Το δημοψήφισμα για την απόσχιση της Σκωτίας από το Ηνωμένο Βασίλειο κατέλαβε υψηλή θέση στη διεθνή δημοσιότητα λίγες ημέρες πριν τη διεξαγωγή του. Δικαίως: ενδεχόμενη απόσχιση της Σκωτίας θα ήταν καίριο πλήγμα στο γόητρο και την εναπομείνασα ισχύ του Ηνωμένου Βασιλείου, πρώτο μετά την τεράστια απομείωση που υπέστη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με τις, λίγο-πολύ, βίαιες ανεξαρτητοποιήσεις των πρώην αποικιών από την αυτοκρατορία.

Ανεξαρτήτως εκλογικού αποτελέσματος, η Σκωτία είναι βέβαιο ότι από σήμερα θα αλλάξει status: θα κυμαίνεται από την πλήρη ανεξαρτησία έως την πολύ διευρυμένη αυτονομία. Διότι, ακόμη κι αν δεν υπερισχύσει η ψήφος υπέρ της ανεξαρτητοποίησης, η κυβέρνηση του Ντέιβιντ Κάμερον και η ηγεσία του αντιπολιτευόμενου Εργατικού Κόμματος έχουν ήδη υποσχεθεί ειδικό καθεστώς προνομίων, φορολογικών, προνοιακών, διοικητικών. Και ακριβώς αυτά τα προνόμια πιθανόν να κρατήσουν αναμμένη τη φλόγα της ανεξαρτησίας. Πολύ περισσότερο, που η προνομιακή μεταχείριση της Σκωτίας θα υποδαυλίσει, υποδαυλίζει ήδη, ανάλογες απαιτήσεις από τα άλλα διακριτά μέρη του Ηνωμένου Βασιλείου, με πρώτη τη Βόρειο Ιρλανδία.

Η αυτονόμηση της Σκωτίας δεν αφορά μόνο τους 5,3 εκατομμύρια Σκωτσέζους. Οπως πολλά άλλα ανάλογα συμβάντα, δεν έχει μόνο τοπική-εθνική σημασία, αλλά προκαλεί γεωπολιτικές ανακατατάξεις ευρύτερης εμβέλειας. Καταρχάς, πολλαπλασιάζει το βάρος του δημοψηφίσματος του 2017, με το οποίο οι Βρετανοί θα αποφασίσουν αν θα αποσχιστούν από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Προφανής αντίφαση, οφειλόμενη εν πολλοίς στον τυχοδιωκτισμό και την αλαζονεία των Οσμπορν και Κάμερον: ένα οιονεί διαιρεμένο κράτος θα αποφασίσει το 2017 αν επιθυμεί να παραμείνει ψυχικά διαιρεμένο και μονάχο, ένα νησί αποκομμένο από την ήπειρο, χωρίς θαλασσοκρατορία, χωρίς αποικίες, χωρίς στρατηγικό βάθος.

Αυτή η διάχυτη τάση αποσχίσεων και απομονωτισμού μάς αφορά ως Ευρωπαίους. Πώς θα διαμορφωθεί η ισορροπία στην Ευρώπη χωρίς ισχυρή και ενεργό Βρετανία; Δύσκολο να το φανταστούμε, στο μέτρο που οι νεότεροι χρόνοι σφραγίζονται από την ισορρροπία δυνάμεων μεταξύ Βρετανίας, Γαλλίας, Γερμανίας, Ρωσίας, και κατά τον 20ό αιώνα, μετά την πτώση των αυτοκρατοριών, με την αποφασιστική συμβολή των ΗΠΑ.

Μήπως βαδίζουμε προς μια Ευρώπη πολλών μικρών και αδύναμων κρατών, εύκολα χειρίσιμων από τα ολίγα ισχυρά κράτη; Ποιος θα ωφεληθεί από τον κατακερματισμό των κρατών και την απίσχναση της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας; Από την άλλη, ό,τι ξορκίζεται τώρα στην Σκωτία, όπου με απολύτως ειρηνικό και δημοκρατικό τρόπο ετέθη η απόσχιση, έχει συμβεί στη μετά το ’89 Ευρώπη πολλές φορές, βίαια και απροσχημάτιστα: θυμίζουμε την πολυδιάσπαση της Γιουγκοσλαβίας, με τελευταία πράξη την ίδρυση του κράτους-φαντάσματος στο Κόσοβο, το βελούδινο, πλην ανεξήγητο, διαζύγιο Τσεχίας – Σλοβακίας, το πλήθος των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών, την πιθανότατη πολυδιάσπαση της Ουκρανίας.

Τα σύνορα στην Ευρώπη, χαραγμένα εν πολλοίς με δύο παγκόσμιους πολέμους, έχουν προ πολλού πάψει να είναι ιερά και απαραβίαστα. Στο πλαίσιο μιας λειτουργούσας και βιώσιμης ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, τα σύνορα θα ήταν πωρώδη έως και εικονικά. Ομως η πολιτική και οικονομική ενοποίηση δεν προχωρεί· μόνο η νομισματική ένωση προχώρησε, και μάλιστα γεννώντας παρά επιλύοντας προβλήματα, έτσι ασύμμετρα που εκδιπλώθηκε. Η θεμιτή δυσπιστία των Ευρωπαίων πολιτών γεννιέται λοιπόν εξαιτίας υπαρκτών ασυμμετριών και καθυστερήσεων· ο ευρωσκεπτικισμός αναπτύσσεται ως αντίδραση σε ένα υδροκεφαλικό κέντρο εξουσίας αποκομμένο από τις κοινωνίες και τα έθνη-κράτη. Δυστυχώς, η απάντηση σε αυτό το ιστορικό ρεύμα ευρωσκεπτικισμού, σεπαρατισμού, εθνικισμού, φυγοκέντρησης, δεν μπορεί να είναι το μείγμα απειλών και υποσχέσεων, ηθικισμού και κυνισμού, αδράνειας και υποτίμησης, που χρησιμοποίησε η κυβέρνηση του Λονδίνου και χρησιμοποιούν ακόμη οι ηγέτες της Ε.Ε.