kondylakis

«Για να βγει η εφημερίδα πρέπει να φάει λογοτέχνη»: η ρήση αποδίδεται στον Ζαχαρία Παπαντωνίου και αφορά πολλούς επιφανείς Ελληνες λογοτέχνες, που έγραψαν, ίδρωσαν, έχτισαν με τις λέξεις τους τις ελληνικές εφημερίδες. Κονδυλάκης, Παπαδιαμάντης, Παλαμάς, ας μη συνεχίσουμε, ο κατάλογος είναι μακρύς. Επειδή όμως γράφω στην Καθημερινή, μπαίνω στον πειρασμό να προσθέσω «πατριωτικά» τους προπάτορες, τους μυθιστοριογράφους Ανδρέα Φραγκιά και Αλέξανδρο Κοτζιά, τους κριτικούς Στάθη Δρομάζο και Τάσο Λιγνάδη, που δεν τους πρόλαβα στην οδό Σωκράτους, και τον πρόωρα χαμένο Γιάννη Βαρβέρη, τον ποιητή και κριτικό, με τον οποίο συνεργάστηκα με αγάπη και χιούμορ.

Γιατί όμως τα ανασύρω αυτά τα παλιά; Εξ αφορμής της σειράς «Ελληνες Ποιητές», την οποία επιμελείται ο ακριβός συνάδελφος και φίλος Παντελής Μπουκάλας. Ο Παντελής λοιπόν συνεχίζει με μοναδική αξιοσύνη την παράδοση λογοτεχνών δημοσιογράφων, σαν να ήταν εγγονός του συντοπίτη του Παλαμά. Χαλκέντερος αρθρογράφος και επιφυλλιδογράφος, συστηματικός κριτικός λογοτεχνίας, ποιητής από τους ξεχωριστούς της γενιάς του, δόκιμος μεταφραστής αρχαίου δράματος, και τώρα ανθολόγος με ευαισθησία και κριτήριο. Η σειρά «Ελληνες Ποιητές» υπό μία έννοια φέρει τη σφραγίδα του Παντελή Μπουκάλα, το περρίσευμα της γνώσης και της λογιοσύνης του, την αγάπη του για την ποίηση και τα ελληνικά γράμματα. Δηλαδή ό,τι έχει φανεί τόσα χρόνια μέσα από τις φιλόξενες σελίδες της «Κ» και ό,τι παρουσιάστηκε ήδη στον πρώτο τόμο της σειράς, με το εκτενές μελέτημά του για τον Καβάφη.

Αυτή είναι και η ιδιαίτερη αξία όλης της σειράς: αφενός η πρωτογενής ανθολόγηση ή η προσφυγή στους αξεπέραστους προγόνους, φερ’ ειπείν στον Κατσίμπαλη, ή σε νεότερες εμβληματικές εργασίες, όπως η ανθολόγηση Ρίτσου από τη Χρύσα Προκοπάκη. Ας μνημονεύσουμε και τον Γιάννη Κουβαρά, που επιμελείται τον Τάσο Λειβαδίτη, τον αγαπητό συνάδελφο Μιχάλη Κατσίγερα, που επιμελείται τον προσφιλή του Διονύσιο Σολωμό, τον Κώστα Μπουρναζάκη για τον Αγγελο Σικελιανό, τη Θεανώ Μιχαηλίδου για τον Βαρναλη, τον Κώστα Χατζηαντωνίου για το προλόγισμα του Παλαμά.

Μετά την ανθολόγηση, συχνά δυσκολότατη, ιδαίτερη αξία στη σειρά δίνει η πρόταξη πρωτότυπων εργοβιογραφικών μελετημάτων, τα οποία μαζί με τις σπάνιες ηχογραφήσεις, προσφέρουν ένα πυκνό πανόραμα για κάθε ποιητή. Είναι μοναδική αισθητική εμπειρία να διαβάζεις τα ποιήματα που σφράγισαν το πρόσωπο του νεότερου ελληνισμού και ταυτοχρόνως να ακούς τη φωνή του Σικελιανού, του Παλαμά, του Σεφέρη, του Εγγονόπουλου…

Δεν διαφημίζω τη σειρά. Δεν χρειάζεται το δεκανίκι μου· ο αναγνώστης της «Κ» είναι ο πιο αυστηρός κριτής. Επανέρχομαι στην ποίηση, τρεις εβδομάδες μετά την έναρξη της σειράς, για να αποδοθούν οι δέουσες τιμές στους ακοίμητους Ελληνες λόγιους που κρατούν αναμμένο το φως των γραμμάτων, τώρα, στους δύσκολους καιρούς. Πίσω από κάθε έργο που απολαμβάνουμε, υπάρχει ο κόπος και η έγνοια ανθρώπων ― μου το θύμισαν ο Σταύρος Ζουμπουλάκης και ο Κώστας Κουτσουρέλης στο πλατύσκαλο της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Επανέρχομαι για να ξαναφωτίσω τη συνέχεια, την παράδοση που ανακαλύπτει κάθε γενιά με τον τρόπο της, εν προκειμένω την ποιητική παράδοση. Επανέρχομαι για να πω ότι ο Τύπος έχει ιστορία προσφοράς στην Ελλάδα, και αυτή η εργασία είναι μια όψη της. Επανέρχομαι για να πω ψιθυριστά ότι η ποίηση είναι το καταφύγιο που χρειαζόμαστε, κι ας το φθονούμε…

Βγαίνω από το δέρμα του δημοσιογράφου. Θα έγραφα τα ίδια και σαν αναγνώστης.

φωτ.: Ιωάννης Κονδυλάκης