H κατεπείγουσα εισαγωγή και ψήφιση πολυνομοσχεδίων, χωρίς διαβούλευση και χωρίς καν να γνωρίζουν οι βουλευτές τι ψηφίζουν, χαρακτηρίζει την εποχή της κρίσης. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να γίνει δεκτή η κατεπείγουσα ψήφιση ενός νόμου, λόγω έκτακτης ανάγκης, αλλά η κατά σύστημα και κατά συρροήν «έκτακτη» νομοθέτηση, είτε με «επείγοντα» συμπιλήματα είτε με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, προσβάλλει τον κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος και παραβιάζει τη διάκριση των εξουσιών μετατρέποντας τους εκλεγμένους βουλευτές-νομοθέτες σε ενεργούμενα της εκτελεστικής εξουσίας.

Ο νοσηρός εναγκαλισμός εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας εμφανίζεται με πολλά πρόσωπα. Τα νομοσχέδια διαμορφώνονται βάσει άτυπων διαβουλεύσεων υπουργών με λόμπι και ομάδες συμφερόντων, μικρών και μεγάλων, αλλά δεν προσφέρονται σε ευλόγου χρόνου διαβούλευση εντός της πολιτικής κοινωνίας και του Κοινοβουλίου. Μικρές πονηρές τροπολογίες ανατρέπουν ή αλλοιώνουν φωτογραφικά την πάγια νομοθεσία. Αλλες τροπολογίες ανακατευθύνουν μείζονες στρατηγικές: λ.χ. ο νέος τρόπος συμμετοχής/απεμπλοκής του κρατικού ΤΧΣ από την αύξηση κεφαλαίου της Eurobank ενδέχεται να σημάνει ευρείες απώλειες για το δημόσιο χρήμα.

Τέλος, μια άλλη κατηγορία νομοθετημάτων, πονηρών ή επιζήμιων, είναι τα τελευταίας στιγμής, αυτά που καταθέτουν απερχόμενοι κυβερνητικοί, καθ’ οδόν προς το νέο πεδίο του εκλογικού τους αγώνα. Φερ’ ειπείν ο απερχόμενος υφυπουργός Περιβάλλοντος Σταύρος Καλαφάτης, υποψήφιος δήμαρχος Θεσσαλονίκης, κατέθεσε σχέδιο νόμου με δεκάδες φωτογραφικές ή περιβαλλοντοκτόνες διατάξεις ― έτσι τουλάχιστον προκύπτει από το ρεπορτάζ της «Κ». Κοινός παρονομαστής, η αφειδής εξαίρεση ή παρέκκλιση ιδιαιτέρων περιπτώσεων από την περιβαλλοντική νομοθεσία: νομιμοποίηση όλων των δασικών καταπατήσεων προ του 1975, νομιμοποίηση αυθαίρετων βιομηχανιών, πολυόροφα εργοστάσια κατά παρέκκλιση, απελευθέρωση δόμησης σε οικοπέδα στο όριο εθνικού δρυμού και σε τυφλά οικόπεδα και λοιπά παράδοξα.

Η δεινή κατάσταση της χώρας αντί να οδηγεί σε σώφρονα νομοθέτηση μακράς πνοής και ταχείας ανακούφισης, οδηγεί στο αντίθετο: σε ιδιοτελή και αλυσιτελή πολυνομία, σε διαρκή υπονόμευση του εν εξελίξει ερειπίου.