δήμος υπέβαλε μήνυση στο θορυβώδες κατάστημα, το οποίο ως καφέ-εστιατόριο δεν έχει άδεια να παίζει μουσική ― σίγουρα όχι σε εντάσεις ντίσκο.

Επιμύθιο. Υπάρχουν δύο Ελλάδες. Ασύμβατες. Στη μία λειτουργεί Εθνικό Θέατρο που παίζει έξοχα Σαίξπηρ με 10 ευρώ εισιτήριο, σε ένα όμορφο περιβάλλον φτιαγμένο και χρηματοδοτημένο από το κράτος. Στην άλλη Ελλάδα, ένας επιχειρηματίας παράγει κέρδος νοικιάζοντας δημόσιο χώρο, αλλά δεν σέβεται ούτε το δημόσιο ούτε τον χώρο· κοιτάει μόνο το βραχυπρόθεσμο κέρδος του, και περιφρονεί όλους τους άλλους και παρανομεί. Η πρώτη Ελλάδα ολιγωρεί, υποχωρεί, δειλιάζει, αδρανεί, αδυνατεί ή δεν θέλει να επιβάλει το δίκαιο υπέρ του κοινού καλού· εντέλει ηττάται. Η άλλη Ελλάδα χλευάζει την αδυναμία και την ολιγωρία των νομοταγών, παρανομεί, καταπατά, λοιδωρεί τις τέχνες και τους θεσμούς· προπάντων, δεν έχει τσίπα και φιλότιμο, ούτε μια ώρα ανά έτος. Ζούμε και στις δύο Ελλάδες, και βουλιάζουμε.

φωτ.: Μεταξύ άλλων: Γιάννης Βογιατζής, Δημήτρης Πιατάς, Γιώργος Κοτανίδης, Μαν. Μαυροματάκης, ΜΗνάς Χατζησάββας, Λυδία Φωτοπούλου

Ακόμη και πριν από τα πρώτα φανερώματα της κρίσης, το κέντρο της Αθήνας είχε μεταμορφωθεί σε ιδιότυπο αρθρωτό γκέτο φτωχών μεταναστών και προσφύγων, άλλοτε νόμιμων μα συχνότερα παράνομων, μια μαύρη τρύπα εκτός νόμου και εκτός πολιτεύματος, μέσα στην οποία κυκλοφορούσαν μαύρο χρήμα, μαύρα εμπορεύματα, μαύρη εργασία, φυλετικές συμμορίες, σκουρόχρωμες φιγούρες τυλιγμένες σε τσαντόρ, σμάρια αρσενικών σε ρυπαρούς δημόσιους χώρους, και παντού άνθρωποι χωρίς χαρτιά, χωρίς υπόσταση, γυμνές υπάρξεις σε μια βιόσφαιρα όλο και περισσότερο γυμνή.

Τα γκέτο στέριωσαν σε γειτονιές που ήδη υπέφεραν από σταδιακή υποβάθμιση, δάση πολυκατοικιών του ’60 – ’70 που τα εγκατέλειπαν οι ανερχόμενοι μικροαστοί, αφήνοντας πίσω τους άφθονο εκμεταλλεύσιμο χώρο, τα μαζικής ενοικιάσεως διαμερίσματα στα οποία τώρα στοιβάζονται περαστικοί και ημιμόνιμοι, πληρώνοντας με τη νυχτιά και το κεφάλι.

Η γεωγραφική και δημογραφική μεταβολή άρχισε με την πτώση της Α. Ευρώπης. Η κάτωθεν της Πατησίων Αθήνα κυριαρχήθηκε από μετανάστες ευρωπαϊκής προελεύσεως για τουλάχιστον μια δεκαετία. Βαθμιαία όμως, και όσο εκτείνονταν οι πόλεμοι, οι ανθρωπιστικές καταστροφές ή και η «απλή» φτώχεια στο Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές, την Ανατολική Αφρική, τις χώρες του Μαγκρέμπ, η δημογραφία άλλαζε. Οι Ευρωπαίοι αποχωρούσαν από το γκέτο, είτε για τις πατρίδες τους είτε για άλλες γειτονιές.

