Η ανασκαφή στην Αμφίπολη και ο δημόσιος θόρυβος που ξεσηκώνει δίνουν την αφορμή για μερικές σκέψεις. Καταρχάς, το αιφνίδιο ενδιαφέρον για την Αμφίπολη αναζωπυρώθηκε μες στον Αύγουστο επειδή διαδόθηκε ότι εκεί βρίσκεται ένας βασιλικός τάφος, από τη δυναστεία των Μακεδόνων βασιλέων, πιθανόν του γιου του Μεγάλου Αλεξάνδρου ή της συζύγου του. Και μόνο το άκουσμα του ονόματος Αλέξανδρος είναι αρκετό για να ερεθίσει την κοινή γνώμη. Είναι το Χρυσό Δισκοπότηρο της αρχαιολογικής και ιστορική έρευνας, αλλά και της λαϊκής φαντασίας. Από τη Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου, του 17ου αιώνα, ώς τον ήρωα του Καραγκιόζη.

Θυμόμαστε πόσος θόρυβος είχε προκληθεί πριν δύο δεκαετίες, το 1992 αν θυμάμαι, όταν η αρχαιολόγος Λιάνα Σουβαλτζή είχε δηλώσει ότι βρήκε τον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην έρημο Σίουα της Αιγύπτου. Εντέλει δεν εξακριβώθηκε ποτέ ότι ο Αλέξανδρος ετάφη εκεί, πλησίον του Μαντείου του Αμμωνος Διός… Βεβαίως οι Ιντιάνα Τζόουνς ανά την Γη και οι συγγραφείς ιστορικών θρίλερ εξακολουθούν να αναζητούν και να προσκομίζουν τεκμήρια. Η κ. Σουβαλτζή μάλιστα εξέδωσε σχετικό βιβλίο, στον εκδοτικό οίκο του κ. Αδωνη Γεωργιάδη, όπου υποστηρίζει ότι κάποιοι ανθέλληνες συνωμότησαν για να μην ολοκληρωθεί ποτέ η μεγαλύτερη ανακάλυψη στα χρονικά της αρχαιολογίας.
Στην Αμφίπολη η αρχική φήμη ότι βρέθηκε ο τάφος του Αλεξάνδρου διαψεύσθηκε νωρίς. Εμεινε η άλλη φήμη να αιωρείται, περί του τάφου του γιου ή της συζύγου του. Η φήμη τροφοδοτείται και οι προσδοκίες γιγαντώνονται, αφενός με τους υπερενθουσιώδεις χειρισμούς της ηγεσίας του υπουργείου Πολιτισμού, αφετέρου, με τον μηντιακό πολλαπλσασιασμό.

Οι σοβαροί αρχαιολόγοι ωστόσο είναι συγκρατημένοι. Περιμένουν να δουν το σύνολο των ευρημάτων, τα οποία θα επιτρέψουν καταρχάς την χρονολόγηση του μνημείου και, κατά δεύτερον, θα βοηθήσουν να οριστεί η φύση του μνημείου και η ταύτιση προσώπων και γεγονότων. Για την χρονολόγηση απαιτείται μελέτη στρωματογραφικών τομών, μελέτη του αρχιτεκτονικού ρυθμού και της πλαστικής των γλυπτών, προπάντων μελέτη της κεραμικής που τυχόν θα βρεθεί. Μόνο αξιολογώντας όλα αυτά τα ευρήματα, θα είναι δυνατή η χρονολόγηση του μνημείου. Και μόνο αν χρονολογηθεί και προσδιοριστεί ο χαρακτήρας, θα είναι δυνατόν να σχηματισθεί και μια βάσιμη υπόθεση για τη φύση και τη λειτουργία του μνημείου. Εκτός κι αν σε κάποιο αφανέρωτο θάλαμο, σε κάποια επιγραφή ή αλλο στοιχείο, περιέχεται ατόφια όλη γνώση και η αλήθεια ― κάτι που μένει να βρεθεί.

Ας μη βιαζόμαστε λοιπόν. Κάθε αρχαιολογική ανακάλυψη έχει την αξία της, αλλά συνήθως άλλη από αυτή που της αποδίδει ο δημόσιος θόρυβος. Η γνώση του παρελθόντος δεν βρίσκεται μόνο στα έργα τέχνης, αλλά πολύ περισσότερο στα απομεινάρια του υλικού βίου, της καθημερινής ζωής. Εχει περάσει ένας αιώνας από την ρομαντική άποψη ότι αρχαιολογία είναι η ιστορία της αρχαίας τέχνης, όταν σπουδαίοι, κατά τα άλλα, αρχαιολόγοι κρατούσαν τα κτερίσματα των προϊστορικών τάφων και πετούσαν σε λάκκους τους ανθρώπινους σκελετούς.

Η συλλογική συνείδηση ενός λαού συγκροτείται με την ανάπλαση του παρελθόντος, μια διαδικασία κατά την οποία συμφύρονται μυθικά και ιστορικά στοιχεία, αναδεικνύονται ήρωες και απονέμονται εκ των υστέρων η νίκη και οι στέφανοι, λειτουργούν μηχανισμοί εξιδανίκευσης και υπεραναπλήρωσης. Είναι αναγκαία αυτή η διαδικασία, η μη τυπικά επιστημονική ιστορική, για να αποκτήσουν οι κοινωνίες συνοχή και ταυτότητα. Οχι όμως άμετρα, όχι καθ’ υπερβολήν. Διότι στην υπερβολή ελλοχεύουν όχι μόνο το θεσμικό Kitsch αλλά και το ρεζιλίκι, η διάψευση και η απογοήτευση. Δεν μας έλειψαν δα οι τύμβοι, οι τάφοι, τα μνημεία.

Advertisements