Η έξοδος στις αγορές σχολιάζεται ποικιλοτρόπως από πολιτικούς και οικονομικούς αναλυτές, εντός και εκτός συνόρων. Κοινή διαπίστωση: η επιτυχής άντληση 3 δισ. ευρώ με επιτόκιο 4,95%, μέσω πενταετούς ομολόγου βελτιώνει το ψυχολογικό κλίμα, σημαίνει μια δειλή επιστροφή της χώρας στις χρηματαγορές, με δεδομένο πάντα ότι η πιστοληπτική διαβάθμιση της χώρας παραμένει στα «σκουπίδια», και το αντλούμενο ποσόν είναι μικρό. Η βελτίωση του ψυχολογικού κλίματος ίσως επίσης διευκολύνει μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις να αναζητήσουν κεφάλαια στο εξωτερικό, εφόσον οι ελληνικές τράπεζες αδυνατούν να τις δανειοδοτήσουν.

Οικονομικά το ομόλογο δεν αποφέρει άμεσα οφέλη. Επιβαρύνει το χρέος, ήδη υπέρογκο και μη βιώσιμο, με περίπου 75 εκατομμύρια τόκους ετησίως, κατά δε το έτος λήξεως, 2019, τα 3 δισ. θα προστεθούν σε τότε ώριμο πληρωτέο χρέος 8 δισ. Αρα το νέο βάρος δυσχεραίνει την ήδη τιτάνια προσπάθεια εξυπηρέτησης του χρέους. Πολύ περισσότερο που, καθώς φαίνεται, όλη η προσπάθεια αναδιάρθρωσης θα επικεντρωθεί στη μετακύλιση του χρέους. Λογικά, λοιπόν, η πρώτη έκδοση ομολόγου θα έπρεπε να επιχειρηθεί μετά την αναδιάρθωση, την οποία έχει υποσχεθεί η Ευρώπη μετά το καλοκαίρι.

Συνοπτικά: Το ομόλογο αγοράζει πολιτικό χρόνο. Ακριβό. Ισως αποδώσει κάτι, αν διατεθεί για επαναγορά παλαιού χρέους. Πιθανότερο είναι να διατεθεί για πληρωμή των ληγόντων ομολόγων Μαϊου, περ. 9,5 δισ., δεδομένου ότι το Eurogroup χώρισε την οφειλόμενη δόση των 8,3 δισ. σε τρεις υποδόσεις, ζητώντας την εκπλήρωση προαπαιτουμένων. Είναι γνωστό όμως ότι η πολιτική αντοχή της κυβερνήσεως και της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας είναι απολύτως οριακή· δεν μπορούν να ψηφιστούν άλλα μέτρα.

Ωστόσο, πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι τόκοι της πενταετίας αφαιρούνται, αφενός, από την ήδη συρρικνωμένη κοινωνική πρόνοια, από τα αφαιμασσόμενα σχολεία, νοσοκομεία, επιδόματα αδυνάμων· αφετέρου, από το ήδη κάτισχνο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, το οποίο φυσιολογικά θα έπρεπε να είναι η ατμομηχανή της οικονομίας.

Advertisements