Στο γκέτο ξέμειναν και πολλοί Ελληνες, όσοι είχαν τα σπίτια τους και τις περιουσίες τους εκεί, αλλά δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να μετακομίσουν σε προάστια και μεζονέτες. Η ζωή τους υποτάχτηκε στους τρόπους του γκέτο. Ας το πούμε: Η ανώνυμη, χωρίς χαρτιά και όνομα μάζα των ανθρώπων των φαναριών, των ρακοσυλλεκτών, των υπαίθριων μικροπωλητών παρέσυρε στο βούρκο της γυμνής ζωής της και τη μάζα των φτωχών Ελλήνων που είχαν ξεμείνει εντός του γκέτο. Η κρίση απλώς επέτεινε και επιτάχυνε ό,τι είχε ήδη ξεκινήσει τουλάχιστον προ δεκαετίας.

Και η ελληνική πολιτεία; Οι θεσμοί της, οι νόμοι της, τα όργανά της; Απουσίαζαν, λουφάριζαν, εθελοτυφλούσαν, κάποτε χρηματίζονταν· αφήνονταν στην τυφλή αυτορρύθμιση, ανέχονταν την παρανομία ως ρουτίνα και όταν η αθλιότητα ξεχείλισε ήταν πια αργά, το γκέτο κατέτρωγε την πρωτεύουσα. Η κρίση, η πτώχευση, η αποσύνθεση, αποτέλειωσαν.

Σε αυτή την ιλύ του γκέτο ευδοκίμησε ο εγχώριος νεοναζισμός, ώς τότε μια δραξ περιθωριακών και υποκοσμικών, παρακρατικών υπαλλήλων και μπράβων, εμφορούμενων από μίγμα αποκρυφιστικών, σατανιστικών και χιτλερικών δοξασιών. Ντύθηκε τώρα την προβιά του εθνικιστή πρόσκοπου που ξεβρωμίζει τον τόπο από τους αλλόδοξους σκούρους. Και θάλλει. Και υπαγορεύει την ατζέντα του μίσους, του λιντσαρίσματος και της αυτοδικίας, σε ένοχους δειλούς πολιτικούς και σε εξαθλιωμένους πολίτες.

Τώρα: Η μετανάστευση και τα συνοδά της φαινόμενα, η παρανομία, το μίσος και η μισαλλοδοξία, μαζί με τη χρεοκοπία που όλα τα φουντώνει, αποτελούν τη λυδία λίθο για την εύθραυστη δημοκρατία και τον κουρασμένο πολιτισμό μας. «Είμαι δημοκράτης επειδή πιστεύω στην Πτώση του Ανθρώπου», έγραφε πριν από αρκετά χρόνια ο σπουδαίος Ιρλανδός λόγιος της Οξφόρδης C.S. Lewis. Αυτή τη δοκιμασία της Πτώσης βιώνουμε σήμερα, σε αυτόν τον αγώνα υπέρ δημοκρατίας καλούμαστε.

Στην οδό Ακαδημίας, στην είσοδο κτιρίου, βρίσκεται ξαπλωμένος ένας νεαρός άνδρας. Πάνω σε υπνόσακκο, σκεπασμένος με μια κουβέρτα· όπως είναι ανάσκελα, ασχολείται με μια συσκευή, σαν κινητό, πλάι του μια σακούλα τσιπς. Βρίσκομαι στο πεζοδρόμιο, παραδίπλα του, έξω από τον κινηματογράφο που παίζει το φιλμ «Χιόνια στο Κιλιμάντζαρο», γενική είσοδος 6 ευρώ. ΚΙ άλλοι θεατές έχουν βγει στον δρόμο για το τσιγάρο του διαλείμματος· όλοι έχουν δει τον παράδοξο άστεγο στο μαρμάρινο κατώφλι, με το κάτι-σαν-κινητό, αλλά κανείς δεν τον κοιτά ευθέως. Οι λιγοστοί διαβάτες της κυριακάτικης νύχτας, νέοι άνθρωποι κυρίως, προσπερνούν κι αυτοί σαν να μη βλέπουν. Ο άστεγος χίπστερ είναι αόρατος. Στη γωνία της Χ. Τρικούπη οι τακτικοί άνδρες των ΜΑΤ, Νυχτερινή Φρουρά με πλήρη εαρινή εξάρτυση. Η Λυρική έχει σχολάσει από ώρα, είναι σκοτεινή, λιγοστά αυτοκίνητα περνούν.

