Είναι φορές που αναρωτιέσαι; Μα είναι δυνατόν η παραγόμενη πολιτική πράξη να είναι τόσο προβλέψιμα αλυσιτελής, τόσο κοινότοπα ανούσια; Τόσο επιζήμια ή διάφορη για το κοινό συμφέρον; Τόσο δειλή και αναίσθητη στις μεταβαλλόμενες κοινωνικές ανάγκες; Ειδικά στην παρούσα συγκυρία ιστορικής δυσκολίας.

Το σκέφτηκα αυτές τις μέρες που μαζί με την αναγελλία του δείκτη ανεργίας στο 28%, είχαμε την αναγγελία έργων αστικού εξωραϊσμού στην Πανεπιστημίου, προϋπολογισμού 80 εκατ. ευρώ, και την τελική ανάληψη των δανειακών υποχρεώσεων του Μεγάρου Μουσικής από το κράτος, ύψους 230 εκατ. ευρώ.

Εύλογα αναρωτιέται ο υπερφορολογούμενος ή άνεργος πολίτης: Αυτό το έργο αστικής ανάπλασης φιλοδοξεί να μεταμορφώσει το ιστορικό κέντρο με συνοπτικές διαδικασίες και μηδαμινή κοινωνική νομιμοποίηση. Εστω. Ποια ανάπτυξη όμως θα πυροδοτήσει στο βομβαρδισμενο αθηναϊκό κέντρο, ποια ανακούφιση θα προσφέρει στους άνεργους και στους κατεστραμμένους εμπόρους των φαλιρισμένων καταστημάτων; Γνωρίζουμε ότι οι δημόσιες επενδύσεις είναι ένα από τα βασικά εργαλεία καταπολέμησης της κρίσης, σύμφωνα με την κεϋνσιανή προσέγγιση: δημιουργείται απασχόληση, κυκλοφορεί χρήμα, παράγεται πλούτος. Αλλά η πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου και η πολλοστή ανάπλαση της Κοραή και της πολύπαθης Ομόνοιας ή της πλατείας Δικαιοσύνης, με ποιο τρόπο θα ζωντανέψουν τη ρημαγμένη Σταδίου και τα Χαυτεία; Αναρωτιέμαι, δεν έχω απάντηση.

Σκέφτομαι όμως τι μας έλεγαν Αμερικανοί ειδικοί που δούλεψαν για να ζωντανέψουν το ερημωμένο Ντιτρόιτ, την προσέγγιση που υιοθέτησαν: Στις πληγείσες ζώνες να μη μείνει κανένα ισόγειο έρημο, κλειστό, όλα να δοθούν για χρήσεις ακόμη και δωρεάν, να μπουν μέσα έμποροι, βιοτέχνες, νέοι, καλλιτέχνες, να συμβαίνει κάτι διαρκώς, όλα να κινούνται, όλα τα φώτα να ανάβουν, άνθρωποι να μπαινοβγαίνουν· θα ζωντανέψουν οι δρόμοι, κατόπιν θα ζωντανέψουν και οι όροφοι. Κάπως έτσι ζωντάνεψαν και οι πληγείσες γειτονιές του Ανατολικού Βερολίνου, μετά την επανένωση. Η Αμερικανίδα ειδικός τα έλεγε αυτά βλέποντας τα εκατοντάδες κλειστά μαγαζιά στη Σταδίου, στην Πατησίων, στο μαραμένο κέντρο.

Η προγραμματιζόμενη ανάπλαση της Πανεπιστημίου και της Ομόνοιας θα ανάψει φωτίτσες ανάπτυξης και ζωής; Υπάρχουν μες στην στρατηγική των αναπλαστών προβλέψεις και εντοπισμένες πρακτικές αναζωογόνησης της εμπορικής δραστηριότητας, πέρα από τραπεζοκαθίσματα καφενείων και πίστες για περιπατητές; Δεν το γνωρίζω. Γνωρίζουμε πάντως ότι οι όχθες της Πανεπιστημίου στο μεγαλύτερο μέρος τους καλύπτονται από δημόσια κτίρια, που εκ των πραγμάτων δεν προσελκύουν κόσμο, δεν είναι εστίες δράσεως· μόλις πέσει το φως, ο πεζόδρομος θα ερημώνει, ίσως πολύ περισσότερο από σήμερα. Τα φώτα και η κίνηση ήταν, κατά παράδοσιν, στη Σταδίου και στα Χαυτεία.

Η κρίση μάς έκανε πιο επιφυλακτικούς στα μεγάλα λόγια για μεγάλα έργα. Ιεραρχούμε διαφορετικά τις προτεραιότητες, ριζικά διαφορετικά από την ολυμπιακής εποχή της υπεραισιοδοξίας και της καταστροφικής σπατάλης. Διότι επιπλέον τώρα πια ξέρουμε πώς στήθηκε τότε το παραμύθι της ανάπτυξης: με λατρεία τσιμέντου, με διόγκωση των κατασκευαστικών εταιρειών, με διασπάθιση δημόσιων και κοινοτικών πόρων, με υπερδανεισμό και χρηματιστικοποίηση. Σε έργα βιτρίνας χωρίς συνέργειες ανάπτυξης, χωρίς προστιθέμενη αξία, χωρίς αναπτυξιακή πνοή.

Το υπερδανεισμένο Μέγαρο Μουσικής, με δημόσιο χρήμα και ιδιωτική διοίκηση, που δεν καταφέρνει να καλύψει ούτε τα λειτουργικά του έξοδα, είναι μνημείο μιας τέτοιας άφρονος πολιτικής, ένα κενοτάφιο ματαιοδοξίας. Ενα αρκεί. Ας μην το επαναλάβουμε.