Oι συνεχιζόμενες μάχες στο Κομπάνι, μεταξύ των Κούρδων υπερασπιστών του και των υπέρτερων δυνάμεων του Ισλαμικού Κράτους, παρακολουθούνται με κομμένη την ανάσα όχι μόνο από τους απανταχού Κούρδους αλλά και από τις μακρινές χώρες της Δύσης: είναι τόσο μεγάλη η γεωπολιτική σημασία των συρράξεων και της ρευστοποίησης της ώς τώρα γνωστής γεωγραφίας.

Ο,τι ξεκίνησε ως ανοχή και επικούρηση στο τζιχαντικό αντάρτικο για ανατροπή του καθεστώτος Ασαντ, έχει εξελιχθεί στον εφιάλτη του χαλιφάτου. Είναι γνωστή πλέον η πολύμορφη υποστήριξη προς τους τζιχαντιστές του συριακού μετώπου, από τα κεφάλαια της Σαουδικής Αραβίας και του Κατάρ, από την παροχή οδών πρόσβασης και ανεφοδιασμού εκ μέρους της Τουρκίας, από την ανοχή ή και τις πληροφορίες που πρόσφεραν δυτικές δυνάμεις ― ο καθείς για το δικό του, ξεχωριστό όφελος. Μόνο την υστάτη στιγμή, με συνεννόηση των ηγετών ΗΠΑ και Ρωσίας, απευφεύχθη η στρατιωτική επέμβαση εναντίον της Συρίας, με αφορμή τα χημικά όπλα του καθεστώτος.

Εντούτοις ακόμη και εκείνη η σύγκλιση, που την ακολούθησε η ιστορική προεσέγγιση Ουάσιγκτον-Τεχεράνης, φαίνεται ότι ήλθε αργά. Οι τζιχαντιστές του συριακού μετώπου χειραφετήθηκαν και αυτονομήθηκαν, όπως είχαν πράξει προ δεκαετιών οι μουτζαχεντίν του Αφγανιστάν: αφού ενισχύθηκαν, σχεδόν συγκροτήθηκαν, από τις ΗΠΑ για να πολεμήσουν την ΕΣΣΔ, αυτοί αυτονομήθηκαν και ίδρυσαν το ισλαμικό κράτος των ταλιμπάν. Αυτό ακριβώς το κράτος το οποίο οι ΗΠΑ ανακήρυξαν μέρος του άξονα του Κακού και έστειλαν στρατεύματά τους να πολεμήσουν τους πρώην προστατευόμενους.

Πρόκειται για το φαινόμενο της ετερογονίας των σκοπών, κατά την φιλοσοφία, ή για το φαινόμενο της υποστροφής, το blowback, κατά την ορολογία των υπηρεσιών πληροφοριών, για το οποίο προειδοποιούσε ο περίφημος Ελληνοαμερικανός πράκτορας της CIA, Γκαστ Αβράκωτος, στο τέλος του βιβλίου «Charlie Wilson’s War: The Extraordinary Story of the Largest Covert Operation in History», στο οποίο περιγράφεται αναλυτικά η επιχείρηση διείσδυσης στους μουτζαχεντίν.

Τώρα, αντιστοίχως, χρηματοδότες, σχεδιαστές και χρήστες των τζιχαντιστών προσπαθούν να ελέγξουν αυτή την παράφρονα μεταβλητή που οι ίδιοι απελευθέρωσαν. Μια υπόθεση όχι ιδιαίτερα εύκολη, στο μέτρο προ πάντων που οι Αμερικανοί και άλλοι Δυτικοί δεν επιθυμούν να εμπλακούν με χερσαίες δυνάμεις, όπως τα περασμένα χρόνια στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Ασαντ, η μόνη δύναμη που απέμεινε να αντιμετωπίσει τους εμπειροπόλεμους μαχητές του ISIS είναι οι Κούρδοι του Ιράκ και της Συρίας, πλην όμως είναι ολιγάριθμοι και ανεπαρκώς εξοπλισμένοι. Το σημαντικότερο: κομβικό ρόλο στην καταστολή του ISIS καλείται να παίξει η Τουρκία, η οποία έως και τώρα εξακολουθεί να το διευκολύνει, αποβλέποντας στην εξόντωση των Κούρδων και στην αποτροπή ίδρυσης κουρδικού κράτους στα νότια σύνορά της, αφενός, και στην οριστική συντριβή της Συρίας, αφετέρου.

Η Τουρκία γνωρίζει ιστορικά πώς να επωφελείται από μια επαμφοτερίζουσα ουδετερότητα, και επιπλέον θεωρεί ότι μπορεί να ζητήσει και να λάβει ανταλλάγματα στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Αυτό πράττει και τώρα, ωθώντας την υπομονή των Δυτικών στα όριά της. Η προκλητική παραβίαση της ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν είναι άσχετη με όσα διαδραματίζονται στο μεγάλο θέατρο του πολέμου στη μεθόριο Ιράκ, Συρίας, Τουρκίας. Υπό αυτή την έννοια, η Τουρκία του Ερντογάν ρισκάρει να υποστεί κι αυτή το φαινόμενο της υποστροφής-blowback. Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να παρακολουθεί στενά κάθε εξέλιξη και να είναι προετοιμασμένη για όλα.