Κόσμοι ασύμπτωτοι. Ο νεαρός άστεγος, με εμφάνιση και συμπεριφορά χίπστερ· οι ένοπλοι φρουροί, άγρυπνοι ενώπιον της απειλής για διασάλευση της τάξης·οι θεατές μιας ταινίας βαθιάς, συγκινητικής και πολιτικής, για την δυστοπική αμηχανία του Ευρωπαίου ανθρώπου στον 21ο αιώνα. Κανείς δεν δείχνει ότι βλέπει τον άλλο, όλοι πορεύονται σιωπηλοί σε παράλληλες χρονοσήραγγες, σαν να μη μοιράζονται το ίδιο πεπρωμένο. Σαν να κινούνται σε διαφορετικά επίπεδα περί τον οριζόντιο άξονα της φτώχειας και τον κατακόρυφο της αθυμίας.

Η ταινία, γαλλικής παραγωγής, καταγράφει τον θάνατο της παραδοσιακής εργατικής τάξης και την πτώση του μικροαστικού πλήθους: ο πάμφτωχος ληστεύει τον φτωχό. Η Μασσαλία είναι πολύ κοντά στον Πειραιά, είναι ο Πειραιάς. Η ανησυχία των Γάλλων είναι η τρέχουσα κατάσταση των Ελλήνων, το μέλλον είναι κοινό και είναι θαμπό, σκοτεινό. Οι Ελληνες θεατές έβλεπαν πολύ οικείες καταστάσεις, σκηνές από τις ζωές τους που έχουν διαδραματιστεί ήδη, το σινεμά είναι ένα ντοκιμαντέρ για τις ζωές τις δικές τους, ίδιες με των άλλων.

Αλλά η ζωή είναι πάντα πιο μπροστά από την τέχνη, ακόμη κι από αυτό το σεισμογραφικό σινεμά. Μερικά σκαλοπάτια, ελάχιστα μέτρα απ’ την κινηματογραφική αίθουσα της έμμορφης, ελεγχόμενης συγκίνησης και του στοχασμού, η ζωή αναδύθηκε γυμνή, ασυγκίνητη, ανηλεής, με τη μορφή νέων ανθρώπων, συνομήλικων, που βρίσκονταν ασύμπτωτοι στην σιγαλή οδό Ακαδημίας: διαβάτες, σινεφίλ, φρουροί, κι ένας άστεγος με κάτι-σαν-κινητό για συντροφιά. Ολοι στον ίδιο τόπο, κι όλοι χωριστά.

Παρατηρώ το χτίσιμο: πέτρες δεμένες με πλίνθους και κουρασάνι. Ρωμαϊκό, βυζαντινό. Αγκαλιάζω την χαρίεσσα φόρμα. Χαμηλώνω το βλέμμα. Στο πεζούλι του βυζαντινού ναού των Αγίων Θεοδώρων, στην πλατεία Κλαυθμώνος, ένας (μία;) μικροπωλητής, συνήθως άφαντος, έχει απλώσει την πραμάτειά του: εικονίτσες, βίους αγίων, την Αγία Μαρκέλα, τον Αγιο Κυπριανό, θρησκευτικά ημερολόγια, λιβάνι, βραχιολάκια, κομπολόγια, ένα CD με Λόγους Μετανοίας. Στην άκρη απιθωμένο ένα πλαστικό κύπελλο καφές. Ενας γενειοφόρος Πρόδρομος, νωδός, διαλαλεί ψευδά τα λαχεία του «τι σου ‘χω σήμερα, σε γλιτώνω!». Πιο πάνω, άλλος σαλός με άδειο βλέμμα, λευκογενειοφόρος με πατημένα παπούτσια σαν παντόφλες, κουνάει ένα άδειο κουτί “πεινάω” προς παγερά αδιάφορους διαβάτες, είναι αόρατος. Στο πεζοδρόμιο της Αθηνάς ένας άντρας έχει ανοίξει ένα χαρτόκουτο και επιδεικνύει καρδερίνες, λούγαρους και φλώρια, έχουν μαζευτεί καμιά δεκαριά άντρες σαράντα-πενήντα χρονών, χαζεύουν και καπνίζουν, ένας σαν κράχτης κάνει ότι ψωνίζει και βάζει σε ένα σακ βουαγιαζ ένα πουλάκι. Στις παρυφές της Ερμού, επί της Αρεως, ένας αστυνομικός με μπλε εξάρτυση καλεί έναν ινδοασιάτη μικροπωλητή για έλεγχο, αυτός κρατάει μια γαλάζι ομπρέλα ανοιχτή και τέσσερις-πέντε κλειστές σε νάιλον, το βάζει στα πόδια, ξεφορτώνεται το εμπόρευμα στο δρόμο, τρέχει με την γαλάζια ομπρέλα ανοιχτή, ο νεαρός αστυνομικός τον προλαβαίνει, του βάζει τις φωνές, ο Πακιστανός χαμογελάει διαρκώς και στριφογυρίζει ψηλά την ανοιχτή ομπρέλα, κανείς δεν δίνει σημασία, μόνο ένας σκουρόχρωμος σαλεπιτζής παρακολουθεί διακριτικά.

