Το επόμενο διάστημα η οικονομία και η κοινωνία θα αρχίσουν να αντιλαμβάνονται στην ολότητά του το νέο πλαίσιο που διαμορφώνει ο πολυνόμος. Τις επόμενες ημέρες επίσης θα αρχίσει να εκτυλίσσεται το πλαίσιο των υποχρεώσεων που απομένουν να υλοποιηθούν. Ολα θα είναι διαφορετικά. Είναι από καιρό διαφορετικά.

Με δεδομένο αυτό το διαφορετικό περιβάλλον εκ μεταρρυθμίσεων και απορρυθμίσεων, ας δούμε τις μεγάλες προτεραιότητες της ελληνικής κοινωνίας. Είναι προφανώς η ανεργία, ο πιο ορατός και απτός δείκτης, ένας δείκτης δυστυχίας· μαζί, η ύφεση, και σε στενή συνάφεια με την ύφεση ο αποπληθωρισμός, η αποεπένδυση, η έλλειψη ρευστότητας. Γι’ αυτά τα θεμελιώδη δεν έχει ακουστεί τίποτε ουσιώδες όλα αυτά τα χρόνια της βίαιης προσαρμογής, από τον Μάιο του 2010 έως τον Απρίλιο του 2014, τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Ολο το εφαρμοσθέν πρόγραμμα έτεινε προς την περιστολή και τη συρρίκνωση, διά της εσωτερικής υποτίμησης και διά της ταχείας αναδιάρθρωσης της εργασίας και της επιχειρηματικότητας. Και προς τα εκεί εξακολουθεί να τείνει.

Ωστόσο η κρίσιμη, η ζωτικής σημασίας συζήτηση για ένα εθνικό σχέδιο ακάκαμψης, μάλιστα με δυναμική θεραπευτικού σοκ, για σωτηρία της κοινωνίας και της νεολαίας, δεν γίνεται. Πόσο μάλλον μια συζήτηση για δυναμική ανάκαμψη που θα ενσωματώσει μια στρατηγική βιώσιμης ανατοποθέτησης της χώρας στο ευρωπαϊκό και παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Καμία συζήτηση, κανένα εθνικό σχέδιο. Μιλάμε για ένα ισχνό προεκλογικό πλεόνασμα, και δεν μιλάμε για την αναχαίτιση της αιμορραγίας, για το πώς επειγόντως θα ανορθωθούν η παραγωγή και η απασχόληση.

Δεν συζητάμε, λ.χ., με ποια ρευστότητα και ποια κεφάλαια θα αιμοδοτηθούν η παραγωγή και η απασχόληση. Η προσδοκία των εισροών από hedge funds φαίνεται να εκπληρώνεται· πράγματι, τα κερδοσκοπικά κεφάλαια βραχείας τοποθετήσεως αποχωρούν από τις μεγάλες αναδυόμενες αγορές και αναζητούν νέους στόχους. Η Ελλάδα είναι της μόδας τώρα για τέτοια κεφάλαια, στο μέτρο που δεν διαβλέπουν συστημικό ρίσκο και στο μέτρο που εκτιμούν ότι η καθοδική πορεία οδεύει προς το τέλος της. Αλλά δεν μπορούμε να περιμένουμε ανάκαμψη από τέτοια κεφάλαια· αφενός, διότι είναι μόδα, και όπως έρχονται έτσι και θα φύγουν· αφετέρου, δεν επενδύονται σε παραγωγικές δομές, απλώς τοποθετούνται για βραχυπρόθεσμα κέρδη.

Απαιτούνται παραγωγικές επενδύσεις από θεσμικά κεφάλαια, τα οποία θα μοχλεύσουν και θα προσελκύσουν ιδιωτικά. Απαιτείται, μεταξύ άλλων, μια επενδυτική τράπεζα που θα αξιοποιήσει επιτέλους τους όποιους ευρωπαϊκούς πόρους, λ.χ. από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, για να χρηματοδοτήσει αναπτυξιακά προγράμματα μακράς πνοής προσαρμοσμένα στις ανάγκες απασχόλησης και στα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ελληνικής οικονομίας.

Για να γίνει αυτό, όμως, πρέπει να υπάρξει πολιτική βούληση και εν συνεχεία διαπραγμάτευση με τους Ευρωπαίους εταίρους, στη βάση ενός πειστικού σχεδίου ανασυγκρότησης. Τέτοιο σχέδιο μόνο οι Ελληνες μπορούν και πρέπει να συντάξουν· αυτοί γνωρίζουν τι μπορούν και τι χρειάζονται, και αυτοί πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη και τα ρίσκα ― το υποστηρίζουν ήδη ξένοι πολιτικοί, αναλυτές, τεχνοκράτες των Βρυξελών. Αυτή ακριβώς η αναγκαία εξωστρεφής βούληση μάς οδηγεί να δούμε το ελληνικό πρόβλημα στο εσωτερικό: πώς δηλαδή η ταραγμένη κοινωνία, ευρισκόμενη σε βαθύ μετασχηματισμό άνωθεν επιβαλλόμενο, θα μπορέσει να ανασυνταχθεί νοητικά, να αφομοιώσει απώλειες και νέες ισορροπίες, και να διεκδικήσει το μέλλον της.