Παρότι η τρέχουσα ειδησεογραφία μονοπωλείται από την επίσκεψη της τρόικας και την, όπως πάντα, επώδυνη υπενθύμιση για τις μνημονιακές υποχρεώσεις, τα προαπαιτούμενα και τα ισοδύναμα, η πιο ενδιαφέρουσα συζήτηση έχει αρχίσει να διεξάγεται γύρω από δύο άλλα θέματα, μετατροϊκανά και μεταμνημονιακά: τη ρύθμιση του χρέους και την οικονομική ανασυγκρότηση.

Για τη ρύθμιση του χρέους ακούγονται ήδη πολλές προτάσεις, και όλες συγκλίνουν σε έναν σκοπό: πώς θα διαμορφωθεί ένα ρεαλιστικό τοκοχρεωλύσιο, τέτοιο που θα καταφέρει να το εξυπηρετεί η ελληνική οικονομία, η βαριά πληγωμένη από την εξαετή ύφεση και την φονική ανεργία. Τέτοιο που να μη στερεί από την κοινωνία τους απαραίτητους πόρους για την αναπαραγωγή της και βέβαια για την κατεπείγουσα πια ανασυγκρότηση.

Υπό αυτή την έννοια, ο τρόπος ρύθμισης του χρέους είναι ούτως ειπείν τεχνικό ζήτημα· το αιτούμενο αποτέλεσμα όμως είναι πολιτικό: να μπορέσει η χώρα να επιβιώσει όχι ως αποικία χρέους, με κοινωνική και δημογραφική αφυδάτωση, αλλά να ανακτήσει τις προϋποθέσεις ανάπτυξης. Η χρονική επιμήκυνση, η σταθεροποίηση των χαμηλών επιτοκίων, η απομείωση των υψηλών επιτοκίων, η απόσυρση χρέους από την ΕΚΤ, το μορατόριουμ πληρωμής τόκων για ένα κρίσιμο διάστημα, όλα τα τέτοια εργαλεία συντείνουν στο ουσιαστικό κούρεμα του χρέους, το καθιστούν εξυπηρετήσιμο χωρίς να κουρεύουν τις δυνατότητες επιβίωσης όπως συμβαίνει τώρα.

Ακόμη όμως και η ευνοϊκότερη ρύθμιση χρέους, δεν είναι αρκετή για την ανάταξη. Πάλι η πολιτική βούληση και το στρατηγικό σχέδιο παίζουν τον πρωταρχικό ρόλο, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Για να ξεκολλήσει η χώρα από το πρωτοφανές υφεσιακό τέλμα απαιτείται ένα αναπτυξιακό σοκ, τέτοιο που καταρχάς μόνο το κράτος μπορεί να προκαλέσει. Για να το προκαλέσει όμως χρειάζεται ρευστότητα, ροή κεφαλαίων, κυρίως από ευρωπαϊκούς πόρους, εφόσον η χώρα και είναι στεγνωμένη και φυσικά δεν διαθέτει δικό της νόμισμα. Αυτή η ρευστότητα μπορεί να εξασφαλιστεί μέσω των ποικίλων κοινοτικών χρηματοδοτικών προγραμμάτων (το ΕΣΠΑ είναι ένα από αυτά), της ποσοτικής χαλάρωσης που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, πιστώσεων της Ευρωπαϊκής Επενδύσεων. Ακόμη και οι αντιρρήσεις της Γερμανίας θα καμφθούν αν η Ελλάδα έχει πειστικές προτάσεις για την ανασυγκρότησή της.

Εδώ, δύο ερωτήματα. Πρώτον, αν η Ελλάδα έχει πράγματι να προτείνει πολλές και πειστικές προτάσεις άξιες να χρηματοδοτηθούν. Η απάντηση οφείλει να παραχθεί από τους Ελληνες.

Δεύτερον, ποιος είναι ο λυσιτελέστερος τρόπος για την ένεση ρευστότητας και το αναπτυξιακό σοκ. Φαίνεται ότι οι συμβατικοί τρόποι μεταβίβασης ρευστότητας δεν λειτουργούν. Ιδίως στην ελληνική περίπτωση, όπου ίσως πρέπει να λειτουργήσει μια οικονομία πολέμου, η ρευστότητα δεν μπορεί να χάνεται σε περίπλοκους λαβύρινθους, μεταξύ κοινοτικών, εθνικών και τραπεζικών γραφειοκρατιών. Το χρήμα πρέπει να φτάσει γρήγορα και αδιαμεσολάβητα στους παραγωγούς, τις επιχειρήσεις και τους πολίτες, παρακάμπτοντας τις εμπορικές τράπεζες. Η ιδέα ξεκινά από τον Κέινς, που πρότεινε να αποτίθενται χρήματα σε στοές ορυχείων, και τον Φρίντμαν, που φαντάστηκε ελικόπτερα να ρίχνουν χρήματα, και ωριμάζει με τον ‘Helicopter’ Μπεν Μπερνάνκι που μηδένισε τα επιτόκια της Fed. Εφαρμόστηκε εν μέρει από την Αυστραλία. Και με άλλα λόγια υποστηρίζεται από διαφορετικούς μεταξύ τους οικονομολόγους και κεντρικούς τραπεζίτες. Το περασμένο καλοκαίρι η έγκριτη επιθεώρηση Foreign Affairs φιλοξένησε σχετική μελέτη για την άμεση μεταβίβαση ρευστότητας («Print Less but Transfer More: Why Central Banks Should Give Money Directly to the People»).

Απομένει να δούμε, πρώτον, αν είναι έτοιμη η Ευρώπη για τέτοια μεταφορά πόρων. Και κυρίως να δούμε τον ελληνικό πολιτικό σχηματισμό να διαχειρίζεται λυσιτελώς μια τέτοια πρωτόγνωρη ένεση ρευστότητας. Αυτά, ναι, είναι μεταρρυθμίσεις.