Κανείς δεν παραξενεύεται με αυτές τις εικόνες στο κέντρο των Αθηνών. Ολοι προσπερνούν αποτραβηγμένοι στον εαυτό τους, σκυθρωποί, κοιτάνε πέρα, μακριά, πολύ μακριά από τον τρέχοντα ζόφο. Βαλκανίλα και Κάιρο μυρίζει. Και παλιά Αθήνα του ’60, όταν οι ζητιάνοι συνωστίζονταν στα σκαλιά των εκκλησιών κάθε Κυριακή, απλώνοντας εικονίτσες και άδεια χέρια κάτω απ΄τις μύτες των νοικοκυραίων, κι όταν μαυροντυμένες κοσμοκαλόγριες με μπόγους γυρνούσαν πόρτα πόρτα πουλώντας μοσχολίβανο και καρβουνάκια.

Εικόνες απόμακρες, καταχωνιασμένες, ακατανόητες σήμερα, κι όμως επιστρέφουσες μαζικά, ορμητικά: η επαιτεία ως αναπόσπαστο μέρος του βίου, ως μια φυσικότατη εκδήλωση της διάχυτης πενίας· οι μικροπωλητές που περιφέρουν εμπόρευμα σαβούρα σε χαρτόκουτα ή κρεμασμένο στο λαιμό τους· οι παπατζήδες στο δρόμο και οι λοταριατζήδες στα καφενεία· οι μπανανοπώλες με καρότσια μπεμπέ· οι υπαίθριοι ψήστες κοκορετσιού· οι πωλητές χύμα χλωρίνης, ελαιόλαδου, φυτίνης και γιαουρτιού πόρτα πόρτα· οι δοσάδες με είδη προικός στη βαλίτσα.

Το ’50 και το ’60 εισβάλλουν βίαια στο 2012. Δεν φέρουν κανένα φολκλόρ, δεν ξυπνούν καμιά νοσταλγία, δεν περιέχουν αισθητική και καλαμπούρια, όπως αυτή που ξυπνούσαν έως πρόσφατα οι ασπρόμαυρες φαρσοκωμωδίες. Ποιος νοσταλγεί την αυλή με τη σκάφη και τον κοινό απόπατο; Αυτά ήταν για να τα βλέπουν σε Plasma 40 ιντσών και να γελάνε χορτάτοι επίγονοι, παιδιά και εγγόνια αυτών των παράξενων Ελλήνων με τα τριμμένα ντρίλια και τα παλτά της αμερικανικής βοήθειας.

Δεν θα γυρίσουμε στη σκάφη. Αλλά σε πολλά διαμερίσματα φέτος δεν άναψαν καλοριφέρ· τα αυτοκίνητα στέκουν ακίνητα, χωρίς πανάκριβη βενζίνη· οι μοτοσικλέτες μεγάλου κυβισμού ξεπουλιούνται για να αντικατασταθούν με παπί· στα γραφεία κολατσίζουν από τάπερ σπιτικά.

