H δήλωση του Γαβριήλ Σακελλαρίδη για τον επιχειρούμενο εκβιασμό του με αφορμή την ιδιωτική του ζωή προκάλεσε κινήσεις συμπαράστασης ποικίλης προελεύσεως, κυρίως επειδή μια τέτοια απειλή δεν στρέφεται εναντίον ενός μεμονωμένου συμπολίτη ή ενός δημοσίου προσώπου, αλλά εναντίον όλων. Η συζήτηση που ξεδιπλώνεται αφορά πλέον το όριο μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας, αφορά το όριο μεταξύ πολιτικής ηθικής και κανιβαλικής ηθικολογίας, αφορά έναν συγκεκριμένο τρόπο επιτήρησης και τρομοκράτησης μέσω της πληθωρισμένης νοσηρής δημοσιότητας, αφορά εντέλει την ουσία και τους όρους λειτουργίας της δημοκρατίας.

Δυστυχώς, στη διάρκεια της μεταπολίτευσης γίναμε μάρτυρες αρκετών περιπτώσεων ανθρωποφαγίας και ωμών εκβιασμών εν ονόματι πάντα της δημοσιότητας, δηλαδή της διασποράς ηδονοβλεπτικών ωμοτήτων προς βρώσιν του χαχανίζοντος κοινού. Κατ’ ουσίαν όμως οι λεγόμενες αποκαλύψεις και οι επιθέσεις κατά προσώπων συνέβαιναν για προσπορισμό κέρδους, έμμεσου ή άμεσου. Είναι περιττό να αναφερθούμε στις γνωστές θλιβερές περιπτώσεις φωτογραφιών, φημολογιών, ιταμών επιθέσεων, με αφετηρία πάντα την κρεβατοκάμαρα. Δράστες, άνθρωποι που αυτοαποκαλούνται δημοσιογράφοι, εκδότες, αυτόκλητοι Ρομπέν των δασών και Ζορρό.

Μας έπνιξαν. Και συνεχίζουν να μας βουλιάζουν. Γιατί τους ανεχθήκαμε. Και γιατί μερικοί, όμοιοι τους, τους προστάτευσαν για να τους χρησιμοποιήσουν στο μέλλον. Ιδιοι τότε και τώρα και πάντα. Να τι γράφαμε τον Ιανουάριο του 2008 για μια ανάλογη υπόθεση, την υπόθεση Ζαχόπουλου:

«Κι όμως, τους περισσότερους από τους θλιβερούς πρωταγωνιστές της κρίσης, της σημερινής και κάθε πρόσφατης, τους ξέρουμε. Γνωρίζουμε το ποιόν τους, την ηθική αντοχή τους, τη συμπεριφορά τους. Ξέρουμε τι τσακάλια κρύβονται πίσω από τις μάσκες Ζορρό, τι ύαινες υποδύονται τους Ρομπέν των Δασών, πόσο εξωνημένοι και διαβλητοί είναι οι νεοκυνικοί καραγκιόζηδες, οι δήθεν διασκεδαστές, ξέρουμε πόσο ανίκανοι και φουκαράδες, πόσο ευάλωτοι και πεινασμένοι, είναι οι κάθε λογής αξιωματούχοι. Τους γνωρίζουμε.

»Και δυστυχώς τους έχουμε ανεχθεί. Πάνω στη ράχη της ανοχής μας, της αιδήμονος ή και οργίλης σιωπής μας, οι άθλιοι απέκτησαν πλούτο, φήμη, δύναμη. Τους ανέχθηκαν δικαστές, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, πιεζόμενοι, εκβιαζόμενοι, κολακευόμενοι, ή απλώς αδιαφορούντες. Και η ζούγκλα θέριεψε, κατέλαβε όλο τον διαθέσιμο χώρο, η λοιδωρία αδυνάμων βαφτίστηκε σάτιρα, τα πορνοανέκδοτα βαφτίστηκαν χιούμορ, το κράξιμο βαφτίστηκε κριτική, τα πτώματα και οι κρεβατοκάμαρες έγιναν πρωτοσέλιδα και πρωτοβίντεο, ο κανιβαλισμός έγινε επάγγελμα.

»Τα βλέπαμε όλα αυτά. Τα ξέραμε. Τους ξέραμε. Και αυτοί έθαλλαν θρασείς, λειτουργοί των Αγίων Μέσων, μες στην καχεκτική δημοκρατία των επικοινωνιών και του cool σχετικισμού.

»Ομως η ξεφτίλα δεν αυτορρυθμίζεται, δεν φρενάρει από μόνη της. Το ψέμα διαστέλλεται διαρκώς, αυτοτροφοδείται, γίνεται θέαμα καυτό για το πλήθος των ανδράποδων: παρακολουθούμε ηδονικά τη βύθισή μας. Εως το σημείο πνιγμού.» (Στη ράχη της ανοχής, 19.01.2008)

Ελπίζαμε τότε ότι η πολιτική κοινωνία θα νικούσε μακροπρόθεσμα· ότι θα κέρδιζε την ύπαρξή της στον μη βιασμένο, τον βαθύ χρόνο της πολιτικής και της ιστορίας· ότι δεν θα άφηνε να την δυναστεύει ο εκβιαστής, ο υποκριτής, ο ανθρωποφάγος. Δεν ήρθε αυτή η ώρα. Τα δηλητηριώδη παράσιτα θεριεύουν πάλι, μέσα σε πολιτικά και κοινωνικά ερείπια. Ελπίζω να βρούμε το συλλογικό σθένος, την πυγμή και τη νηφαλιότητα για να τα ξεριζώσουμε, αν όχι για πάντα, τουλάχιστον για όσο χρειάζεται να σηκωθούμε στα πόδια μας αξιοπρεπείς και ελεύθεροι. Ας αρχίσουμε από κάπου.