Καφενεία, ταχυφαγεία, μεζεδοπωλεία, σουβλατζίδικα, αρτοποιεία, κομμωτήρια, μανικιούρ, αρωματοπωλεία του χύμα, σχολές αυτοάμυνας. Α, και «Αγοράζω Χρυσό Τιμαλφή». Ιδού, η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα της κρίσης. Στην Αθήνα της Μεγάλης Υφεσης.

Προ κρίσης, στις οικονομικές σελίδες των εφημερίδων, τα μαγαζάκια που ανοιγόκλειναν σταθερά, Εβγες, μίνι μάρκετ και ψυλικατζίδικα κυρίως, περιγράφονταν ως επιχειρηματικότητα ανάγκης. Θυμάμαι τον όρο από τα τέλης της δεκαετίας ’90. Χωρίς ιδιαίτερες δεξιότητες ενδεχομένως, χωρίς δυνατότητες να εργαστούν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ίσως επειδή δεν ήταν επαρκώς ενταγμένοι σε ένα πελατειακό δίκτυο ή επειδή δεν διέθεταν τα τυπικά προσόντα και μόρια, χωρίς δυνατότητες να απορροφηθούν από τον καχεκτικό παραγωγικό ιστό, για πολλούς λόγους τέλος πάντων, πολλοί συμπολίτες αποφάσιζαν να στήσουν δική τους δουλειά. Ενα μαγαζί.

Ακόμη και χωρίς προτέρα εμπειρία, με ένα μικρό κεφάλαιο ή με δανεικά· πάνω σε μια δική τους ιδέα, όχι ιδιαιτέρως πρωτότυπη συνήθως, ή αγοράζοντας μια άδεια franchise. Δέκα ξεκινούσαν, δώδεκα έκλειναν. Στην αρχή δυσκολεύονταν να πληρώσουν το ΤΕΒΕ, κατόπιν το ΙΚΑ και τον ΦΠΑ, λίγο αργότερα καθυστερούσαν το ενοίκιο. Εκλεινε ένα μαγαζάκι και δίπλα άνοιγε άλλο. Προ κρίσης.

Κάποια περίοδο στο οικοδομικό μας τετράγωνο είχαμε πέντε ψιλικατζίδικα (τώρα, δύο), τρία φαρμακεία (τώρα δύο), τρία καθαριστήρια (τώρα ένα), δύο κομμωτήρια (τώρα, τέσσερα). Καινούργια: δύο μανικιούρ, δύο σχολές αυτομάνυνας, πολεμικών τεχνών, καράτε κ.λπ. Οποιος τεχνίτης καταστηματάρχης βγαίνει στη σύνταξη, το κλείνει και σχεδόν πάντα χάνεται το μαγαζί: συμβαίνει με καθαριστήρια, χασάπικα, ψαράδικα. Υποκαθίστανται από αλυσίδες και μεγάλα σούπερ μάρκετ. Κάπως έτσι ανοίγουν τα κλειστά επαγγέλματα, χωρίς εργαλειοθήκες OOΣΑ και καραμούζες.

Στο καινοφανές εμπορικό περιβάλλον της Μεγάλης Υφεσης, μεγαλύτερη εντύπωση προξενεί η άνθηση των καφενείων, των μανικιούρ-κομμωτηρίων και των σχολών αυτοάμυνας. Ποια ζήτηση έρχονται να καλύψουν; Μπορούμε ευκολότερα να προσεγγίσουμε τα μαγαζιά φτηνής εστίασης, το σουβλάκι, το ρακάδικο, τη νεοταβέρνα· είναι τόποι παρηγοριάς, τόποι που ξεχνιέσαι και συνευρίσκεσαι, συνεχίζουν το καπηλειό του Παπαδιαμάντη και του Βάρναλη, την παράδοση της Ανατολής και της Μεσογείου. Δεν είναι μόνο η οικονομική στενότης, είναι και το ξεκούκκισμα του χρόνου.

