Η νευρικότητα των αγορών, η εκτόξευση των επιτοκίων των ομολόγων και η φυγή κεφαλαίων απασχολούν τον Τύπο, ελληνικό και ξένο. Η αντίδραση των χρηματαγορών πιέζει τις κυβερνήσεις, άμεσα ή έμμεσα, στη διαμόρφωση πολιτικής· δηλαδή, οι αγορές επηρεάζουν τις αποφάσεις και με τον τρόπο τους ρυθμίζουν την εφαρμοζόμενη πολιτική, δημοσιονομική, παραγωγική, κοινωνική, θεσμική.

Κινούμενοι στον αφρό της επικαιρότητας είναι συχνά δύσκολο να εστιάσουμε στην ευρύτερη εικόνα και στο ιστορικό βάθος· ας μη λησμονούμε όμως ότι το Κραχ του 2008 δεν συνέβη επειδή κάποιες κυβερνήσεις υπερρύθμισαν τις αγορές, αλλά για το ακριβώς αντίστροφο: επειδή επέτρεψαν την πλήρη απορρύθμιση. Κι όταν οι απορρυθμισμένες φούσκες έσκασαν, τα κράτη ―δηλαδή η πολιτική δια του πλούτου των εθνών― έσπευσαν να καλύψουν τις αγορές και τους άπληστους παίκτες, να διορθώσουν, να επαναφέρουν.

Εξι χρόνια αργότερα, οι χρηματαγορές, ενισχυμένες με κρατικούς ποταμούς ρευστότητας, εξακολουθούν το άγριο κερδοσκοπικό τους σαφάρι, και εξακολουθούν να επιβάλλονται στα αδύναμα κράτη. Ισχύει αυτό για όλους; Και στον ίδιο βαθμό; Οχι. Ισχύει προφανώς για την τραυματισμένη Ευρώπη, που δεν έχει κατορθώσει ακόμη να συμφωνήσει σε μια αποτελεσματική πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης· επιπλέον, αντί να αντιμετωπίσει την απορρύθμιση και να περιορίσει τη βουλιμία των αγορών, αντί να τονώσει τη ζήτηση και να προστατεύσει τους πολίτες από την ανεργία, περιορίζει τη δημοσιονομική ευελιξία και πνίγει την ανάπτυξη, πνίγοντας έτσι κράτη και λαούς. Αποτέλεσμα: η περιφέρεια της ευρωζώνης έσπασε πρώτη από μια κρίση ρευστότητας που εξελίχθηκε ταχύτατα σε κρίση χρέους, τώρα πλήττονται τα μεγάλα κράτη του πυρήνα, και όλοι μαζί βυθίζονται σε ύφεση και αποπληθωρισμό. Εντούτοις, ακόμη και τούτη την ώρα, η Ευρώπη δεν αλλάζει πορεία, παρότι είναι ο μεγάλος ασθενής του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.

Οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους, έχουν κατορθώσει να ανατάξουν τον εθνικό τους χώρο, να περιορίσουν το έλλειμμα στο 2,8% του ΑΕΠ, από το 10% προ κρίσης, και να περιορίσουν την ανεργία στο 5,9%, ιστορικό χαμηλό εξαετίας. Πώς; Με χαλάρωση, τυπώνοντας χρήμα και μηδενίζοντας τα επιτόκια της κεντρικής τράπεζας. Δηλαδή με πολιτική βούληση και πολιτική πράξη. Δεν είναι η τέλεια λύση, δεν υπάρχουν τέλειες λύσεις και ουσιοκρατία στην πολιτική, αλλά είναι μια λύση.

Εναν άλλο δρόμο για την Ευρώπη, υπενθύμισε προχθές με τον τρόπο του ο πρώην καγκελάριος Χέλμουντ Σμιτ, μιλώντας στο Αμβούργο κατά την ανακήρυξή του σε διδάκτορα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο υπερενενηντακοντούτης πολιτικός έχει ζήσει τον τρομερό 20ό αιώνα της Ευρώπης, γι’ αυτό εστίασε στην τρομερότερη όψη της κρίσης: «Θυμάμαι την ύφεση του 1929 και αρκετές ακόμη, γι’ αυτό ξέρω τι σημαίνει εκατομμύρια άνθρωποι να είναι άνεργοι ή ποιες είναι οι παραλυτικές επιπτώσεις της ανεργίας των νέων. Γι΄αυτό έχουμε σήμερα επείγουσα ανάγκη από ένα μεγάλο επενδυτικό πρόγραμμα στην Ευρωζώνη και την Ε.Ε… Απευθύνω έκκληση για ένα πολύ ισχυρότερο ποσοτό κρατικών επενδύσεων… Ούτως ή άλλως η δική μας οικονομία εξασφαλίζει εδώ και χρόνια τα μεγαύτερα πλεονάσματα, τα οποία όμως είναι ελλείμματα των εμπορικών μας εταίρων».

Ο Χ. Σμιτ δεν συμφωνούσε με την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, δεν το έχει κρύψει. Απέναντι όμως στην διαμορφωμένη κατάσταση, την κρίση που απειλεί πλέον με πολιτική και κοινωνική ρευστοποίηση τα κράτη της Ευρωζώνης, εκτός και εντός πυρήνα, προτείνει την επαναφορά της πολιτικής, της σωφροσύνης, ενός πραγματισμού δικαιωμένου από την ιστορία, παλαιότερη και πρόσφατη.