Η παραίτηση του Ελληνα πρεσβευτή στο Βερολίνο, αμέσως μετά την επίσημη επίσκεψη του Ελληνα πρωθυπουργού στη Γερμανίδα καγκελάριο, δεν είναι σύμπτωμα ευρωστίας του ελληνικού κράτους. Δεν γνωρίζουμε τι αναφέρει στην επιστολή του προς την ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών ο παραιτηθείς πρέσβης, μπορούμε όμως να εικάσουμε ότι θα συντρέχει σοβαρότατος λόγος για να καταφύγει σε μια πράξη με τόσο βαρύ πολιτικό συμβολισμό. Μαθαίνουμε πάντως ότι ο πρέσβης δεν συμπεριελήφθη στην ελληνική αντιπροσωπεία που συνάντησε την καγκελάριο, κατά παράβασιν του πάγιου διπλωματικού ειωθότος, γεγονός που συνιστά απομείωση του κύρους του ως εκπροσώπου της Ελληνικής Δημοκρατίας στη γερμανική πρωτεύουσα εφεξής. Η λόγω ή έργω ταπείνωση ενός πρεσβευτή είναι ταπείνωση του ελληνικού κράτους. Αν λοιπόν υποθέσουμε ότι το κράτος δεν σέβεται τον πρεσβευτή που έχει ορίσει το ίδιο, πώς να τον σεβαστούν οι ξένοι;

Δεν μας ενδιάφερει το παρασκήνιο της παραίτησης. Οσα βλέπουμε στο εγχώριο προκήνιο είναι αρκετά για να μας βάλουν σε σκέψεις για την κατάσταση των θεσμών, για τον αυτοσεβασμό των αιρετών αξιωματούχων και των συμβούλων τους, για τον σεβασμό προς τους μόνιμους κρατικούς λειτουργούς, τον σεβασμό προς τους κανόνες και τα τηρούμενα πρωτόκολλα, και την εκ τούτων απορρέουσα αξίωση να σέβονται το ελληνικό κράτος οι διεθνείς συνομιλητές αλλά και οι διαρκώς παρατηρούντες πολίτες. Ο αιρετός άρχων φέρει την ισχύ της λαϊκής ψήφου, εκφράζει τη λαϊκή βούληση, έχει την ευθύνη των αποφάσεων και των πράξεών του, αλλά ταυτοχρόνως φέρει τη βαριά ευθύνη να υπηρετεί τους θεσμούς και όλους τους πολίτες διαχρονικά, όχι μόνο την εκλογική του πελατεία, όχι να πράττει κατά το προσωπικό του γούστο. Οι κυβερνήσεις έρχονται και παρέρχονται, η Ελληνική Δημοκρατία συνεχίζει.

Δυστυχώς η διαρκής και βαθιά κρίση των τελευταίων ετών έχει υπονομεύσει σε μεγάλη έκταση την έννοια του κρατικού αξιωματούχου, αιρετού ή μόνιμου, ο οποίος υπηρετεί πάνω απ’ όλα το εθνικό συμφέρον και τη δημοκρατική τάξη, και όχι το κομματικό ή προσωπικό συμφέρον, προσφέροντας ένα διαρκές παράδειγμα συνέχειας και σταθερότητας. Ολο και αραιότερα βλέπουμε από τους αξιωματούχους συνεπή και συνεκτική συμπεριφορά statesman, homme d’état. Στον λόγο, στις εκφράσεις, στη σύνολη συμπεριφορά, ανώτατοι πολιτικοί παράγοντες, εκπρόσωποι της κυβερνήσεως, του κοινοβουλίου, των κομμάτων, θυμίζουν δημαγωγούς καφενείου ή συνοικιακούς κομματάρχες, νταήδες φωνακλάδες σε πηγαδάκια, χαρακτήρες θεατρικής επιθεώρησης. Η τέτοια χύδην συμπεριφορά ίσως επιλέγεται επειδή θεωρείται λαϊκή, εύληπτη, δημοφιλής. Ισως. Εν τοιαύτη περιπτώσει, μιλάμε για κυνισμό. Υποψιαζόμαστε όμως ότι η λαϊκίζουσα χυδαιότης επιλέγεται ελλείψει άλλων προσόντων: άρθρωσης επιχειρημάτων, ικανότητας διαλόγου, παιδείας, πίστης σε αξίες και αρχές.

Η κρίση οδηγεί αφεύκτως σε αστάθεια, σε ανασφάλεια, σε κλονισμό. Τότε χρειάζεται, περισσότερο από ποτέ, η νηφαλιότητα και η γενναιότητα των πολιτικών, ο αυτοσεβασμός. Βλέπουμε το αντίθετο: Η έλλειψη δημοκρατικής αγωγής και πολιτικού ήθους υποκαθίσταται από βολονταρισμό, επιθετικότητα και ωμότητα, εκφράζεται ως παράκαμψη ή και περιφρόνηση του θεσμικού πλαισίου. Πιθανότατα συμβάλλει και μια προϊούσα αίσθηση απώλειας της ισχύος.

Η σοβαρότερη συνέπεια είναι η διάχυση της περιφρόνησης σε όλην την πολιτική κοινωνία, σε όλη τη δημόσια σφαίρα, είναι η γενίκευση της ασέβειας προς τους θεσμούς και ο κλονισμός της πίστης προς τη δημοκρατία. Κάπου εκεί επωάζεται ο έμπρακτος θαυμασμός του ούτως κατηχούμενου λαού προς διάφορους «αντισυστημικούς» μπράβους.