To σχέδιο ριζικής μεταμόρφωσης της Πανεπιστημίου και της Πατησίων έως την πλατεία Αιγύπτου, γνωστό υπό την ποπ ονομασία Rethink Athens, επικοινωνείται συστηματικά επί δύο χρόνια, ενώ πρόδρομες προτάσεις δημοσιεύονται από το 2010. Αξιοθαύμαστη επιμονή για ένα σχέδιο που φιλοδοξεί να αναπλάσει το πιο νευραλγικό τμήμα στο ιστορικού κέντρου της πρωτεύουσας της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Το χρονικό ωρίμανσης του σχεδίου είναι κι αυτό λίγο-πολύ γνωστό και υπερεπικοινωνημένο. Αυτό που δεν συζητείται αρκετά είναι η πολιτική και συμβολική αξία τέτοιων επεμβάσεων. Δηλαδή, ποια είναι η σημασία της οδού Πανεπιστημίου; Οχι μόνο η συγκοινωνιακή-κυκλοφοριακή, που έχει κι αυτή μεγάλο βάρος, όχι μόνο η εμπορική, αλλά πρωτίστως και κυρίως η συμβολική, ιστορική και ζωτικά πολιτική αξία αυτού του πολεοδομικού άξονα που ενώνει την καρδιά του κράτους, το σύμπλεγμα Κοινοβουλίου, Προεδρικού και Πρωθυπουργικού μεγάρων, υπουργείων, με το διπλό ξέφωτο: με την κλασικιστική Αθηναϊκή Τριλογία στη μία πλευρά, Πανεπιστήμιο – Ακαδημία- Βιβλιοθήκη, πνευματικό πυρήνα του ελληνικού κράτους, και με το δικαστικό-τραπεζικό-εμπορικό σύμπλεγμα, από την άλλη πλευρά. Με λίγα λόγια: οποιαδήποτε χωροταξική-λειτουργική αλλαγή σε αυτό το τμήμα του ιστορικού κέντρου συνεπάγεται αλλαγή στον υλικό συμβολισμό του κράτους.

Ποιος αποφασίζει ότι θα μετασχηματιστούν η όψη, η δομή, η κυκλοφορία και η λειτουργία αυτού του συμβολικού πυκνώματος; Σε οποιαδήποτε λειτουργική δημοκρατία, η πρώτη απάντηση θα ήταν: η εκλεγμένη πολιτική ηγεσία, όλων των βαθμίδων, συνεπικουρούμενη από τους επιστημονικούς και τεχνολογικούς θεσμούς της χώρας, και υπό εκτενή και σε βάθος δημόσια διαβούλευση. Ο δημόσιος χώρος, πολύ περισσότερο ο συμβολικά έμφορτος και πυκνός δημόσιος χώρος, είναι αδιανόητο να γίνει αντικείμενο άλλης διαχείρισης. Η αλλαγή του, εφόσον κριθεί αναγκαία, απαιτεί πολιτική και επιστημονική συνεργασία και συναίνεση· δεν είναι δυνατόν να διεξάγεται με όρους κηποτεχνικού εξωραϊσμού και καλλωπισμού facades, και να προκαλούνται προς τούτο αυθαίρετοι διαγωνισμοί, που θα απαιτήσουν εν συνεχεία ποταμούς δημοσίου χρήματος.

Παρακολουθώ το σχέδιο μεταμόρφωσης της Πανεπιστημίου-Πατησίων από την αρχή. Εχω παρακολουθήσει επίσης το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου διαλόγου περί το σχέδιο, στο οποίο συμμετέχουν κυρίως πολεοδόμοι, χωροτάκτες, αρχιτέκτονες, πρώην υπουργοί Χωροταξίας ― όλοι σχεδόν έχουν αντιρρήσεις για τη μεθόδευση και τη σκοπιπόμητα του έργου. Προξενεί ωστόσο εντύπωση ότι από αυτό τον διάλογο απουσιάζουν οι ολοκληρωμένες και συνεκτικές παρεμβάσεις των πολιτικά αρμοδίων, ήτοι των υπουργών Χωροταξίας και Υποδομών, του δημάρχου Αθηναίων, του περιφερειάρχη Αττικής, αλλά και των σχετικών επιστημονικών και πνευματικών θεσμών: του Τεχνικού Επιμελητηρίου, του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου, του Πανεπιστημίου Αθηνών, της Ακαδημίας Αθηνών. Ολα αυτά τα ιδρύματα θα έπρεπε να έχουν κληθεί να καταθέσουν απόψεις, εκθέσεις, γνώμες, στρατηγικές, μελέτες σκοπιμότητας. Εξ όσων γνωρίζω, μπορεί και να μου διαφεύγει κάτι μεγάλο, δεν έχει προκληθεί τέτοια ώσμωση ιδεών.

Απεναντίας, σύμφωνα με την πλούσια αρθρογραφία (πλήθος άρθρων και στην «Καθημερινή») και σύμφωνα με προσφυγή πολιτών και αρχιτεκτόνων στο Συμβούλιο της Επικρατείας, δεν υπάρχουν ούτε ολοκληρωμένη κυκλοφοριακή μελέτη ούτε στρατηγική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, για να μείνουμε στις απολύτως τεχνικές και μεθοδολογικές ελλείψεις.

Εχουμε γράψει πολλές φορές για τη σταδιακή εγκατάλειψη του ιστορικού κέντρου της πρωτεύουσας, μετά το Ολυμπιακό 2004, και ιδίως μετά το κράχ του 2010, που προκάλεσε εμπορική ερήμωση της Σταδίου, των Χαυτείων, της Σόλωνος. Το βαριά πληγωμένο κέντρο δεν χρειάζεται ένα ακόμη έργο έξωραϊσμού, μια ακόμη διακοσμητική gentrification όπως αυτά που έγιναν στην Ομόνοια και στην Κουμουνδούρου και έσβησαν. Το κέντρο χρειάζεται αναζωογόνηση του εμπορίου, αφύπνιση των ισογείων καταστημάτων, μετάγγιση εργαζόμενου πληθυσμού σε υπουργεία και υπηρεσίες κοινωφελούς χαρακτήρα. Το κέντρο χρειάζεται ξανά ενεργούς πολίτες, εργαζόμενους και συναλλασσόμενους, όχι χασομέρηδες και άεργους σε τραπεζοκαθίσματα και νυκτερινά παρκάκια για νταραβέρι.

Το πτωχευμένο ελληνικό κράτος κλήθηκε να διοχετεύσει σε αυτόν τον αμφιλεγόμενο εξωραϊσμό καταρχάς 80 εκατομμύρια ευρώ, εν συνεχεία 120 εκατομμύρια, αντλημένα κυρίως από το ΣΕΣ 2014-2020. Ολοι γνωρίζουν ότι έργα τέτοιας κλίμακας ξεπερνούν κατά πολύ τον αρχικό προϋπολογισμό. Αλλά το ζήτημα δεν είναι τόσο τα χρήματα (που είναι και αυτό), αλλά η σκοπιμότητα, το μακροπρόθεσμο όφελος, οι ευρύτερες επιπτώσεις, η ιστορική συνέχεια, η πολιτική ευθύνη. Ποιος αναλαμβάνει την ιστορική και πολιτική ευθύνη της μεταμόρφωσης της Αθήνας· με ποιους όρους και ποιο σκεπτικό.

Advertisements