Γυρνάμε στη φτώχεια· δεν γυρνάμε όμως και στην αθωότητα της παλαιάς ηθογραφίας της. Οι δρόμοι είναι επικίνδυνοι, συνοικίες και αστικές ζώνες ολόκληρες έχουν μπει στα κόκκινα, οι πολυκατοικίες χτυπιούνται κάθε βράδυ, κάθε ώρα και μια διάρρηξη, αλαφιασμένοι μικρομεσαίοι προσθέτουν κλειδαριές και σίδερα.

Ο πόλισμαν της ηθογραφίας, με το γκρίζο κοστούμι-στολή και το πηλίκιο, εξαφανίστηκε· στις φυλασσόμενες ζώνες με τράπεζες και πολιτικά κτίρια στέκονται πάνοπλοι ειδικοί φρουροί με περικνημίδες και οπλοπολυβόλα. Η επιτήρηση, ο ατομικός οπλισμός και οι αυτοδικούσες μιλίτσιες προβάλλουν ως μόνες απαντήσεις στην φτώχεια, την ανασφάλεια, την ανισότητα. Ζητιάνοι, πρεζάκια, μικροπωλητές, αξύριστοι άντρες στα πεζοδρόμια, και φρουροί με οπλοπολυβόλα. Λείπουν οι προφήτες.

Η ηθογραφία διαστρωματώνεται και αλλάζει. Και λουπάρει. Ηταν η αυλή, γεράνια, πατριάρχες άντρες, μεγαλοκοπέλες, έρωτες, ένας ορισμένος νεορεαλισμός, υποβασταζόμενος από το όραμα της διαρκούς προόδου. Κατόπιν ήρθε το διαμέρισμα, κοστούμια, γαλλικούλια, κούρσες, ροκ-εν-ρολ, μπλουτζήν και καμπάνες, χουντοπόπ. Μετά, δημοκρατία και φενάκη αναδιανομής, μαζική παιδεία, πλησμονή, νεοπλουτισμός, προωθητικός φθόνος, θαυμαζόμενη ανομία, κατανάλωση, τηλεόραση, μάζα, σκυλοπόπ. Ευρώπη ― όραμα και φενάκη.

Η τελευταία στοιβάδα ηθογραφίας αναπαράγει διαθλασμένα, σαρκαστικά, ένα παλαιότερο πρόσωπό της, παραμορφωμένο, απεχθές, μια αστυνομική πτωχοκρατία. Η ηθογραφία εξελίσσεται: σαν δυστοπία.

Το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στεγάζεται προσωρινά (για χρόνια) στο μοντερνιστικό κτίριο του Ωδείου Αθηνών, στα γυμνά του υπόγεια. Το ημιτελές κτίριο του Γιάννη Δεσποτόπουλου, μέρος ενός απραγματοποίητου φιλόδοξου συγκροτήματος, στέκεται ατημέλητο αλλά κομψό μες στο παρκάκι, ένα μαρμάρινο δείγμα αττικού Bauhaus, με σταθμευμένα οχήματα μες στην πόρτα του, με έφηβους σκεϊτάδες να ακροβατούν στα πεντελικά του μάρμαρα. Το όλον συνιστά καλλιτεχνικό συμβάν, προτού καν διαβείς την πόρτα. Μια οσμή βαλκάνιας φτώχειας ξεπροβάλλει, αλλά αποκρούεται από την κομψότητα του κτιρίου, την αρχοντιά των πεύκων, την ευγένεια των υπαλλήλων, την εισχώρηση του παρελθόντος μες στο παρόν, το υπεραισιόδοξο ’60-’70 του Ωδείου ξαποσταίνει μες στο ζοφερό 2012. Μια αίσθηση ξεπεσμένου αστισμού, λοιπόν, αλλά όχι παρακμή, μια αιώρηση ανάμεσα στο οικείο και το άγνωστο, ασταθής ισορροπία σε ιστορικό μεταίχμιο· προσλήψεις του υλικού περιβάλλοντος που εκβάλλουν σε μια μεταφυσική σύλληψη του τρέχοντος.