Ας δούμε το καφενείο της Μεγάλης Υφεσης. Εκεί ροκανίζεται ο χρόνος της σχόλης, της αργίας, της ανεργίας και της αεργίας. Τα καφενεία εκτείνονται σαν αποικίες μυκήτων, απεγνωσμένες και συγχρόνως αυθάδεις, κατατρώγουν τον λιγοστό δημόσιο χώρο των Αθηνών, πεζοδρόμια, στοές, εσοχές. Οι περιπατητές ελίσσονται ανάμεσα σε τραπεζοκαθίσματα και ομπρέλες, υπαίθριες θερμάστρες, ακροβάτες σερβιτόρους, πλανόδιους μουσικούς και επαίτες ― ή κατεβαίνουν στο οδόστρωμα. Τις καθημερινές στα καφενεία αναπαράγεται πλήξη και κατήφεια, οι περισσότεροι σκαλίζουν σμάρτφοουν, μόνο η νεολαία τιτιβίζει ανέμελη. Συχνά δίνουν η εντύπωση ότι λειτουργούν σαν τέλματα με αργή ανάδευση.

Τα μανικιούρ-κομμωτήρια υπάρχουν εντελώς εξωστρεφή: τζάμι παντού, όλο το μαγαζι είναι μια βιτρίνα-installation και οι πελάτες με τους εργαζόμενους υποκείμενα μιας διαρκούς performance. Τα πιο αγωνιώδη αναγράφουν στη βιτρίνα ή σε πινακίδα πεζοδρομίου τις προσφορές τιμών για νύχια, φορμάρισμα, κούρεμα, από 5 ευρώ, πακέτα και προσφορές. Είναι το τελευταίο αποκούμπι του well being, αχνή υπόμνηση των παλαιών χρόνων, είναι η παραμυθία του beauté με ένα πεντάευρο, είναι η καταφυγή στο σώμα, η περιποίηση του σάρκινου χιτώνα για ελάχιστη ανακούφιση του φέροντος. Βeauté, γυμναστική, τατουάζ: όχι τριμπαλισμός, αλλά το μοναχικό άτομο που πάει να ξεχωρίσει με τα σημάδια της σωματικής αυτάρκειας.

Μόνος με το σώμα σου. Και εναντίον όλων. Στο Depression Εra δεν εμπιστεύεσαι κανέναν. Η κοινωνία ράγισε και σπάει, σπάνε οι συνεκτικοί δεσμοί, τα συμβατικά ήθη του καιρού ειρήνης αλλάζουν. Τώρα είναι πόλεμος. Η άφιλη πόλη κρύβει απειλές, στους δρόμους, στα πάρκα, στις πλατείες. Αστυνομικοί-αστακοί περιπολούν· ματαίως, επιτείνουν την ανασφάλεια. Οι σχολές αυτοάμυνας υπηρετούν αυτή την ανάγκη: τον φόβο και το ένστικτο αυτοσυντήρησης το μοναχόλυκου, αυτού που νιώθει ότι ζει εκτός πλαισίου, εκτός κοινωνικής συστοιχίας, άνευ προστασίας, του ξεμοναχιασμένου ή απορριφθέντος που νιώθει ότι δεν υπάρχει γι’ αυτόν κράτος πρόνοιας και κράτος δικαίου, δεν υπάρχει θεός και αφέντης, μόνο ο εαυτός του, το σώμα του, οι γροθιές και η διαρκής του επαγρύπνηση. Μαθαίνει πάλι την ξεχασμένη τέχνη του πολέμου, κουνγκ φου, καράτε, ζίου ζίτσου, αναπνέει βαθιά, είναι έτοιμος για όλα. Η μητρόπολη έχει γίνει σκοτεινή Γκόθαμ Σίτυ και ο flaneur είναι πληβειο-Μπάτμαν.