Ενας αναγνώστης ζήτησε να γράψω δυο λόγια για το Πάσχα του καλοκαιριού. Τον Δεκαπενταύγουστο, της Παναγίας. Εκ τν υστέρων, λοιπόν. Είχε δίκιο για το «Πάσχα»: τη βραδιά της εορτής, ακούω και βλέπω πυροτεχνήματα, σποραδικές εκπυρσοκροτήσεις, σαν μπαλοθιές, χιλιάδες οχήματα οργώνουν τους δρόμους, αφίσες με πάρτυ γεμίζουν κάθε στύλο της ΔΕΗ, εδώ κι εκεί ανεμίζουν λάβαρα της Βίση, εκατοντάδες αεροπλάνα προσεγγίζουν ή εγκαταλείπουν το αεροδρόμιο ανά δεκάλεπτο, ένας αχός σηκώνεται πάνω απ’ το νησί, βουή, αντάρα, τεστοστερόνη, προσδοκίες, αταβισμοί. Μύκονος.

Απέναντι, άλλος αχός. Οι φίλοι που μας ήρθαν από απέναντι, περιέγραφαν και πάλι ό,τι έχουμε δει στο νησί της Μεγαλόχαρης, αυτές τις μέρες. Την άνοδο στα γόνατα, τους Ελληνες προσκυνητές, τους καταυλισμούς των τσιγγάνων ταμένων, τους Αιθίοπες Μονοφυσίτες ταξιδιώτες, τα ειλικρινή δάκρυα μπρος στο εικόνισμα, τα πλήθη πέριξ του ναού, το εμπόριο και την πίστη, έτσι που φαντάζεσαι ήδη τον Ιησού, άλλοτε με το φραγγέλιο κατά των εμπόρων, και άλλοτε να γιατρεύει παραλυτικούς, λεπρούς, τυφλούς, δαιμονισμένους στην κολυμπήθρα της Μεσογείου. «Η πίστις σου σέσωκέ σε».

Στο ένα νησί θα έλεγε αυτό. Στο άλλο, απέναντι, θα έλεγε ίσως: «Μάρθα Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά· ενός δε έστι χρεία». Γιατί, όπως εξηγούσα στους φίλους, τα δυο νησιά φέρουν το καθένα την διττή κληρονομιά της γειτόνισσας Δήλου: το ιερό και το χρήμα, την αγιότητα και την πορνεία, την υπερβατικότητα και την εμπορία ανθρώπων, κτηνών, πραγμάτων, το πνεύμα και τη σάρκα. Τα συμβολικά φορτία καθρεφτίζουν την ουσία των ανθρώπων. Τις διαρκώς διπλές όψεις, τις αντινομίες, τις συγκρούσεις, δημιουργικές και φθοροποιές εν ταυτώ.

Αν γυρεύαμε λοιπόν έναν ξεχωριστό χαρακτήρα για το Πάσχα του καλοκαιριού, θα ήταν αυτή η αμφίστομη ένταση, η τανυσμένη συνύπαρξη ιερού και κοσμικού, ένυλου και υπερβατικού, υπερδιέργερσης και ραστώνης. Το σώμα χαϊδεύεται με ήλιο και θάλασσα, η ψυχή ποδίζει στ’ ανοιχτά, και βαθμιαία σώμα και ψυχή συντονίζονται, συντήκονται στο φως, μνήμες και προοράσεις σμίγουν, εδώ οι τεθνεώτες εντοιχισμένα οστά σε έρημα ξωκκλήσια, εδώ και η ριγηλή ματαιότης, τα κυνηγητά εφήβων πόθων, εδώ κολυμπούσες νήπιο, κι εδώ μεσόκοπος παρατηρείς μελαγχολικά το αλαλάζον πλήθος.

Μέρη πια του περιοδεύοντος πλήθους, παρατηρούμε τους άλλους του Αυγούστου, τους διπλανούς, και βλέπουμε τους εαυτούς μας. Νιώθουμε μόνοι: «ερημία μιας απέραντης ταξιδιωτικής δραστηριότητας» λέει ο Xάιντεγκερ, και εννοεί τον τουρισμό. Φταίει και η ηλικία, ακόμη και σαν επίνοια, αν όχι σαν βούλιαγμα, για τούτο το μελαγχολικό βλέμμα, τον γλυκόπικρο αναλογισμό. Οσο κι αν αρνείσαι την αγέλη, είσαι ένα κλαράκι που το παρασέρνει το ποδοβολητό.

Αλλά και το κατοπτρικό του: Η ροή του πλήθους στα αυγουστιάτικα πεδία είναι ροή ζωτικότητας. Είναι ένα ποτάμι που κατεβάζει χυμούς ζωής, αισιοδοξίας, νερά τόνωσης και νερά εξαγνισμού, κι όλα τα κλαράκια παρασύρονται πάλι, αλλά τώρα αναζωογονητικά, σε μια πορεία όχι αφανισμού αλλά εξαγνισμού, προς την κάθαρση.

Να ρεμβάζεις αλλά και να δίνεσαι της ζωής, να μελαγχολείς δημιουργικά, αλλά και να αντλείς χυμούς απ’ τη φύση, να κωπηλατείς προς το μέλλον. Τέτοια είναι η λειτουργία του αυγουστιάτικου Πάσχα, της μεσογειακής κορύφωσης του θέρους. Τέτοια ήταν, τέτοια θα ’ναι, όταν εμείς δεν θα υπάρχουμε.