Δεν ξέρω αν μπήκα στο ωδείο-μουσείο με αυτή την αίσθηση, ή αν κατακάθισε εντός μου, αφού είδα στα έγκατά του τον «Ζωγράφο Α.Κ.», ένα ζωγραφικό μυθιστόρημα του Γιώργου Χατζημιχάλη. Διότι και το έργο του Χατζημιχάλη μου μετέδωσε παρόμοιες μεταφυσικές δονήσεις μέσα από εξόχως υλικά σημάδια. Ενας ζωγράφος αφηγείται ζωγραφικά τον βίο, το πνεύμα και την ψυχή ενός επινοημένου προσώπου, εν προκειμένω του Α.Κ., ζωγράφου το επάγγελμα, που γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924 και πέθανε στα μέσα της δεκαετίας ’80. Ο Α.Κ. βιογραφείται μέσω των έργων του, από το πρώτα του 1939 έως τα τελευταία, των χρόνων του αυτοεγκλεισμού του, στην οικία Πολυλά 51, Κυπριάδου. Εξπρεσιονισμός, ανθρώπινες φιγούρες, αφαίρεση, τοπία, ξανά φιγούρες, κιβούρια, κενά, απουσίες· φουλ χρώμα, ολίγο χρώμα, καθόλου χρώμα, σκοτάδι· ζωγραφική, φωτογραφία, βίντεο, μακέτα. Διάφορα μέσα, διάφορες φόρμες, ένα χέρι όμως, ένα μάτι, και μια ψυχή που τρικυμίζει, επιπλέει, και στο τέλος βυθίζεται στη σιωπή. Στη σιωπή, σαν τον Παρθένη, διδάχο των Ελλήνων ζωγράφων. Στη γειτονιά των μεγάλων ζωγράφων, στην Κυπριάδου, του Κόντογλου και του Παπαλουκά, εκεί όπου ο Πικιώνης εντόπιζε μυστικά ρεύματα δροσιάς να κατεβαίνουν απ’ την Πάρνηθα.

Τα οκτώ χρόνια του εγκλεισμού του ο Α.Κ. ζωγραφίζει λεπτομέρειες του σπιτιού, όταν όλος ο κόσμος συστέλλεται και γίνεται σπίτι: πλακάκια, διακόπτες, ρουμπινέτα, σοβατεπί, δυο φέτες καλοριφέρ, μωσαϊκά, πόμολα, σύρτες, μεντεσέδες, γύψινες ροζέτες, ρωγμές, σκασίματα, κενά. Δεκάδες τετράγωνα πινακίδια, σελίδες τετραδίου, το ένα πλάι στ’ άλλο, φύλλα ημερολογίου. Είναι μια βαθύτατη, λεπταίσθητη ελεγεία για τον αστικό βίο εν Αθήναις, μια καθολικότητα κατορθωμένη με υλικά θραύσματα, βαθιά συγκινητική και ταυτόχρονα κλινικά ακριβής.

Ολα τα υπόλοιπα κεφάλαια, τα έργα, υπάρχουν για να καταλήξουν σε αυτή την αισθητική και πνευματική κορύφωση. Ζωγραφίζοντας, φωτογραφίζοντας, εικονίζοντας, ο Α.Κ. κυνηγάει την ψυχή των ανθρώπων, και τη βρίσκει όταν όλα βουβαίνονται και σιωπούν· όταν έχει στεγνώσει η ζωή, του αποκαλύπτεται η ουσία της τέχνης, και τότε σαν να γνέφει πάλι στη ζωή, δοξάζοντας τα πράγματα.

