Είναι τρομακτική μες στη βουβαμάρα της η ταινία από τις φυλακές Νιγρίτας, που ανήρτησε η Καθημερινή. Πολύ πιο τρομακτική από την ομιλούσα ταινία των Μπαλτάκου-Κασιδιάρη.

Πίσω από τη σιωπή και τα βουβά πλην εύγλωττα σούρτα-φέρτα, πίσω από την πόρτα του μεταβατικού χώρου, του κελιού-«ψυγείου», εκεί που δεν υπάρχει ούτε εικόνα ούτε ήχος, εκεί εκτυλίσσεται το δράμα. Από πολλές απόψεις, το δράμα μας, ένα δράμα που μας αφορά: η θανάτωση ενός ήδη τραυματισμένου ανθρώπου, ενός κατάδικου και φονιά, από κρατικούς λειτουργούς, ανθρώπους του νόμου.

Το δράμα έχει τίτλο: Οι φονιάδες του φονιά. Και μας αφορά διότι δείχνει μια κοινωνία που υπακούει σε δικούς της νόμους, άγραφους, ανομολόγητους, πέρα και πάνω από τον πολιτισμό των απέξω, των ανθρώπων έξω από τη φυλακή. Ειπώθηκε ήδη ότι είναι άγραφος νόμος των φυλακών: όποιος σκοτώνει φύλακα, πεθαίνει, γιατί διαφορετικά δεν κρατιέται πειθαρχημένο το πλήθος των κατάδικων.

Η ταινία της Νιγρίτας επιβεβαιώνει τον άγραφο νόμο. Επιβεβαιώνει με τον πιο ωμό τρόπο ότι ο νόμος δεν ισχύει για όλους τους ανθρώπους σε όλη την επικράτεια, ούτε καν όταν αφορά το υπέρτατο αγαθό της ζωής, σύμφωνα με τον δικαιικό πολιτισμό χιλιετιών. Επιβεβαιώνει ότι στις φυλακές ενός προοδευμένου κράτους υπάρχει ένα «ψυγείο», ένα τυφλό σημείο, μια ενδιάμεση ζώνη εκτός νόμου, εκτός Συντάγματος, εκτός λογικής, στο λυκόφως της ανθρωπινότητας.

Η ταινία της Νιγρίτας δεν είναι η πρώτη που μας αποκαλύπτει την ύπαρξη του «ψυγείου». Το έχουμε δει σε ντοκυμαντέρ, άδειο και απειλητικό, απόκοσμο, το έχουμε δει σε κινηματογραφικές μυθοπλασίες· πάντα με ρίγος, αλλά πάντα απόμακρο φαντασιακά και γεωγραφικά, αποεδαφικοποιημένο. Στην ταινία της Νιγρίτας δεν το είδαμε καν το «ψυγείο». Αλλά το νιώσαμε. Μας πάγωσε, έτσι όπως υπονοείται διαρκώς μέσα από την ωμή καταγραφή της κάμερας που δείχνει μόνο ένα μέρος της πόρτας. Νιώθεις ότι πίσω από αυτή την πόρτα τελειώνει η ζωή όπως την εννοούμε, τελειώνουν η όραση και η ανάγνωση, τελειώνουν τα αντιληπτικά μας εργαλεία, κι αρχίζει μια άλλη περιοχή, ανεξερεύνητη, την οποία δεν μπορούμε ούτε θέλουμε να προσπελάσουμε.

Βαθμιαία, καθώς η δράση εκτυλίσσεται εκτός πεδίου, στο αόρατο, νιώθεις ότι συμμέτοχοι είναι όλοι, κι όσοι πηγαινοέρχονται αμήχανα στον διάδρομο και ο διευθυντής που απέρχεται διακριτικά για ένα κρίσιμο χρονικό διάστημα. Προπάντων νιώθεις ότι συμμέτοχος είσαι κι εσύ, ο θεατής, ο απέξω, ο μακριά, ο ευρισκόμενος στο σύμπαν των γραπτών νόμων και του έλλογου. Η κάμερα σε έχει βάλει μέσα στο «ψυγείο».

Η ψυχρή επίπεδη αφήγηση της καταγραφικής κάμερας, χωρίς χέρι σκηνοθέτη, είναι το επίβουλο μάτι που ταράζει τα αυτονόητα πολιτισμού, τις παραστάσεις κόσμου και δικαιοσύνης, τα σχήματα της ανθρωπινότητας, είναι το κακόβουλο μάτι που δείχνει τη δική μας γυμνή ύπαρξη: την αντικρίζουμε όταν ο τσακισμένος, δεμένος πισθάγκωνα, βγαίνει από το «ψυγείο», ξαναμπαίνει στο πεδίο του ορατού, σέρνεται σαν σακκί και απιθώνεται στο καθαρό περιποιημένο κελί, στον νεκροθάλαμο. Η κάμερα καταγράφει.