Στην Αθήνα συζητάμε για το πού θά καταλήξει η τακτική συνάντηση των Ελλήνων υπουργών με την τρόικα, τούτη τη φορά στο Παρίσι. Δηλαδή, οι δανειστές θα δεχθούν ότι η δημοσιονομική περιστολή και οι συνοδές μεταρρυθμίσεις προχωρούν κατά τα συμφωνηθέντα; Θα δεχθούν μια κάποια προσαρμογή του προγράμματος ενώπιον του σημείου μηδέν που έχει περιέλθει η ελληνική οικονομία;

Ωστόσο, περισσότερο από ποτέ ίσως, η κατάληξη της τέτοιας επιτήρησης-διαπραγμάτευσης δεν εξαρτάται μόνον από την προσέγγιση των δύομερών ούτε από τη σχετική πρόοδο των μεταρρυθμίσεων· η ίδια η φύση της σχέσης Ελλάδας-τρόικας διαμορφώνεται πλέον υπό την σκιά ιστορικών διεργασιών που συγκλονίζουν την Ευρώπη, με τρόπο που δεν έχει ξανασυμβεί από την έναρξη της διεθνούς κρίσης του 2008 και την κρίση χρέους στις χώρες της ευρωπαϊκής επεριφέρειας.

Καταρχάς, το ελληνικό πρόβλημα έχει καταδειχθεί ότι είναι μέρος ενός γενικότερου ευρωπαϊκού προβλήματος· αυτού που ταλανίζει τώρα τους γίγαντες της ευρωζώνης, τη Γαλλία και την Ιταλία. Δεύτερον, η άτεγκτη ορθοδοξία που συνείχε το νεοφιλελεύθερο υβρίδιο με δημοσιονομική λιτότητα και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, δεν απέδωσε· αντιθέτως, ευθύνεται για τη βύθιση της ευρωζώνης σε στασιμότητα, ύφεση, ανεργία και αποπληθωρισμό. Τρίτον, αποδεικνύεται επικίνδυνη ή και ολέθρια η δογματική προσήλωση στην απαραβίαστη αρχιτεκτονική του ευρώ, καθώς και η απαγόρευση στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να λειτουργεί σαν δανειστής εσχάτης καταφυγής.

Τέταρτον, οι επείγουσες ανάγκες των κρατών της ευρωζώνης προσκρούουν όχι μόνο στην πολιτική ορθοδοξία του Βερολίνου, αλλά στην ίδια την κρατική δομή της Γερμανίας: το Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρσλρούης δεν αναγνωρίζει στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα το δικαίωμα να στηρίζει απευθείας τα κράτη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, κατά τη διάρκεια κρίσιμων ευρωδιασκέψεων, η καγκελάριος Μέρκελ απέφευγε να πάρει θέση, ενόψει γνωματεύσεων του πανίσχυρου Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο ουσιαστικά λειτουργεί υπεράνω του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Δηλαδή, οι Γερμανοί δικαστές της Καρλσρούης ρυθμίζουν ή απορρυθμίζουν την ευρωζώνη κατά τις προβλέψεις και τις ερμηνείες του γερμανικού Συντάγματος.

Με πληθωρισμό στο εφιαλτικό όριο 0%, ήταν αναμενόμενη η αντίδραση του Μάριο Ντράγκι, ο οποίος εξήγγειλε στο Τζάκσον Χόουλ «αντισυμβατικές δράσεις» για ενίσχυση της ενεργού ζήτησης και για αποτροπή του αποπληθωρισμού και της συνεχιζόμενης ύφεσης στην ευρωζώνη. Τα «ανορθόδοξα» Draginomics ακολουθούν με καθυστέρηση την πολιτική της αμερικανικής Fed μετά το 2008 και τα ιαπωνικά Αbenomics μετά το 2012· ουσιαστικά κάνουν την ΕΚΤ δανειστή εσχάτης καταφυγής για όλες τις χώρες του Ευρωσυστήματος. Και για την Ελλάδα.

Για να εφαρμοστεί όμως το εύλογο σχέδιο Ντράγκι, προϋποτίθεται πολιτική ευελιξία και συναίνεση· απαιτείται πρωτίστως να καμφθεί η αντίσταση της ηγεμονεύσας Γερμανίας που υπαγορεύει τη λιτότητα. Πώς θα καμφθεί η Γερμανία; Ο,τι φάνταζε αδύνατον το 2010 ή το 2011, φαίνεται εφικτό το 2014, διότι η εθελοτυφλία και οι αναβολές απειλούν με δυσθεώρητο κόστος την ευρωζώνη, και όχι μόνο οικονομικό. Οι κοινωνικές θυσίες στον βωμό της ανεργίας, η πολιτική αστάθεια που πλήττει τον ευρωπαϊκό πυρήνα, η αιφνίδια γεωπολιτική ρωγμή της Ουκρανίας με το βαρύ οικονομικό κόστος, δεν επιτρέπουν την καθήλωση σε καμία ορθοδοξία.

Σε αυτό το μεταβαλλόμενο περιβάλλον η διαπραγμάτευση του χρέους και η ρύθμιση των ελλειμμάτων της Ελλάδας παίρνουν άλλο χαρακτήρα: προφανώς το επιδιωκόμενο θα είναι η τόνωση της ζήτησης, της ανάπτυξης, της απασχόλησης. Δυστυχώς, οι μετατοπίσεις στην ευρωπαϊκή πολιτική είναι συνήθως αργές· ήδη αρχίζουν να συμβαίνουν με τετραετή καθυστέρηση. Αλλά προτιμότερη μια έστω καθυστερημένη αλλαγή, από την αδράνεια και τη συνέχιση της βύθισης.