Ο βίος του Α.Κ. είναι η ζωγραφική στον 20ό αιώνα, οι αναζητήσεις και τα βάσανα των ζωγράφων, που παύουν να είναι αφηγητές του κόσμου και παρηγορητές των ανθρώπων, και γίνονται μοναχοδαρμένοι ήρωες, δημιουργοί των εαυτών τους. Κι είναι ακόμη μια σύνοψη του νεοελληνικού αστικού βίου, ένα τυραννισμένο χρονικό, φόρος τιμής στους δασκάλους των τεχνών, αλλά και φόρος τιμής στους σιωπηλούς ήρωες της ζωής, στους ανώνυμους, πλην όχι απρόσωπους, του ιστορικού πλήθους. Ο Α.Κ. δεν έχει ολόκληρο όνομα, κατάγεται από τους συνοπτικούς ήρωες του Κάφκα και του Καμύ, είναι υπαρξιακός ήρωας αλλά και ιστορικός άνθρωπος: πρωτοεκφράζεται στην αυγή του Δευτέρου Πολέμου, και σβήνει κατά τη δύση του Ψυχρού Πολέμου.

Εντοπίζω την ελληνικότητά του: τόση όση και η οικουμενικότητά του. Υπολογίζω το βάρος αυτού του μυθιστορήματος, του χρονικού, της παραβολής, στη σημερινή ιστορική σύμφραση: μου δείχνει τον Ελληνα του 21ου αιώνα, βασανισμένο, ραγισμένο, άτυχο, αλλά και βαθύ, πλούσιο, ποικίλο. Δεν εξωραΐζει, δεν νοσταλγεί, παρηγορεί κι εγκαρδιώνει, εξημερώνει. Ισως είναι ένα έργο που το γέννησε η κρίση: το άτομο τυρρανισμένο από την ύπαρξη, ζωγραφισμένο στο κάδρο της ιστορικής διάρκειας. Σίγουρα ένα έργο που έτσι είχα ανάγκη να το εισπνεύσω, ζεστό, ψυχρό, οικείο, απόμακρο, αθηναϊκό, οικουμενικό, θραυσμένο, καθολικό, σαν τις ψηφίδες των μωσαϊκών και τις ραγισματιές στα σπίτια μας. Ανάμεσα στην ύλη και τη μεταφυσική της.

Φοράει σκουφί, είναι ξανθοκάστανο, με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα. Ενα παιδί, αγόρι, δέκα-δώδεκα χρονώ, με λαμπερό πρόσωπο που το φωτογραφίζω στιγμιαία. Περπατάει σαν ακροβάτης στη νησίδα της Συγγρού, αντικρίζει τα αυτοκίνητα να κατεβαίνουν με 120 χιλιόμετρα, δεν βλέπει πρόσωπα οδηγών, μισοχαμογελά και κοιτάει μπροστά, μακριά. Μπροστά, μακριά.

Το βλέπω να χάνεται στον καθρέφτη. Ανησυχώ, έτσι ριψοκίνδυνα που ισορροπεί στο χορτάρι του κράσπεδου, ανάμεσα στην μπάρα και τον αυτοκινητόδρομο ταχείας κυκλοφορίας. Σε ποιο σημείο θα βρει κενό κυκλοφορίας για να περάσει στην ασφάλεια της όχθης; Ανησυχώ, αλλά επίσης η εικόνα του χαμογελαστού, παράτολμου αγοριού με κάποιο τρόπο ανεξήγητο με εγκαρδιώνει, μου εμφυσά πνοή αισιοδοξίας. Αρπάζομαι απ’ τη ζωντάνια της εικόνας, την έχω ανάγκη.

Εχει άγνοια κινδύνου το παιδί; Ασφαλώς. Αλλά έχει επίσης εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, στο τίναγμά του, που θα το περάσει απέναντι, μέσα από το διάκενο της κυκλοφορίας, το πιστεύει, άρα το μπορεί. Το σκεφτόμουν για ώρα· ανησυχούσα και ζήλευα. Ενα φρικιαστικό φλας, το άψυχο σώμα ενός γατιού, ένα τίναγμα που δεν ήταν αρκετό. Ζήλεια κι ελπίδα μαζί, για το αστραποβόλο βλέμμα του αγοριού που ακροπατάει στο ρείθρο για να χιμήξει στα διάκενα και να νικήσει τον αυτοκινητόδρομο.

Οι άνθρωποι κάποιας ηλικίας φοβούνται τον αυτοκινητόδρομο, όταν βρεθούν εκτός αυτοκινήτου, γυμνοί. Στέκουν παγωμένοι στην όχθη, ακόμη κι όταν βουλιάζει η όχθη και σε παίρνει το ποτάμι. Αυτό έλαμψε στην πίσω πλευρά του νου, και μου ‘φερε το ρίγος στη Συγγρού. Σε αντίθεση με το ατρόμητο αγόρι, εγώ ένιωθα τον φόβο να με τριγυρίζει, να με οριοθετεί, να με δεσμεύει. Ο φόβος μου διασκεδαζόταν από το αυτοκίνητο που με περιέβαλε σαν βαριά πανοπλία, τόσο βαριά που με προστάτευε αλλά και με έκανε δυσκίνητο, μου είχε στερήσει το τίναγμα.

Το αγόρι είναι ο νέος άνθρωπος που θα αναδυθεί ριψοκίνδυνος και πρωτοπόρος, πλαστουργός του κόσμου του, μέσα από τις στάχτες του παλιού κόσμου, του κόσμου που περιέχει εμένα τον μεσήλικα, του κόσμου που με φοβίζει και με ορίζει. Υπό μία έννοια, ζηλεύω το αγόρι διότι ο κόσμος μου δεν το περιέχει, δεν το περιορίζει· ο δικός μου φόβος δεν το αγγίζει, δεν το αφορά. Δεν έχει να χάσει τίποτε, δεν έχει κτήματα, συνήθειες, εξαρτήσεις, εμμονές, προσκολλήσεις, υποχρεώσεις, δουλείες.

Φόβος, ζήλεια. Κι ελπίδα. Στο φωτεινό πρόσωπο του αγοριού αντίκρισα ένα όραμα. Το αύριο. Με βοήθησε να ξεκολλήσω από τον ηττημένο εαυτό, από τον μίζερο εγωισμό, από την κουλτούρα του ναρκισσισμού που με ποτίζει. Στο ξαναμμένο πρόσωπό του είδα τα παιδιά μου, τους πολλώ κάρρονες, που θα γίνουν καλύτεροι, που είναι καλύτεροι. Η δική μας ήττα δεν είναι και δική τους. Η ολιγωρία μας, οι φόβοι μας, τα σφάλματα, είναι όλα δικά μας· θα πληρώσουν κι αυτά, τα άφοβα αγόρια και κορίτσια του 2012, θα πονέσουν, αλλά εντέλει θα περάσουν απέναντι, στην άλλη όχθη, γιατί διαθέτουν Το Τίναγμα, αυτό που χάσαμε εμείς μες στον δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας.

Είναι υποκρισία και αυταπάτη να λέμε ότι δεν ζούμε μια καταστροφή, μάλιστα εν προόδω. Είναι προδοσία να μην σκεφτούμε τους όρους και τις ενέργειες που μάς έφεραν στην καταστροφή. Κι είναι προδοσία ιστορική, ασυγχώρητη, έναντι εαυτών και τέκνων να μην αναιρέσουμε μία μία τις αιτίες, τις δομές και τα πρόσωπα που μας οδήγησαν στην παρούσα καταβύθιση.

Τα ξάστερα πρόσωπα των παιδιών που ακροβατούν στις ολισθηρές μας όχθες, έτσι όπως τις λασπώσαμε, επιβάλλουν το διττό καθήκον για αλήθεια και δικαιοσύνη. Χωρίς φόβο. Χωρίς οργή καν. Ψυχρά, υπολογισμένα, με βαθιά αίσθηση της ιστορίας, αμείλικτοι εν καταλλαγή. Χωρίς οίκτο για τους πρωταίτους, τους παραγωγούς της παρακμής, τους εισέτι ολίγους, κρυπτόμενους και ιδιοτελείς.

Στην παραλιακή, επανασυνδέθηκα με τον ήχο του ραδιοφώνου. Δεν έπαιζε τρομολάγνες ειδήσεις πια, δεν φούντωνε τον φόβο. Η ψυχεδέλεια χύθηκε ώς τη θάλασσα και τα νησιά, με φαζαρισμένες κιθάρες: «I had too much to dream last night / Too much to dream / I’m not ready to face the light / I had too much to dream / Last night  / Last night.»

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.018.722 hits
Αρέσει σε %d bloggers: