You are currently browsing the monthly archive for Φεβρουαρίου 2014.

Η λεωφόρος Μακαρίου, ο πιο εμπορικός δρόμος της Λευκωσίας, μια μίνι Φίφθ Αβενιου του Νότου, ας πούμε, το βράδυ είναι σκοτεινή, κανένα φως δεν εκπέμπεται από τις άδειες βιτρίνες. Τη μέρα είναι θλιβερή. Σαν την αθηναϊκή οδό Σταδίου, καθρεφτίζει το πληγωμένο σώμα της κυπριακής οικονομίας. Πίσω από τα αλλεπάλληλα συγχαρητήρια της Ευρώπης για την πρόοδο του μνημονίου, βρίσκονται χιλιάδες κουρεμένοι πολίτες και επιχειρηματίες, που αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους και να λειτουργήσουν τις επιχειρήσεις τους. Κι αυτό σε μια χώρα όπου το ιδιωτικό χρέος ήταν πολύ υψηλό, ήδη από τα χρόνια της ανοικοδόμησης μετά την εισβολή του ’74. Σήμερα το ιδιωτικό χρέος είναι περίπου στο 300% του ΑΕΠ ― πανευρωπαϊκό ρεκόρ.

Πίσω από τα κλειστά μαγαζιά με τις πινακίδες «Πωλείται αέρας», βρίσκεται και ένας άλλος ζοφερός δείκτης, η ανεργία. Η Κύπρος δεν είχε ανεργία· το 3-4% προ κρίσης κατέγραφε απλώς τους μετακινούμενους από δουλειά σε δουλειά. Σήμερα πλησιάζει το 18% ― ίσως είναι η ταχύτερη μεταβολή εντός της Ε.Ε.

Σε αυτό το περιβάλλον οικονομικής και κοινωνικής αβεβαιότητας προστίθεται η πολιτική-εθνική αβεβαιότητα. Στα λόμπι των ξενοδοχείων συναντάς πολύ λιγότερους επιχειρηματίες, Ανατολικοευρωπαϊους και Αραβες. Υποκαθίστανται από τεχνοκράτες διπλωματικών αποστολών και sherpas, ανιχνευτές διαθέσεων, διαπραγματευτές: μαζί με το bail in και το Μνημόνιο κατέφθασε η Λύσις του Κυπριακού. Εσπευσμένα, εξπρές, συνοπτικά, πιεστικά, πακεταρισμένη βεβιασμένα με τους υποθαλάσσιους υδρογονάνθρακες, την επαύριον του κουρέματος άρχισε η διαπραγμάτευση του Κυπριακού.

Δέκα χρόνια από το δημοψήφισμα απόρριψης του Σχεδίου Ανάν, νεκρού πλέον υποτίθεται, και τρία χρόνια μετά το ναυάγιο των διμερών διαπραγματεύσεων Χριστόφια-Ταλάτ, το νέο σχέδιο λύσης, όπως προδιαγράφεται με δημιουργικές ασάφειες στην Κοινή Διακήρυξη Αναστασιάδη-Ερογλου, επαναφέρει υπό δυσμενέστερους όρους το «νεκρό» Σχέδιο Ανάν, καταργώντας ουσιαστικά την Κυπριακή Δημοκρατία και προοωθώντας ένα αμφιβόλου βιωσιμότητας μόρφωμα δύο συνιστώντων κυρίαρχων κρατών, δύο ιθαγενειών, και μιας αδύναμης ομοσπονδίας υπό την σκέπην των εγγυητριών δυνάμεων, βασικά της Τουρκίας. Πρόκειται για ένα μη βιώσιμο και λειτουργικό κρατικό μόρφωμα, ρατσιστικό και διχοτομικό, χωρίς ανάλογο στη διεθνή δικαιική και πολιτειακή εμπειρία, που παραβιάζει κατάφωρα το ευρωπαϊκό κεκτημένο σε μια χώρα-μέλος της Ε.Ε. Αναλογίες μπορούν να βρεθούν μόνο σε αποτυχημένα κράτη ή junk states, συγκαλυμμένα προτεκτοράτα.

Το γεωπολιτικό περιβάλλον έχει αλλάξει άρδην στην ΝΑ Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Είναι προφανές ότι ο απώτερος γεωπολιτικός στόχος είναι η στρατηγική επανασύνδεση Τουρκίας και Ισραήλ, μέσω του ενεργειακού δικτύου, και με σκαλοπάτι-μαξιλάρι την Κύπρο. Τον στόχο φαίνεται να επιδιώκουν ζωηρά οι ΗΠΑ, με την υποστηριστική ανοχή των Βρυξελλών. Σε αυτό το περίπλοκο ρευστό περιβάλλον, Κύπρος και Ελλάδα, λόγω επιτήρησης και οικονομικής δυσπραγίας, δεν διαθέτουν προς στιγμήν το απαραίτητο πολιτικό κεφάλαιο για να διαπραγματευτούν λυσιτελώς. Χρειάζεται χρόνος. Ενδεχόμενη εμπλοκή σε οριστικές λύσεις υπό δυσμενείς όρους, χωρίς δυνατότητες άμεσης απεμπλοκής, μπορεί να αποβεί μοιραία, με ιστορικές συνέπειες για την ακεραιότητα και τη γεωπολιτική σημασία των δύο ελληνικών κρατών. Και οι υδρογονάνθρακες, που προβάλλονται τώρα από τις κυβερνήσεις Αθηνών και Λευκωσίας, ως ελπίδες για μελλοντική ανάκαμψη, μπορεί να αποβούν γεωπολιτική κατάρα, όπως εύστοχα έχουν περιγράψει το ζήτημα οι Ισραηλινοί. Αλλά όπως δείχνει και η χθεσινή αποχώρηση του ΔΗΚΟ από την κυβέρνηση Αναστασιάδη, όλα είναι ανοιχτά, σε Κύπρο και Ελλάδα.

Η ανατροπή της κυβέρνησης Γιανουκόβιτς στον δρόμο αφήνει ένα κενό εξουσίας στην Ουκρανία, το οποίο προφανώς δεν μπορεί να καλυφθεί εύκολα, με εισπήδηση των ποικίλων αντιπολιτευτικών φατριών. Ηδη Βερολίνο, Βρυξέλλες και Μόσχα φαίνεται ότι ανησυχούν από κοινού, αν και από διαφορετική σκοπιά, για το σοβαρότατο ενδεχόμενο η χώρα να βυθιστεί στο χάος του εμφυλίου και να οδηγηθεί σε διαμελισμό. Οι μεγάλες δυνάμεις του ευρωπαϊκού και ευρασιατικού χώρου, παρά τα αντιτιθέμενα συμφέροντά τους, αναγνωρίζουν κατά βάθος ότι αν η χώρα-μαξιλάρι μεταξύ της Ρωσικής Ομοσπονδίας και της Ευρωπαϊκής Ενωσης ακολουθήσει τη μοίρα της Γιουγκοσλαβίας, κανείς δεν θα βγει ωφελημένος· ούτε γεωπολιτικά ούτε οικονομικά.

Στη διάρκεια της κρίσης Ευρωπαίοι και Ρώσοι αντελήφθησαν επίσης το αδιαλείπτως ζωηρό ενδιαφέρον των ΗΠΑ, το οποίο εκδηλώθηκε όχι μόνο με το «f*ck the Europeans» της Αμερικανίδας νεοσυντηρητικής υφυπουργού Εξωτερικών, Βικτόρια Νούλαντ, αλλά και με τα αναθερμανθέντα δόγματα Μπρεζίνσκι για τον έλεγχο της ευρασιατικής μάζας και τη φινλανδοποίηση της Ουκρανίας. Είναι προφανές ότι η σπαρασσόμενη Ουκρανία των 45 εκατομμυρίων φτωχών κατοίκων και των μερικών δεκάδων πάμπλουτων ολιγαρχών, μια τεράστια χώρα για τα ευρωπαϊκά μεγέθη, με δεκάδες αγωγούς πετρελαίου και αερίου, με βιομηχανία και φυσικούς πόρους, με τον ρωσικό στόλο στην Κριμαία, συνιστά αυτή τη στιγμή ένα στρατηγικό παίγνιο μεταξύ Ε.Ε., Ρωσίας, ΗΠΑ.

Με αυτή την έννοια, ζούμε μια συνέχιση του ιστορικού ρήγματος του 1989 και, υπό όρους, μια μετασχηματισμένη μικροεπανάληψη του Ψυχρού Πολέμου. Με κρίσιμες διαφορές: Η ευρωατλαντική συμμαχία έχει ατονήσει, οι ΗΠΑ βλέπουν προς τον Ειρηνικό, η Γερμανία βλέπει προς τη Ρωσία, η Κίνα προβάλλει ως παγκόσμια υπερδύναμη και μαζί της προβάλλουν ισχυρές άλλες χώρες του πρώην Τρίτου Κόσμου.

Ας δούμε σε αυτό το ταραγμένο πολυπολικό περιβάλλον την κλονισμένη, πτωχευμένη Ελλάδα. Το νότιο τόξο της Μεσογείου είναι πλήρως αποσταθεροποιημένο ή διαλυμένο από πολέμους: Λιβύη, Αίγυπτος, Συρία. Ανατολικά, η ασταθής Τουρκία σε αυταρχική πολιτική στροφή. Στο βάθος, το διαλυμένο Ιράκ, το νεοπαγές Κουρδιστάν, το Ιράν που προσεγγίζεται από τις ΗΠΑ. Στα Βαλκάνια, η κληρονομιά κερμάτων του Γιουγκοσλαβικού Πολέμου: κράτη φαντάσματα, όπως το Κόσοβο, και κράτη αδύναμα ή ασταθή, όπως η Βοσνία και τα Σκόπια. Φτώχεια και απαισιοδοξία, παντού. Και στην Μαύρη Θάλασσα, εκεί που βρίσκεται η ευρασιατική ραφή, η ραφή Ευρώπης και Ρωσίας, έχει εκραγεί η Ουκρανία.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα, ακόμη και υπό την παρούσα βαθύτατη κρίση, είναι μια νησίδα σταθερότητας, σχετικής αλλά ουσιαστικής. Το ελληνικό πρόβλημα μπορεί να ελπίζει σε μια βιώσιμη λύση, χωρίς αλυσιτελείς συγκρούσεις, εφόσον η Ευρωπαϊκή Ενωση, η Γερμανία και η Γαλλία στρέφουν τώρα την προσοχή τους στη ευρω-ρωσική μεθόριο. Βεβαίως μια ευνοϊκή εξέλιξη είναι μόνο κατά τι πιθανότερη, και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, δεν είναι διόλου βέβαιη· το κλίμα μπορεί ακόμη και να επιδεινωθεί, ακριβώς επειδή υπεισέρχονται πολλές μεταβλητές και η αστάθεια κορυφώνεται σε όλο το περιευρωπαϊκό τόξο. Εξ ου και προβάλλει επιτακτικότερη από ποτέ η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής συμπαγούς και μακρόπνοης, μιας διπλωματίας ευέλικτης και συνεπούς, που συμπεριλαμβάνουν ορισμένως και την τύχη του κυπριακού ελληνισμού, στη ΝΑ Μεσόγειο.

H ζωή αντιγράφει την τέχνη, η τέχνη καθρεφτίζει τη ζωή, η τέχνη προεικονίζει το μέλλον. Ολα ισχύουν. Το σκέφτομαι όταν βλέπω ταινίες του Κέν Λόουτς, του Μάικ Λι, του Πάολο Σορεντίνο, του Γιάννη Οικονομίδη· αυτοί μου έρχονται στο νου πρόχειρα, κυρίως επειδή πρόσφατα ξαναείδα το Il Divo μαζί με το νέο Grande Belezza του Σορεντίνο και το Μικρό Ψάρι του Οικονομίδη.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη σοφία για να δεις στο Il Divo, τυπικά μια προσωπογραφία του Τζούλιο Αντρεότι, την πυκνή περιγραφή της ιταλικής πολιτικής ζωής στα μολυβένια χρόνια του ’70 και την εκβολή της στον μπερλουσκονισμό. Είναι μια ευτυχής συναίρεση της τέχνης με την πολιτική, της φόρμας με το περιεχόμενο, της ενόρασης του καλλιτέχνη με την διαύγεια του δοκιμιογράφου. Ο Πάολο Σορεντίνο αφηγείται τον σκοτεινό πυρήνα της πολιτικής, της εξουσίας, σκιτσάροντας ταυτοχρόνως μες στις σκιές την ανθρώπινη ψυχή, και δείχνοντας την εξουσία ως κοινοτοπία με τεράστια τονικότητα. Ο Μακιαβέλι κινηματογραφημένος σαν docudrama.

Με άλλη φόρμα στην Grande Belezza, λιγότερο μπαρόκ αλλά αναλόγως φαντασμαγορική και πολυπρισματική, ο Σορεντίνο κινηματογραφεί πλονζέ και κοντρ-πλονζέ, σε ομόκεντρους κύκλους, την ψυχή της Ρώμης, της Ιταλίας, της Ευρώπης. Σήμερα. Την ψυχική πτώση, την ηθική παρακμή, το πνευματικό γήρας, τη μοναξιά, τον ναρκισσισμό, τον εγωτισμό του Ευρωπαίου διανοούμενου, του αστού, του ανέστιου. Η Ευρώπη υψώνεται σαν σωρός ερειπίων προς το μέλλον· στη βάση του σωρού απομένει το μεταφυσικό ρίγος, η αναζήτηση του απολεσθέντος ιερού, μέσα από οράματα και αμφισημίες.

Εδώ ο ιδιοφυής Ναπολιτάνος προεκτείνει τους κινηματογραφικούς διδάχους της italianità, οι οποίοι μέσα απ’ τις «ιταλικές» ταινίες τους έδωσαν αισθητό σχήμα στην ευρωπαϊκότητα, στην ψυχή της Ευρώπης. Ταυτοχρόνως, ανατρέχει και πάλι στους μαέστρους της Αναγέννησης· μετά τον Μακιαβέλι, στον νεοπλατωνικό Μπαλτασάρε Καστιλιόνε. Μα προπάντων ζωγραφίζει την Αιωνία Πόλη, λίκνο της ελληνορωμαϊκής-χριστιανικής Ευρώπης, σαν ενιαίο χώρο ζώντων και νεκρών, όπου η τέχνη είναι πιο δραστική από τους ανθρώπους. Χωρίς να θρηνεί όμως: ο κόσμος αυτός τελειώνει με έναν γδούπο, όχι μ’ έναν λυγμό. Ο Ματέο Ρέντσι χορεύει κάτω από την φωτεινή επιγραφή Martini το ρεμίξ της Ραφαέλα Καρρά.

Στο Μικρό Ψάρι, ο ρεαλιστής Γιάννης Οικονομίδης ακολουθεί τη στέρεη φόρμα του νουάρ, ειδικότερα του μελβιλικού νουάρ, για να φτιάξει μια διαυγή πολαρόιντ της Ελλάδας της διαρκούς κρίσης, της Ευρώπης της κρίσης, της Ευρώπης-κρίσης. Κάτω από το ψυχρό διαυγές φως του αττικού χειμώνα, περιαστικές γειτονιές χωρίς κανένα χαρακτήρα, απαράλλαχτες με τα γαλλικά, ιταλικά, σκοτσέζικα εργατικά προάστια, μια μεσογειακή-βαλκανική suburbiana, ρημαγμένα εργοτάξια, καφενεία φορτηγατζήδων στα ρέλια της Εθνικής οδού, οι ου τόποι ενός ευρωπαϊκού Mid-West.

Διπλές ζωές, κρυμμένες ζωές; Ουτε καν. Γυμνές ζωές. Κενές νοήματος, σαν τα άδεια βλέμματα, σαν τα ασυνάρτητα λόγια. Ολα πουλιούνται, όλα προδίδονται. Οι ήρωες κινούνται σαν ανδρείκελα που τα σπρώχνει βίαια μια μοίρα απανθρωπισμού, που τα καίει η εκδίκηση και η άγρια χαρά της σύγκρουσης, ας είναι και μάταιης, χαμένης από χέρι. Ετσι κινείται αμίλητα ο εκτελεστής Στράτος, το χέρι του δεν το οπλίζει το σχέδιο μιας βούλησης, αλλά το ένστικτο και η ανάγκη, το κακό ως αναπόφευκτο, έως ότου ξεχειλίσει από την αίσθηση του τραγικού.

Στις προηγούμενες ταινίες του (ιδίως, «Σπιρτόκουτο» και «Ψυχή στο στόμα») ο Οικονομίδης προεικόνιζε τη γυμνή ζωή της κρίσης που δεν είχε σκάσει ακόμη, ανασκάπτοντας στα ρείθρα του μέινστρημ, στα χαμηλά της οικογένειας, στο λαϊκό περιθώριο· φιλμάριζε νατουραλιστικά την εξαίρεση και την πρόβαλε στο όλον. Στον καιρό της κρίσης, η εξαίρεση είναι κανόνας. Το Μικρό Ψάρι αποπλέει από αυτό τον κανόνα· μπαίνει πια στα νερά του πιο σκοτεινού pulp, στον ψυχρό κόσμο των διαταραγμένων του Jim Thompson, στον κόσμο των κινηματογραφημένων The Killer Inside Me και Pop. 1280 (Coup de Torchon). Πρόκειται για ατομικές διαδρομές στη δυστοπία, εκτός κοινωνίας· η κοινωνία απλώς ζωγραφίζεται σαν δυσφορικό φόντο.

Σε αυτή τη διαδρομή, η διαυγής σιωπηλή δυστοπία του Οικονομίδη, ένας χορός νεκροζώντανων, συναντά υπογείως, στο πλατωνικό τούνελ της απόδρασης, το ρωμαϊκό κοιμητήριο μορφών, ιδεών και αγαλμάτων του Σορεντίνο, έναν χορό υπερκορεσμένων της παρακμής. Το pulp συναντά απρόσμενα το κάλλος, εφάπτονται, τέμνονται, ανακατεύουν τα χρώματά τους, σκιαγραφούν την Ευρώπη του 21ου αιώνα σαν προσδοκία και σαν φόβο.

Η άρση της ασυλίας όλων των βουλευτών της Χρυσής Αυγής, εφόσον δίνει δεκτό το δικαστικό αίτημα, οδηγεί σε καινοφανή διλήμματα την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Προέχει βεβαίως η θεμελίωση της κατηγορίας για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης και τέλεση εγκληματικών πράξεων, που δεν είναι τόσο εύκολη όσο φαίνεται και πάντως θα απαιτήσει χρόνο. Εν πάση περιπτώσει η Δικαιοσύνη καλείται να τεκμηριώσει αν οι κατηγορούμενοι ετέλεσαν εγκληματικές πράξεις και όχι αν οι ιδέες τους, τα σύμβολά τους, τα παραληρήματά τους είναι εγκληματικά και αξιόποινα· η δίκη ιδεών και προθέσεων δεν αρμόζει σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου, όσο αποκρουστικές κι αν είναι. Οι ιδέες αντιμετωπίζονται με ιδέες, η πολιτική κακία με πολιτική αρετή. Τα εγκλήματα αντιμετωπίζονται με τον πέλεκυ του νόμου.

Αν η απάντηση στο νεοναζιστικό φαινόμενο εξαντληθεί στην κατασταλτική αντιμετώπιση, χωρίς να ηττηθεί πολιτικά η Χρυσή Αυγή, ενδέχεται να προκύψουν δυσάρεστες περιπλοκές. Λ.χ., να καταγραφούν υψηλά εκλογικά σκορ υπέρ φυλακισμένων υποψηφίων· να ηρωοποιηθούν πολιτικά, άτομα που πράγματι έχουν εμπλακεί σε αξιόποινες πράξεις· να προκληθούν δυσλειτουργίες στην κοινοβουλευτική λειτουργία, τραυματίζοντας περαιτέρω το κύρος των θεσμών.

Οι βεβιασμένες, μετά μακρά ολιγωρία, διώξεις της Χρυσής Αυγής, δια της ετερογονίας των σκοπών, ενδέχεται να καταστήσουν επικίνδυνα γενικευμένο δόγμα το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» και να αποβούν επιβλαβείς για την ακεραιότητα της δημοκρατίας. Η συντριπτική πλειονότης των Ελλήνων πολιτών αισθάνεται αποστροφή για το φυλετικό μίσος και την πνευματική βαναυσότητα των θρασύδειλων νεοναζιστών, εντούτοις τα αισθήματα αυτά και τα οποιαδήποτε προσωρινά πολιτικά οφέλη δεν πρέπει να υποκαταστήσουν την πολιτική φρόνηση, τη συνταγματική τάξη, τις δικαιικές αρχές και τον ηθικό πυρήνα της δημοκρατίας. Δημοκρατικοί διώκτες και νεοναζιστές διωκόμενοι δεν συμμερίζονται το ίδιο αξιακό σύστημα. Εν εναντία περιπτώσει, τα πρόσκαιρα τακτικά οφέλη θα είναι μηδαμινά μπρος στις μεσοπρόθεσμες απώλειες.

Οι βίαιες συγκρούσεις στους δρόμους του Κιέβου θυμίζουν τη χαμένη αραβική άνοιξη, κατά την οποία η δίκαιη εξέγερση του πλήθους μεταλλάχθηκε σταδιακά σε λυσσώδη διαμάχη φατριών για την εξουσία και σε αναζωπύρωση του φονταμενταλισμού. Χωρίς δημοκρατία, με φουντωμένη την ανισότητα και την απελπισία.

Ο εν εξελίξει εμφύλιος στην Ουκρανία θυμίζει επίσης, όλο και εντονότερα, τις απαρχές του τρομερού γιουγκοσλαβικού εμφυλίου, που κορυφώθηκε με μαζικές σφαγές και τον κατακερματισμό της εύθραυστης πολυεθνικής ομοσπονδίας. Και στις δύο περιπτώσεις η σπουδή και η πίεση της Ευρώπης, μάλιστα της Γερμανίας, επέδρασαν καταλυτικά στις εξελίξεις. Στην Ουκρανία η σύνδεση με την Ε.Ε. τής ετέθη τελεσιγραφικά, με ταυτόχρονη πίεση προς την αδύναμη εκλεγμένη κυβέρνηση και προς την ανησυχούσα και απειλούσα Ρωσία. Στη Γιουγκοσλαβία ένα ανάλογο μείγμα σπουδής και ιδιοτέλειας υποδαύλισε υπαρκτές αντιθέσεις μεταξύ των εθνοτικών ομάδων και επέφερε τη βίαιη αναδιάταξη των συνόρων μέσω της σοβαρότερης πολεμικής σύρραξης σε ευρωπαϊκό έδαφος από τη λήξη του Β’ Πολέμου.

Στο γιουγκοσλαβικό μια πολυεθνική ομοσπονδία διαμελίστηκε, μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, και τα ασταθή κρατίδια προσαρτήθηκαν σε νέες ζώνες επιρροής ή έμειναν στο κενό· στο ουκρανικό παρακολουθούμε μια ακόμη πράξη αποσύνθεσης της πρώην Σοβιετικής Ενωσης, με ανοιχτό ενδεχόμενο ακόμη και τον διαμελισμό της χώρας, προκειμένου να παγιωθούν νέες ζώνες επιρροής.

Η Ουκρανία τεντώνεται ανάμεσα στις δύο ηγεμονίες. Σπάει. Το κόστος το πληρώνει ο λαός της, καθώς στη λαχτάρα για ευημερία και ένταξη στο δυτικό όνειρο (όσο έχει απομείνει) προστίθενται ωμά συμφέροντα φατριών και ολιγαρχών, αφυπνισμένα φαντάσματα εθνοτικών και θρησκευτικών αντιθέσεων, φαντάσματα αντισημιτισμού, φαντάσματα ουκρανών αποσχιστών συμπαραταγμένων με τα ναζιστικά στρατεύματα που επεύλαυναν κατά της Ρωσίας.

Οι νεκροί στους δρόμους του Κιέβου, οι συγκρούσεις ενόπλων νεοναζιστών με τις κυβερνητικές δυνάμεις, ο καιροσκοπισμός των ντόπιων βαρόνων και ολιγαρχών, υπενθυμίζουν πικρά ότι η ιστορική κίνηση που άρχισε το 1989 δεν έχει ολοκληρωθεί. Το δείχνει η Βοσνία: οι έφοδοι απελπισμένων πεινασμένων εργατών σε κυβερνητικά κτίρια και κλειστά εργοστάσια αποκαλύπτει τη μη βιωσιμότητα ή και την υποκρισία των διεθνών ρυθμίσεων, από το Ντέιτον του 1995 και εφεξής. Μετά τόσο πόνο και θάνατο, οι Βόσνιοι δεν έχουν εργασία, δεν έχουν ψωμί, δεν έχουν μέλλον.

Οι ιστορικοί έχουν περιγράψει τους δύο μεγάλους πολέμους του 20ού αιώνα ως ευρωπαϊκούς εμφύλιους για την αποτροπή καθολικής επικράτησης της μιας ή της άλλης υπερδύναμης. Στο ασυνείδητο αλλά και στην τέχνη και στη φιλοσοφία έχουν εγγραφεί ως οι μεγάλες σφαγές της νεωτερικότητας· για μερικούς, ήταν η ίδια η νεωτερικότητα, εκφρασμένη ως γενικευμένος απανθρωπισμός και μακελειό. Οι εκατό χιλιάδες νεκροί και οι ένα εκατομμύριο εκτοπισμένοι της Γιουγκοσλαβίας, οι δεκάδες νεκροί και οι εκατομμύρια απελπισμένοι της Ουκρανίας, οι 3,8 εκατομμύρια πεινασμένοι της Βοσνίας δείχνουν ότι ο βίαιος ευρωπαϊκός 20ός αιώνας προεκτείνεται ακόμη μες στον 21ο αιώνα.

Το ψυχόδραμα που υφαίνεται γύρω από το πρωτογενές πλεόνασμα δείχνει πολλά για τις πρωτογενείς ασθένειες της ελληνικής πολιτικής σκηνής, μάλιστα σε συνάφεια και με την ανοχή της ευρωπαϊκής αυθεντίας που τάχατες επιτηρεί.
Καταρχάς, η παραγωγή του πλεονάσματος είναι μαγική και σαδιστική: το πλεόνασμα δεν προκύπτει απλώς με περιστολή των δημοσίων δαπάνων, εύλογη σε αρκετές περιπτώσεις, αλλά κυρίως με καταστολή των δημοσίων επενδύσεων, με υπερφορολόγηση των εντίμων φορολογουμένων και με πάγωμα των ληξιπρόθεσμων απαιτητών πληρωμών του κράτους προς τους πολίτες. Πλην της εύλογης εξοικονόμησης, όλες οι άλλες δράσεις δολοφονούν την οικονομία. Η επιτηρούσα δια της τρόικας Ευρώπη αποδέχεται μεθοδολογικά αυτό τον μαγικό τοκετό· διαφωνεί μόνο ως προς το νούμερο και ανησυχεί μήπως η εμφάνιση πλεονάσματος επιφέρει χαλάρωση της δημοσιονομικής μέγγενης. Εξ ου και οι μικρόψυχες ενστάσεις των Βρυξελλών σχετικά με το ύψος του πλεονάσματος.

Η ασθένεια εκδηλώνεται όμως εντονότερη όταν ακούμε πώς θα διατεθεί το αιματηρό πλεόνασμα. Σύμφωνα με τις φήμες που διαχέονται από την κυβέρνηση, αυτή η «πλεονάζουσα» λίβρα σάρκας θα διατεθεί για δώρο Πάσχα σε δύο κοινωνικές ομάδες, στους ένστολους κρατικούς υπαλλήλους και στους χαμηοσυνταξιούχους. Ε, θα ανακουφιστούν προσωρινά όσοι υπέφεραν από τις άδικες οριζόντιες περικοπές, θα σκεφτεί κανείς. Το εφάπαξ δώρο θα κλείσει τρύπες.

Είναι όμως έτσι; Οχι. Η σπουδή για στοχευμένα δοσίματα, μάλιστα λίγες ημέρες προ των εκλογών, δεν ανακουφίζει την πληγωμένη κοινωνία, δεν δίνει μια ανάσα στην ξέπνοη οικονομία· αναπαράγει την πελατειακότητα και το κρατικό συσσίτιο, τις εφάπαξ παροχές σε ειδικές ομάδες πληθυσμού, την οικονομία των επιδομάτων και των ρουσφετιών.

Τι ειρωνική αντιστροφή! Οι περικοπές έγιναν οριζόντια και ισοπεδωτικά. Το δώρο θα είναι στοχευμένο, προς κοινωνικές ομάδες προστατευμένες ή προς δεξαμενές ψήφων. Σαν να λέει η κυβέρνηση ότι οι μερικές δεκάδες χιλιάδες ένστολοι, τους οποίους πράγματι ισοπέδωσε σε προηγούμενη φάση, υποφέρουν περισσότερο από τους 1,5 εκατομμύριο άνεργους και τους 1,5 εκατομμύριο ανασφάλιστους.

Να μη μοιραστεί λοιπόν το πρωτογενές πλεόνασμα στους δοκιμαζόμενους Ελληνες; Βεβαίως να μοιραστεί, η λίβρα της σάρκας τους είναι. Αλλά όχι σαν στοχευμένο δωράκι, σαν ιδιοτελής ελεημοσύνη. Να διαχυθεί σε όλη την κοινωνία, να ελαφρώσουν άδικοι έμμεσοι φόροι, να επιδοτηθεί η απασχόληση, να ανακουφιστούν οι ανασφάλιστοι, να διοχετευθεί το χρήμα έτσι που συμβολικά να ανατρέπει το κλίμα οριζόντιας αδικίας. Ετσι κι αλλιώς, λίγο είναι· ας χρησιμοποιηθεί με τρόπο που να δείχνει ένα μονοπάτι ανάταξης, το μονοπάτι της ανάπτυξης με εργασία, ισότητα και δικαιοσύνη. Αλλά αυτά απαιτούν σκέψη, κόπο, αίσθημα δικαίου· και δεν φέρνουν ψήφους.

Μπορεί να μείνουν φήμες, μπορεί τίποτε να μη γίνει, μπορεί να το απαγορεύσει η τρόικα. Αλλά και οι φήμες δείχνουν κάτι: τη νοοτροπία που δεν ξεριζώνεται, παρά τα πάθη και την πτώση· δείχνουν την αλληλομόλυνση ηγετών και υπηκόων. Την αμοιβαία εξαχρείωση με δώρα εφάπαξ.

Πέτρος Ζουμπουλάκης Αναμονή 1977. Υδατογραφία σε χαρτί

Από όποια αφετηρία κι αν ξεκινήσουμε, αναγνωρίζουμε ότι η πολλαπλώς χρεοκοπημένη Ελλάδα χρειάζεται μια γενναία μεταρρύθμιση για να επιβιώσει και να προχωρήσει. Επανίδρυση του δημοκρατικού κράτους, ανασυγκρότηση της παραγωγικής δομής, αναπροσανατολισμό της παιδείας, ενίσχυση και εμπλουτισμό της εθνικής ταυτότητας. Ο τελικός σκοπός και η ιδιαίτερη φυσιογνωμία των συνομολογούμενων μεταρρυθμίσεων ασφαλώς διαφέρουν· εξαρτώνται από ιδεολογίες και ταξικές τοποθετήσεις, από τη διαπάλη για κυριαρχία. Εντούτοις, μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι σχεδόν όλοι οι Ελληνες, ανεξαρτήτως ιδεολογίας και κοινωνικής θέσης, επιθυμούν ένα κοινό ελάχιστο: να ζήσουν αυτοί και τα παιδιά τους στον τόπο τους, εν ειρήνη, δημοκρατία και ευημερία.

Αυτό το κοινό ελάχιστο μάς οδηγεί να δούμε αφενός ποια είναι η θέση της Ελλάδας στο διεθνές περιβάλλον, ποιες οι σχέσεις της με εταίρους, συμμάχους, γείτονες, δανειστές, ποια η θέση της μέσα στο ιστορικό ευρωπαϊκό ολοκλήρωμα. Αφετέρου, να αναρωτηθούμε για τη θέση του έθνους-κράτους σήμερα σε περιβάλλον παγκοσμιοποίησης, ιδίως τη θέση ενός μικρού έθνους-κράτους υπό το βάρος μιας μείζονος οικονομικής αποτυχίας. Διότι άλλη η αντοχή ενός ισχυρού κράτους, ακόμη και στην εποχή της ιστορικής παρακμής του έθνους-κράτους, κι άλλη η αντοχή ενός μικρού κράτους, πολύ περισσότερο μιας Ελλάδας που έχει περάσει από ποικίλα στάδια εξάρτησης και υποτέλειας.

Τα ερωτήματα αυτά υπάρχουν από χρόνια, τουλάχιστον από τη δεκαετία του ’70-’80, όταν μια νεοφιλελεύθερη αντίληψη άρχισε να διαπερνά τις πολιτικές πρακτικές στον Δυτικό κόσμο, και κυρίως όταν κατακρημνίσθηκε το μπλοκ του υπαρκτού σοσιαλισμού. Είδαμε σταδιακά την υποχώρηση της ισχύος των κυρίαρχων εθνών-κρατών και την ανάδυση υπερεθνικών κέντρων ισχύος, όπως οι διεθνείς οργανισμοί, και νέων δογμάτων. Στον διεθνή λόγο, ακόμη και σε επίπεδο ΟΗΕ, υπερτονίστηκε η διάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το κράτος αντιμετωπίστηκε ως τυραννικό, κάποτε δικαιολογημένα. Αυτή η μετάβαση περιέχει μιαν αντινομία: ο ίδιος ο ΟΗΕ υπάρχει χάρη στην επέκταση της αυτοδιάθεσης των λαών και της κυριαρχίας των κρατών. Ταυτοχρόνως η δράση διεθνών οργανισμών, όπως το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα, βοηθούσης της ραγδαίας χρηματιστικοποίησης, κατευθύνθηκε προς μια αναχαρτογράφηση των οικονομικών συνόρων και σε έναν επαναπροσδιορισμό της διάκρισης ιδιωτικού-δημόσιου στις αδύναμες χώρες όπου επενέβαιναν. Η κυβέρνηση ενός κυρίαρχου κράτους υποκαταστάθηκε από τη διακυβέρνηση, με όρους εταιρικού μάνατζμεντ, και η μέριμνα για πλήρη απασχόληση, για ισοπολιτεία και εξάλειψη των κοινωνικών ανισοτήτων υποκαταστάθηκε από την εταιρική ευθύνη, τις ατομικές ευκαιρίες και τη φιλανθρωπία.

Η κρίση του 2008 έδειξε τα όρια αυτής της φούσκας ανανοηματοδότησης, και κυρίως έδειξε πώς τα συκοφαντημένα έθνη-κράτη έσπευσαν να καλύψουν με δημόσιο χρήμα τις πελώριες ζημιές που προκάλεσε η ιδιωτική απληστία του χρηματοπιστωτισμού. Εδώ στεκόμαστε τώρα: με το έθνος-κράτος κλονισμένο, με την Ευρώπη σε τροχιά παρακμής ή τουλάχιστον σε αποδρομή ισχύος.

Οι Ελληνες πολίτες, ζαλισμένοι από το σοκ της πτώχευσης, αδυνατούν να βάλουν στη σκέψη τους αυτή τη διεθνή ιστορική διάσταση. Οι περισσότεροι βλέπουν την παγκοσμιοποίηση μόνο στις κατεξοχήν υλικές φανερώσεις της: στα φτηνά κινέζικα προϊόντα και στις μεταναστευτικές ροές. Τα αποδέχονται, τα απορρίπτουν, τα φοβούνται. Με την κρίση είδαν επίσης τον καθοριστικά κυρίαρχο ρόλο των υπερεθνικών οργανισμών, των αγορών, των διεθνών καταναγκασμών. Ωστόσο σαν πολίτες εξακολουθούν να αναφέρονται στο έθνος-κράτος, σε αυτό ψηφίζουν αντιπροσώπους και ηγέτες, από αυτό προσδοκούν δημόσια αγαθά και εγγύηση του δημόσιου χώρου. Αλλωστε η ψήφος τους ή η βούλησή τους ελάχιστα ή καθόλου μπορούν να επηρεάσουν το διεθνές περιβάλλον. Κρίσιμο επίσης: δεν μπορούν να αναγνωριστούν σε μια διεθνική ταυτότητα, ακόμη και στην πιο οικεία ευρωπαϊκή, εγκαταλείποντας την εθνική ταυτότητα.

Ποια εθνική ταυτότητα όμως; Κι αυτή αδυνατισμένη είναι, μπλεγμένη σε ένα κουβάρι παλαιών και καινοφανών ιδεών, νέων υλικών δεδομένων, ρευστών συσχετισμών. Αυτή η αδυναμία, η σύγχυση ταυτότητας, βρίσκεται στην καρδιά του ελληνικού προβλήματος, εφόσον αποδεχτούμε έναν βαθμό ιδιομορφίας του στο πλαίσιο της συνολικής ευρωπαϊκής κρίσης. Διότι η εθνική ταυτοτική σύγχυση συνεπιφέρει μια αποφασιστικής σημασίας πτώση του ηθικού, του συλλογικού φρονήματος, αφενός· η σύγχυση, αφετέρου, υπονομεύει τη συλλογική ενότητα σε έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή, τη συνένωση δυνάμεων την απολύτως αναγκαία εκ της συγκυρίας. Η σύγχυση αδυνατίζει και το φρόνημα και τη βούληση για ενότητα και τις υλικές προϋποθέσεις για αντιμετώπιση της κρίσης.

Ποια εθνική ταυτότητα; Η κρίση διέλυσε την αδιάφορη ισορροπία των αυτονοήτων, των ασύμπτωτων συγκρουόμενων ατομικοτήτων, του νοσηρού κορπορατισμού. Ταυτόχρονα μάς παρακινεί να ξαναβρούμε ταυτότητα, συλλογικότητα, γενική βούληση υπό νέες συνθήκες, με νέες απαιτήσεις. Ο λόγος των πολιτικών ηγετών, όσων δρουν τώρα και όσων θα αναδυθούν στο ταραγμένο εγγύς μέλλον, πρέπει να επικεντρωθεί σε αυτή την κατεύθυνση. Να ενώνει, να συνθέτει, να συναιρεί, να υπερβαίνει, να απορρίπτει και να ξεδιαλέγει, να επικοινωνεί διαρκώς αμφίδρομα με τους πολίτες, να υποκινεί διαρκώς τις ποικίλες ομαδώσεις τους προς προωθητικές συνθέσεις. Το φρόνημα ενός έθνους, η ηθική δύναμη ενός λαού, η επαναφορά της συλλογικότητας, η ανασυγκρότηση του δημοκρατικού κράτους, είναι τα πολυτιμότερα όπλα για αντιμετώπιση της δεινής δοκιμασίας, για να διασχίσουμε την Ερυθρά Θάλασσα της χρηματοπιστωτικής πατρωνίας και της ολιγαρχικής παγκόσμιας διακυβέρνησης, ακέραιοι και αναγεννημένοι. Πολίτες και πρόσωπα, όχι καταναλωτές και νεοπληβείοι.

ζωγραφική: Πέτρος Ζουμπουλάκης, Αναμονή 1977

fra_angelico

Συναντάς έναν γνωστό, ανταλλάσσετε χαιρετισμούς, μεσολαβεί μικρή σιωπή, κενός χρόνος· αισθάνεσαι τον δισταγμό, το μετέωρο βήμα, προτού ακουστεί το «πώς τα βλέπεις τα πράγματα;» Ακούγεται ίδιο με παλιά, τετριμμένο, κοινότοπο, αλλά στον τωρινό καιρό έχει πια άλλο βάρος. Περιέχει αγωνία. Μια αγωνία που σωρεύεται χωρίς να εκτονώνεται, απεναντίας μεταλλάσσεται και πολλαπλασιάζεται. Μια αγωνία που αφορά το μέλλον, μάλιστα το απολύτως κοντινό.

Αρκετούς συμπολίτες η τέτοια αγωνία τους έχει οδηγήσει σε μια παραδοχή: η κρίση δεν είναι περαστική, έχει εγκατασταθεί μόνιμα και έχει αλλάξει ήδη τις υποκείμενες δομές του βίου. Εχουμε αλλάξει ιστορική πίστα και η πιθανότητα επανόδου στην προ κρίσης κατάσταση είναι μηδαμινή, ανύπαρκτη. Η παραδοχή αυτή, παρότι πραγματιστική, δεν παρηγορεί και βέβαια δεν φωτίζει το άδηλο μέλλον. Βοηθά όμως να μετουσιωθεί ο φόβος, να μεταμορφωθεί δυνητικά σε πιο δημιουργικές συμπεριφορές. Ορισμένως διαλύει τις αυταπάτες και αποδυναμώνει την ποικιλόμορφη προπαγάνδα. Δεν παρηγορεί.

Αλλοι πάλι αρνούνται να παραδεχτούν ότι όλα έχουν αλλάξει και ότι δεν θα επανέλθουμε σε μια κατάσταση ίδια ή παρόμοια με την προ κρίσης. Η διάγνωσή τους: η κρίση είναι παροδική, η επαναφορά στην προτέρα κατάσταση είναι δύσκολη, επίπονη, αλλά δεν αποκλείεται, είναι θέμα χρόνου. Αναγνωρίζουν το ζοφερό παρόν όπως και οι πραγματιστές, αλλά βλέπουν διέξοδο πάνω στο ίδιο επίπεδο πραγματικότητας, στην ίδια ιστορική πίστα, στο ίδιο παράδειγμα. Η τέτοια στάση απέναντι στο παρόν είναι παρηγορητική, στο μέτρο που ορίζει το μέλλον ως ανάκαμψη, ως επαναφορά στα πρότερα· σε αυτή την προσέγγιση, ο χρόνος εκτυλίσσεται ελικοειδής επί του ιδίου επιπέδου. Οι συμπολίτες αυτοί δεν βλέπουν ότι έχουμε αλλάξει ιστορική πίστα ― μάλλον: δεν θέλουν να δουν. Κι είναι πολύ περισσότεροι από τους προηγούμενους.

Η δεύτερη στάση είναι πλησιέστερη προς την αυθόρμητη αντίδραση των ανθρώπων ενώπιον μιας αλλαγής, μιας ανατροπής, μιας διάρρηξης της κανονικότητας. Η διάρρηξη εκλαμβάνεται ως παροδική και ανατάξιμη: με πόνο και κόπο ενδεχομένως, αλλά εντέλει θα επανέλθει η κανονική ροή, θα αποκατασταθεί η γραμμική πορεία προς το ολοένα καλύτερο. Αυτό συμβαίνει πράγματι σε αρκετές περιπτώσεις, όχι όμως στην παρούσα περίπτωση, όχι σε ό,τι συντελέσθηκε και συνεχίζει να συντελείται.

Καθώς διανύουμε τον τέταρτο χρόνο της κρίσης ας αναγνωρίσουμε τουλάχιστον αυτό: η κρίση έχει λάβει μόνιμα χαρακτηριστικά. Η ζωή, ατομική και κοινωνική, στο προβλεπτό μέλλον θα κυλάει με κρίση, σαν κρίση. Κρίση διττά: ως διαταραχή και ρήξη, και ως εξέταση, ζύγισμα, λογάριασμα. Αρνούμενοι να δούμε την κρίση ως νέα μόνιμη κατάσταση αρνούμαστε τη δυνατότητα να κρίνουμε τη νέα κατάσταση, να την εξετάσουμε, να τη ζυγίσουμε, να προσαρμοστούμε, να εξοπλιστούμε με νέα εργαλεία. Μόνο έτσι όμως, με κριτική παραδοχή και γνωστικό εξοπλισμό, με ενσυναίσθηση, θα μπορέσουμε να ανατρέψουμε τα δυσμενή δεδομένα για να πετύχουμε μια ευνοϊκή νέα ισορροπία.

Η φύση απεχθάνεται το κενό; Μάλλον οι άνθρωποι το φοβούνται, γι’ αυτό επινοούν πληρώματα, γεμίζουν το φοβερό ιστορικό κενό με ελπίδες, το επενδύουν με αυταπάτες. Ουσιαστικά αυτό που ζούμε δεν είναι καν κενό, είναι μετάβαση, μεταίχμιο, μετασχηματισμός, μια κατάσταση ασταθούς ισορροπίας· αυτό μας φοβίζει, όλους. Μια εκδήλωση αυτού του αρχέγονου φόβου, η οδυνηρότερη ίσως, είναι η αίσθηση αδυναμίας να ορίζουμε τις ζωές μας, σαν να μας αρπάζει ένα σιδερένιο χέρι και να μας τινάζει στο μέλλον ενώ ταυτόχρονα το ίδιο αυτό χέρι σβήνει όλα τα φώτα, τους φάρους και τις σταθερές.

O κίνδυνος του μέλλοντος μάς φέρνει ενώπιον του παρελθόντος: όλο το παρελθόν μας αναρριπίζεται μπρος στα μάτια μας, σαν έλλαμψη, γιατί κι αυτό κινδυνεύει μαζί μας. Ο πραγματιστής και ο αισιόδοξος συμμερίζονται το κοινό παρελθόν και τον κοινό κίνδυνο, γι’ αυτό συγκλίνουν, από διαφορετικούς δρόμους, στην κοινή ελπίδα της λύτρωσης· να λυτρωθούν από το χρονικό συνεχές των γεννητόρων της κρίσης, προσδοκώντας ένα ρήγμα που θα τους ξανοίξει σε ένα διαφορετικό μέλλον, ανακουφιστικό, απελευθερωτικό.

Η κρίση είναι η ιστορία· αποκτά νόημα αν τη δούμε μέσα από τα ρήγματα και τα ερείπια της, ιδίως αν τη δουν έτσι τα ανθρώπινα θύματα της κρίσης, τα οποία προσδοκούν μια διάρρηξη, μια ασυνέχεια λυτρωτική, ώστε να ισορροπήσουν στη νέα πίστα. Αυτό, ναι, μπορεί να ονομάζεται ελπίδα.

Fra Angelico, Ευαγγελισμός, 1442-43

Το αυθόρμητο δημοψήφισμα σε Πάρο και Αντίπαρο για τη διαφύλαξη του συστήματος δημόσιας υγείας πρέπει να βάλει σε σκέψεις την κυβέρνηση και όλους μας. Οι μεταρρυθμίσεις οδήγησαν σε μερική εξυγίανση του ΕΣΥ, κυρίως ως προς την καταχρηστική φαρμακευτική δαπάνη, αλλά ταυτόχρονα διά των οριζοντίων περικοπών οι δομές δημόσιας υγείας συρρικνώνονται. Την περιστολή αυτή της δημόσιας υγείας στηλιτεύει και το Ευρωκοινοβούλιο στην προσφατη έκθεσή του για τον κοινωνικό αντίκτυπο της δημοσιονομικής λιτότητας σε τέσσερις χώρες της ευρωζώνης. Η απαίτηση των Παριανών άρα, για απρόσκοπτη πρόσβαση στις υπηρεσίες δημόσιας υγείας, είναι εύλογη και απολύτως θεμιτή, με κριτήρια ισοπολιτείας εθνικά και ευρωπαϊκά.

Βεβαίως, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι πολλές δομές, όπως τα Κέντρα Υγείας, έχουν υποφέρει στο πρόσφατο παρελθόν από κακοδιοίκηση, σπατάλη πόρων, επιζήμιους διορισμούς ημετέρων. Αυτά θα έπρεπε ήδη να έχουν διορθωθεί. Οχι όμως να φτάσουμε στο σημείο να μην υπάρχει καρδιολόγος ή ορθοπεδικός στα νησιωτικά Κέντρα Υγείας.

Η Ελλάδα είναι κατεξοχήν νησιωτική χώρα, και αυτή η ιδιομορφία της συνιστά μοναδικό αποθετήριο φυσικού και συμβολικού πλούτου, ανεκτίμητο πνευματικά, πολιτιστικά, γεωπολιτικά. Τα νησιά είναι επίσης σημαντικό υλικό κεφάλαιο, λόγω τουρισμού κυρίως. Η διαμαρτυρόμενη Πάρος, η ταλαιπωρούμενη Σαντορίνη, η υποστελεχωμένη Μύκονος, είναι τα πιο προβεβλημένα εργοστάσια τουρισμού στο Αρχιπέλαγος. Οι εξασθενημένες υποδομές αποθαρρύνουν την δημογραφική ανάπτυξη και την ανανέωση του νησιωτικού πληθυσμού.

Επιπλέον, υπονομεύουν την περαιτέρω ανάπτυξη του τουρισμού, σε μορφές τουρισμού πιο μακροχρόνιες και αποδοτικές. Πώς θα πεισθεί να διαχειμάσει ο ξένος, ιδίως ο συνταξιούχος, όταν το νησί δεν προσφέρει ικανοποιητικές υπηρεσίες υγείας; Πώς θα αναπτυχθούν νέες μορφές τουρισμού, όπως ο ιατρικός και ο τουρισμός τρίτης ηλικίας, χωρίς υποδομές;

Η δημοσιονομική προσαρμογή είναι εργαλείο, δεν είναι ιερό δόγμα. Απαιτούνται ευελιξία, κατανόηση, ευφυείς προσαρμογές. Ιδίως αν πρόκειται για τους όρους επιβίωσης του Αρχιπελάγους, συμβολικού πυρήνα του ελληνισμού και του μεσογειακού κόσμου.

Είναι φορές που αναρωτιέσαι; Μα είναι δυνατόν η παραγόμενη πολιτική πράξη να είναι τόσο προβλέψιμα αλυσιτελής, τόσο κοινότοπα ανούσια; Τόσο επιζήμια ή διάφορη για το κοινό συμφέρον; Τόσο δειλή και αναίσθητη στις μεταβαλλόμενες κοινωνικές ανάγκες; Ειδικά στην παρούσα συγκυρία ιστορικής δυσκολίας.

Το σκέφτηκα αυτές τις μέρες που μαζί με την αναγελλία του δείκτη ανεργίας στο 28%, είχαμε την αναγγελία έργων αστικού εξωραϊσμού στην Πανεπιστημίου, προϋπολογισμού 80 εκατ. ευρώ, και την τελική ανάληψη των δανειακών υποχρεώσεων του Μεγάρου Μουσικής από το κράτος, ύψους 230 εκατ. ευρώ.

Εύλογα αναρωτιέται ο υπερφορολογούμενος ή άνεργος πολίτης: Αυτό το έργο αστικής ανάπλασης φιλοδοξεί να μεταμορφώσει το ιστορικό κέντρο με συνοπτικές διαδικασίες και μηδαμινή κοινωνική νομιμοποίηση. Εστω. Ποια ανάπτυξη όμως θα πυροδοτήσει στο βομβαρδισμενο αθηναϊκό κέντρο, ποια ανακούφιση θα προσφέρει στους άνεργους και στους κατεστραμμένους εμπόρους των φαλιρισμένων καταστημάτων; Γνωρίζουμε ότι οι δημόσιες επενδύσεις είναι ένα από τα βασικά εργαλεία καταπολέμησης της κρίσης, σύμφωνα με την κεϋνσιανή προσέγγιση: δημιουργείται απασχόληση, κυκλοφορεί χρήμα, παράγεται πλούτος. Αλλά η πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου και η πολλοστή ανάπλαση της Κοραή και της πολύπαθης Ομόνοιας ή της πλατείας Δικαιοσύνης, με ποιο τρόπο θα ζωντανέψουν τη ρημαγμένη Σταδίου και τα Χαυτεία; Αναρωτιέμαι, δεν έχω απάντηση.

Σκέφτομαι όμως τι μας έλεγαν Αμερικανοί ειδικοί που δούλεψαν για να ζωντανέψουν το ερημωμένο Ντιτρόιτ, την προσέγγιση που υιοθέτησαν: Στις πληγείσες ζώνες να μη μείνει κανένα ισόγειο έρημο, κλειστό, όλα να δοθούν για χρήσεις ακόμη και δωρεάν, να μπουν μέσα έμποροι, βιοτέχνες, νέοι, καλλιτέχνες, να συμβαίνει κάτι διαρκώς, όλα να κινούνται, όλα τα φώτα να ανάβουν, άνθρωποι να μπαινοβγαίνουν· θα ζωντανέψουν οι δρόμοι, κατόπιν θα ζωντανέψουν και οι όροφοι. Κάπως έτσι ζωντάνεψαν και οι πληγείσες γειτονιές του Ανατολικού Βερολίνου, μετά την επανένωση. Η Αμερικανίδα ειδικός τα έλεγε αυτά βλέποντας τα εκατοντάδες κλειστά μαγαζιά στη Σταδίου, στην Πατησίων, στο μαραμένο κέντρο.

Η προγραμματιζόμενη ανάπλαση της Πανεπιστημίου και της Ομόνοιας θα ανάψει φωτίτσες ανάπτυξης και ζωής; Υπάρχουν μες στην στρατηγική των αναπλαστών προβλέψεις και εντοπισμένες πρακτικές αναζωογόνησης της εμπορικής δραστηριότητας, πέρα από τραπεζοκαθίσματα καφενείων και πίστες για περιπατητές; Δεν το γνωρίζω. Γνωρίζουμε πάντως ότι οι όχθες της Πανεπιστημίου στο μεγαλύτερο μέρος τους καλύπτονται από δημόσια κτίρια, που εκ των πραγμάτων δεν προσελκύουν κόσμο, δεν είναι εστίες δράσεως· μόλις πέσει το φως, ο πεζόδρομος θα ερημώνει, ίσως πολύ περισσότερο από σήμερα. Τα φώτα και η κίνηση ήταν, κατά παράδοσιν, στη Σταδίου και στα Χαυτεία.

Η κρίση μάς έκανε πιο επιφυλακτικούς στα μεγάλα λόγια για μεγάλα έργα. Ιεραρχούμε διαφορετικά τις προτεραιότητες, ριζικά διαφορετικά από την ολυμπιακής εποχή της υπεραισιοδοξίας και της καταστροφικής σπατάλης. Διότι επιπλέον τώρα πια ξέρουμε πώς στήθηκε τότε το παραμύθι της ανάπτυξης: με λατρεία τσιμέντου, με διόγκωση των κατασκευαστικών εταιρειών, με διασπάθιση δημόσιων και κοινοτικών πόρων, με υπερδανεισμό και χρηματιστικοποίηση. Σε έργα βιτρίνας χωρίς συνέργειες ανάπτυξης, χωρίς προστιθέμενη αξία, χωρίς αναπτυξιακή πνοή.

Το υπερδανεισμένο Μέγαρο Μουσικής, με δημόσιο χρήμα και ιδιωτική διοίκηση, που δεν καταφέρνει να καλύψει ούτε τα λειτουργικά του έξοδα, είναι μνημείο μιας τέτοιας άφρονος πολιτικής, ένα κενοτάφιο ματαιοδοξίας. Ενα αρκεί. Ας μην το επαναλάβουμε.

Η αιφνιδιαστική αλλαγή στον τρόπο εκλογής των ευρωβουλευτών, πέρα από την κριτική για τον χρόνο αναγγελίας και τον εμπεριεχομένο τακτικισμό, προκαλεί μια ουσιώδη συζήτηση για την ουσία και τη λειτουργία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Η λίστα, γνωρίζουμε πια, καταρτιζόταν με κριτήρια λιγότερο αξιοκρατικά και περισσότερο κομματικά. Στα ευρωψηφοδέλτια ο κάθε αρχηγός κόμματος προσπαθούσε να συγκεράσει χάρες, δοσίματα και πιέσεις, να διατηρήσει ισορροπίες, να επιβραβεύσει τους αξιωματούχους που ήταν ψηλά στην κομματικά επετηρίδα με πολλά ένσημα, και να βάλει και κάποιον ικανό ή φερέλπιδα για να εκπαιδευτεί στην υπερεθνική σκηνή. Συχνά, η αποστολή στο Ευρωκοινοβούλιο ήταν ένα είδος τιμητικής αποστρατείας με παχυλή σύνταξη· λιγότερο συχνά, ήταν μια μυητήρια τελετή με απώτερο στόχο την είσοδο στην εθνική πολιτική σκηνή.

Υπήρξαν βεβαίως και λαμπρές εξαιρέσεις, ικανών πολιτικών που διέπρεψαν εξίσου στο ευρωπαϊκό και στο εθνικό πεδίο, και λειτούργησαν σαν καλοί αγωγοί πολιτικής μεταξύ Στρασβούργου-Βρυξελλών και Αθήνας, με αμοιβαιότητα. Εξαιρέσεις πάντως.

Ο νέος τρόπος, η εκλογή με σταυροδοσία, τυπικά είναι πιο αντιπροσωπευτικός. Ο πολίτης επιλέγει μεταξύ των 44 υποψηφίων ενός ψηφοδελτίου· δηλαδή, επιλέγει κόμμα και επιπλέον επιλέγει πρόσωπα. Αυτό το διευρυμένο, προσωποιημένο ψηφοδέλτιο απαλλάσσει τον αρχηγό κόμματος από τον πονοκέφαλο της σφιχτής επιλογής των εκλόγιμων και των συμπληρωματικών, και ταυτοχρόνως μεταθέτει όλη σχεδόν την ευθύνη του πολιτικού παιγνίου στους ώμους των υποψηφίων και των εκλογέων.

Σε αυτή την εκδοχή, η λίστα θα είναι σαφώς λιγότερο κομματοκρατούμενη και επετηριδιακή-χαριστική, αλλά ελλοχεύει ένα άλλο ρίσκο: στη σταυροδοσία να επιπλεύσουν οι διαθέτοντες ισχυρούς προσωπικούς μηχανισμούς και οι αναγνωρίσιμοι από την εκλογική βάση. Δηλαδή, οι πελατειακά ή οικονομικά ισχυροί υποψήφιοι και οι μηντιακά προβεβλημένοι.

Το έχουμε δει πώς λειτουργεί αυτό το μοντέλο στις εθνικές εκλογές: στην πράξη, λειτουργεί σαν έμμεση φαλκίδευση της ισοπολιτείας και της αντιπροσωπευτικότητας ― δεν μιλάμε καν για αξιοκρατία. Διότι σε έναν μηντιοκρατούμενο, βαριά διαμεσολαβημένο δημόσιο βίο, η εικόνα μετράει πάνω από την ουσία, και η αναγνωρισιμότητα κερδίζεται με μύριους άλλους τρόπους πλην της πολιτικής επάρκειας, κερδίζεται στις λίγο-πολύ στημένες πίστες των μαζικών μέσων, της βιομηχανίας του θεάματος, της φάμπρικας των σελέμπριτι με ημερομηνία λήξεως.

Η μακιαβελική virtu, η αρετή του ηγέτη, η εκ των ουκ άνευ ικανότητα που τον οδηγεί σε μια ισορροπία μεταξύ του ηθικού και του πολιτικού, του δέοντος και του υπαρκτού, στη μηντιοκρατούμενη μαζική δημοκρατία υπερφαλαγγίζεται από το φαίνεσθαι, από την πληθωρικά κατασκευαζόμενη δημόσια έκθεση, από τον ετεροφωτισμό. Σαν να υπονομεύεται προκαταβολικώς η virtu έναντι της fortuna, η πολιτική-ηθική αρετή έναντι μιας τύχης που κατασκευάζεται, έναντι ενός θεαματικού καιροσκοπισμού. Υπό αυτούς τους όρους, η εκλογή μπορεί να αποβεί διαγωνισμός μεταξύ αναγνωρίσιμων, τηλεπαιχνίδι όπου το κοινό ψηφίζει το πιο λαμπρό αστέρι με κριτήρια ήκιστα πολιτικά.

Ανοιχτό επιμύθιο. Τυπικά ο λαός επί της κάλπης είναι ο υπέρτατος κριτής και η πηγή της εξουσίας· ασχέτως αν στη διαδρομή οι αλλεπάλληλες διαμεσολαβήσεις στρεβλώνουν, καναλιζάρουν και εξασθενούν τη γενική βούληση. Θα ψηφίσει σύμφωνα με ό,τι βλέπει, ότι ακούει και ό,τι ακτινοβολείται, κατά συνείδηση…

Το ερώτημα ετίθετο και παλαιότερα, αλλά η κρίση το παρόξυνε: Η Ελλάδα ανήκει στην Ευρώπη; Ετσι διατυπωμένο το ερώτημα προκαλεί σύγχυση, ενίοτε σκόπιμη: Ταυτίζει την Ευρώπη με την ευρωζώνη. Φυσικά δεν είναι έτσι. Στην Ευρωπαϊκή Ενωση ανήκουν πολλά κράτη που δεν έχουν υιοθετήσει το ευρώ. Πολύ περισσότερο, στη γεωγραφικά και πολιτισμικά οριζόμενη Ευρώπη περιέχονται κράτη που δεν ανήκουν καν στην Ε.Ε.

Το παραπάνω ερώτημα τίθεται συνήθως εκτός ελληνικής επικράτειας. Στο εσωτερικό της χώρας το ερώτημα τίθεται διαφορετικά, περισσότερο με ανθρωπολογικούς, πολιτισμικούς και ψυχολογικούς όρους: Είναι οι Ελληνες Ευρωπαίοι; Στο πολύ πρόσφατο παρελθόν αδρά και κάποτε χοντροκομμένα σχήματα φιλοευρωπαϊσμού, ευρωσκεπτικισμού και αντιευρωπαϊσμού, χρησιμοποιήθηκαν σε έναν ιδιότυπο διχασμό ή τριχασμό της λαϊκής βούλησης και εθνικής αυτοαναγνώρισης, σχεδόν με οπαδικούς όρους· συχνά και για να συγκαλυφθεί η απουσία ουσιαστικής πολιτικής σκέψης και πράξης. Προφανώς: Ποιος Ελληνας δεν θα αυτοοριζόταν Ευρωπαίος; Μόνο οι καθυστερημένοι και οι νοσταλγοί του οθωμανισμού.

Η συζήτηση αυτή είχε ίσως κάποιο νόημα τη δεκαετία του ’70, εποχή Ψυχρού Πολέμου άλλωστε, όταν η σοβιετόφιλη Αριστερά και η τρικοκοσμίτικη κεντροαριστερά αντετίθεντο στο ΕΟΚ-και-ΝΑΤΟ-το-ίδιο-συνδικάτο, για τους δικούς τους λόγους. Ακολούθησε μια μακρά περίοδος ενταξιακής ευδαιμονίας, καθώς έρρεαν οι πόροι των πακέτων στήριξης· η οποία κορυφώθηκε στα χρόνια της ένταξης στην ΟΝΕ: εν τω μεταξύ ο ευρωπαϊσμός είχε γίνει μπλοκ εξουσίας, που εκμεταλλευόταν το χρήμα, έφτιαχνε απαράτ, έστηνε μπίζνες και καριέρες.

O παρ’ ημίν ευρωπαϊσμός ως μαγικός αλγόριθμος κάλυπτε αμήχανα, πλην αυτάρεσκα, την πραγματική έλλειψη μακρόπνοης εθνικής στρατηγικής για την παραγωγή, τη διοίκηση του κράτους, την παιδεία: όσο βαθύτερα εισχωρούσε η χώρα στο ευρωπαϊκό ολοκλήρωμα, τόσο λιγότερο παραγόταν αυτοτελής πολιτική, τόσο περισσότερο η κυρίαρχη ελίτ εγκατέλειπε την παραγωγή σκέψης και πράξης και αφοσιωνόταν στην αυτοναπαραγωγή της, πάντα εν ονόματι της Ευρώπης.

Εντούτοις, πολλοί Ελληνες επηρεάζονταν από την ευρωπαϊστική φενάκη, αυτοτοποθετούμενοι σε μια αφετηρία μειονεξίας, κι έτσι παραμελούσαν την ουσιώδη εμπλοκή τους στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, κατανάλωναν ευρωπαϊσμό και δεν έβλεπαν την Ευρώπη ως ιστορικό πείραμα, ως πρωτοφανή πρόκληση για τα δημοκρατικά κράτη και τις πολιτικές κοινωνίες.

Σήμερα δεν έχει νόημα τέτοια συζήτηση, αν ο Ελληνας είναι ανατολίτης ή δυτικόφρων, τουλάχιστον με σκληρούς πολιτικούς όρους, διότι μετά την ευρωφενάκη του 2001, ήρθε η διεθνής κρίση του 2008, που κατέδειξε την ασύμμετρη, ελαττωματική αρχιτεκτονική του ευρώ και οδήγησε στη χρεοκοπία της Ελλάδας.

Καθώς ξετυλίγεται μπροστά μας ένας μείζων ιστορικός μετασχηματισμός, μια σύγκρουση για την κυριαρχία, μεταξύ τάξεων, κοινωνικών ομάδων, εθνικών συνόλων, συστημάτων σκέψης, καθώς η Ευρώπη βρίσκεται σε δημογραφική κάμψη και με μειωμένη ανταγωνιστικότητα έναντι των αναδυομένων δυνάμεων, τα ερωτήματα που τίθενται είναι διαφορετικά:

Τι εννοούμε σήμερα όταν λέμε Ευρώπη; Τι είναι και τι ήταν η Ε.Ε.; Πώς υπηρετεί το κοινό νόμισμα την πολιτική ένωση, την οικονομική ολοκλήρωση, την πολιτισμική σύνθεση; Ποιος ελέγχει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα; Πάντως όχι οι πολίτες. Πώς υπόκειται η υπερεθνική εξουσία των Βρυξελών στη δημοκρατική νομιμοποίηση και λογοδοσία; Με ανά πενταετία εκλογή ενός κοινοβουλίου λίαν περιορισμένων δυνατοτήτων. Πώς προστατεύεται και προωθείται η ίδια η δημοκρατία στο εσωτερικό των εθνών-κρατών; Οταν μάλιστα έχει εκχωρηθεί οικειοθελώς η η εθνική κυριαρχία·όταν όχι μόνο το νόμισμα, αλλά και ο προϋπολογισμός και οι φόροι, μέγα μέρος της νομοθεσίας ελέγχονται και εγκρίνονται υπερεθνικά. Οταν η ίδια η δομή του κράτους και της εθνικής οικονομίας μεταμορφώνονται ριζικά, για να ταιριάξουν στο κυρίαρχο δόγμα.

Στο φόντο τέτοιων θεμελιωδών ερωτημάτων διακρίνουμε ήδη κοινωνικά ερείπια, έκρηξη των ανισότητας, άνοδο της ακροδεξιάς, διαρκή εξασθένηση της δημοκρατίας και διαρκή παράκαμψη της λαϊκής βούλησης, βλέπουμε χώρες όπου η κρίση και η κατάσταση εξαίρεσης παγιώνονται, παίρνουν ενδημικά χαρακτηριστικά. Μια Ευρώπη, στην οποία η ηγεμονεύουσα ελίτ προσκομίζει «πολιτικό εξευτελισμό ολόκληρων λαών», «καταστροφή ολόκληρων γενεών και περιοχών», όπως πικρά είπε ο αφοσιωμένος Ευρωπαίος Γιούργκεν Χάμπερμας στους συγκυβερνώντες ηγέτες του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος πρόσφατα. Ο 84χρονος φιλόσοφος, όπως και ο πρώην καγκελάριος Χέλμουντ Σμιντ, εκπροσωπούν τους Ευρωπαίους που θυμούνται τη φρίκη του ευρωπαϊκού πολέμου και του ολοκληρωτισμού. Αυτοί θέτουν τα καίρια ερωτήματα για τη σχέση των Ελλήνων με την Ευρώπη, τα ερωτήματα που πρέπει να απαντήσουμε.

Adoration of the Golden Calf 1634

«Ορκίζομαι ότι θα κάνω ό,τι είναι δυνατόν για να διατηρήσω και ενισχύσω την εμπιστοσύνη στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Ο Θεός να με βοηθά». Οι διοικήσεις των ολλανδικών τραπεζών δεσμεύονται έναντι Θεού και ανθρώπων να διαφυλάττουν την πίστη. Εντός του έτους τον ίδιο όρκο θα δώσουν και οι 90 χιλιάδες υπάλληλοι.

Προφανώς το ολλανδικό κράτος ανησυχεί για την υπερμεγέθυνση των τραπεζών της, με ενεργητικό υπερτριπλάσιο της εθνικής οικονομίας. Επιπλέον δεν εμπιστεύεται πια την ηθική των τραπεζιτών, αυτών που ανάγκασαν το κράτος να ενισχύσει τις τράπεζες με 95 δισ. ευρώ, μετά το χρηματοπιστωτικό κραχ του 2008. Υστατο καταφύγιο του υπερχρεωμένου δημοκρατικού κράτους, ο θρησκευτικός όρκος των τραπεζιτών.

Παρατηρούμε μια αναλογία με όσα περιγράφονται στην Παλαιά Διαθήκη, όταν ο Ααρών ζήτησε τα χρυσά σκουλαρίκια από τις γυναίκες και χύτευσε τον Χρυσό Μόσχο και είπε: «Ούτοι οι θεοί σου, Ισραήλ, οίτινες ανεβίβασάν σε εκ γης Αιγύπτου». Μετά απ’ αυτό, η δέηση του Μωϋσή έσωσε τον λαό από τη θεϊκή οργή και την ολοσχερή καταστροφή, μόνο όμως προσωρινά.

Το χρηματοπιστωτικό σύστημα σήμερα είναι ο Χρυσός Μόσχος, η νέα θρησκεία, η οποία απαιτεί και παίρνει τα χρυσά ενώτια από τον βίο των ανθρώπων, για να κατασκευάζει το λατρευτικό του αυτοείδωλο, και να επιβάλλει τους δικούς της κανόνες στους ανθρώπους.

Κάτι παραπλήσιο είπε η ελβετική κυβέρνηση για το μαύρο ή κλεμμένο χρήμα που κοιμάται στις ελβετικές τράπεζες. Οι λογαριασμοί δεν ανοίγουν για να διευκολυνθούν δικαστικές έρευνες. Το χρήμα φυλάσσεται στον απαραβίαστο ναό του Χρυσού Μόσχου. Αν αποδειχθεί όμως ότι είναι κλεμμένο, τότε δημεύεται από το ελβετικό κράτος, δεν επιστρέφεται στη χώρα από την οποία εκλάπη. Παρόμοια ιερά άβατα συντηρούνται στις μεγάλες τράπεζες απανταχού, στους φορολογικούς παράδεισους, παντού όπου γιγαντώνεται και θάλλει η σκιώδης τραπεζική, όπου λατρεύεται ο Χρυσός Μόσχος.

ζωγραφική: Nicolas Poussin, 1634.

Η είδηση του θανάτου της Τζένης Βάνου με οδήγησε ακαριαία στη συνέντευξή της στην Καθημερινή της Κυριακής, τα Χριστούγεννα του 2010 («Ολη η ζωή μου είναι ένα δυνατό μελό»). Θυμήθηκα αχνά το περίτεχνο σκαρίφημα βίου που είχε αποδώσει η Γιώτα Συκκά μέσα από τη συνομιλία της με τη σπουδαία τραγουδίστρια. Ανέτρεξα στο αρχείο και ανασυστήθηκε μπρος στα μάτια μου η συνομιλία, ο πολυκύμαντος βίος, η αδρή προσωπογραφία, μια ολόκληρη εποχή και μια Ελλάδα, όχι μακρινή αλλά μισοξεχασμένη και παρερμηνευμένη.

Οταν είδα εκτενείς αναπαραγωγές αυτής της συνέντευξης (δυστυχώς χωρίς τη δέουσα παραπομπή και απόδοση), θυμήθηκα επίσης τις πολλές συζητήσεις με τη συνάδελφο και φίλη Γιώτα, για την αξία τέτοιων (αυτο)προσωπογραφιών, για την αξία να συναντάς τις περασμένες δόξες, τις μισοξεχασμένες, και να τιμάς τους ανθρώπους. Διότι, τιμώντας τους παλαιούς καλλιτέχνες, τιμάς και το κοινό τους, ανασυστήνεις εποχές, ενώνεις το παρελθόν με το παρόν, κρατάς αναμμένη τη μνήμη, προσφέρεις μαρτυρίες και τεκμήρια στην άγραφη ακόμη Ιστορία.

Αυτή είναι η στερνή γνώση. Στην αφετηρία ωστόσο βασικό μέλημά μας είναι πάντα το ανάγνωσμα να προσφέρει χαρά· χαρά σε αυτούς που το κατασκευάζουν, συνεντευξιαζόμενο και συνεντεύκτη, και κυρίως να προσφέρει χαρά σε αυτούς που το διαβάζουν, αισθητική απόλαυση, ερέθισμα για σκέψη, για αναστοχασμό.

Με αυτά τα κριτήρια, η συνέντευξη της Τζένης Βάνου είχε πετύχει τους στόχους της. Η ζωή ανάβλυζε από κάθε φράση της, από τα συμβάντα, τις περιγραφές, τα αισθήματα, τους επιμέρους απολογισμούς. Διαβάζεις και ακούς ήδη τα τραγούδια της. Ακούς τη Φωνή: την έκταση, το σπάνιο μέταλλο, το χρώμα, το αίσθημα. Σου θυμίζει την έκταση και την ορμή της Ιταλίδας Μίνας. Ταυτοχρόνως, ακούς την εποχή, τις εποχές της φωνής: την «ελαφρά», την τζαζ εποχή του ’60, τα λαϊκά του ’70, τα καψούρικα του ’80. Μια ελληνική διαδρομή. Με ποικίλες προσλήψεις, με ποικίλα ακροατήρια, που αλλάζουν μες στο χρόνο, καθώς αλλάζουν τα γούστα, οι συνήθειες, η κοινωνία. Μια ελληνική διαδρομή σε απρόσμενους τόπους, όπως μου τη διηγήθηκαν φίλοι: τραγούδια έρωτα παιγμένα σε νυχτερινές κούρσες στη Νέα Υόρκη και στην Αβάνα.

Εχουν μεγάλη αξία αυτές οι καταγραφές βίων και αισθημάτων. Αξία όχι μόνο ιστορική, αλλά και παιδευτική, εμψυχωτική, τονωτική του αισθήματος κοινότητας. Βοηθούν να ξαναδούμε το βιωμένο παρελθόν με έμπειρο βλέμμα, να το κρίνουμε και να το αποτιμήσουμε. Προσφέρουν ένα όχημα για να κάνουμε τη νοσταλγία δημιουργική, προωθητική.

Ας πούμε, τα χρόνια του ’60 και του ’70 συχνά παρουσιάζονται ως απωλεσθέντες μικροπαράδεισοι, κυρίως από νεότερους ανθρώπους που προσεγγίζουν το παρελθόν αναχρονιστικά και αισθητικά. Ακούγοντας την εξομολόγηση της Τζένης Βάνου, μαζί με την προσωπική περιπέτεια, ακούς ταυτόχρονα την κοινωνία της εποχής, τις προκαταλήψεις, τη θεσμισμένη βία της, την αισιοδοξία των ανθρώπων, την πίστη στη ζωή. Με διαφορετικές φόρμες ακούς καθαρά ή υπόκωφα όλες τις εποχές και το habitus κάθε εποχής, στα δροσερά τραγούδια του ’60, στα λαϊκά του ’70, στα καψούρικα του ’80, στη διαρκή επίκληση του έρωτα, της αγάπης, του αγγίγματος. Κλιμακωτά και φυγόκεντρα, κυματιστά, με επαναλήψεις και ρήγματα, ακούς τη ζωή.

Το δανειακό πακέτο που προανήγγειλε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε για το επόμενο εξάμηνο δείχνει πώς προσεγγίζει η Γερμανία τις υπερχρεωμένες χώρες και, με διαβαθμίσεις, τις μεγάλες χώρες του Νότου. Η σιδηρά πειθαρχία του δημοσιονομικού συμφώνου, το σκληρό ευρώ, η άρνηση έκδοσης ευρωομολόγων, η άρνηση της ποσοτικής χαλάρωσης εκ μέρους της ΕΚΤ, προκαλούν οδύνη στην υπόλοιπη Ευρώπη αλλά ενισχύουν τη Γερμανία· διότι στην παρούσα συγκυρία η Γερμανία και η βιομηχανία της απολαμβάνουν χαμηλά επιτόκια και εκτινάσσονται στην ανταγωνιστικότητα, με το μεγαλύτερο εξαγωγικό πλεόνασμα παγκοσμίως (260 δισ. ευρώ το 2013), ενώ ως προς τον υπερχρεωμένο Νότο η Γερμανία βρίσκεται σε θέση ισχύος, ως πιστωτής.

Η Γερμανία εκμεταλλεύεται την κρίση χρέους για να εδραιώσει την ηγεμονία της στην Ευρώπη και, με τη βοήθεια του μεγέθους της ευρωπαϊκής αγοράς, να επιβληθεί ως ισχυρός ανταγωνιστής στο διεθνές περιβάλλον. Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να δούμε και την διαφορετικής έντασης επιβολή της λιτότητας στις χώρες υπό κρίση: διαφορετική στις μικρές υπερχρεωμένες χώρες των μνημονίων, όπως Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Κύπρος, και διαφορετική στις μεγάλες χώρες Ισπανία και Ιταλία. Χαρακτηριστική είναι η διαφορά στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών: στην Ελλάδα έγινε με βαρύ κρατικό δανεισμό, στην Κύπρο έγινε με κούρεμα ομολογιούχων και καταθετών, στην Iσπανία έγινε με κεφάλαια του ESM. Η Ισπανία και η Ιταλία έχουν οικονομικό και πολιτικό εκτόπισμα που δεν επιτρέπουν την επιβολή ακραίας υφεσιακής λιτότητας, και επιπλέον είναι μεγάλες καταναλωτικές αγορές.

Αντιθέτως, οι μικρές χώρες ως καταναλωτές θεωρούνται δευτερεύουσας ή ελάχιστης σημασίας· μόνο το πολιτικό κόστος προσμετράται, όσο υπάρχει. Η Ελλάδα φαίνεται ότι προσεγγίζεται πλέον από την γερμανική οικονομική και πολιτική ηγεσία ως οιονεί δορυφόρος, ως χώρος επέκτασης με φτηνό εργατικό δυναμικό, απεγνωσμένος για κεφάλαια ― αυτό που ήδη έχει συμβεί: η εσωτερική υποτίμηση και η βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή έχουν δημιουργήσει στρατιές ανέργων και μεγάλη αποεπένδυση.

Το νέο δάνειο του κ. Σόιμπλε θα συνοδεύεται ασφαλώς από όρους, που αφεύκτως θα οδηγήσουν σε νέα μέτρα λιτότητας, τα οποία ίσως ονομαστούν μεταρρυθμίσεις. Εφόσον μάλιστα δεν γίνεται λόγος, προς το παρόν, για αναδιάρθρωση του πανθομολογουμένως μη βιώσιμου χρέους, η δυσβάκτατη εξυπηρέτηση του χρέους θα κατατρώει οποιαδήποτε νέα χρηματοδότηση. Αυτό είναι το πιο σημαντικό: τα νέα δάνεια θα αποπληρώνουν τα προηγούμενα δάνεια, χωρίς να εισέρχονται κεφάλαια ικανά να τονώσουν την πραγματική οικονομία. Χωρίς δημιουργία θέσεων εργασίας, και μάλιστα ποιοτικής εργασίας όπως επεσήμανε πρόσφατα η έκθεση της Κομισιόν, χωρίς τόνωση της ζήτησης, χωρίς δημόσιες επενδύσεις, ακόμη κι αν εμφανιστεί θετικός δείκτης ανάπτυξης, θα αφορά μια άνεργο ανάπτυξη, λογιστική, χωρίς δουλειές, χωρίς ανακούφιση της κοινωνίας, χωρίς προοπτικές εθνικής ανασυγκρότησης.

Μέσα σε αυτό το σκοτεινό περιβάλλον, είναι ελπιδοφόρο εντούτοις να γνωρίζουμε ότι η πολιτική δυναμική είναι ρευστή και ότι πληθαίνουν οι φωνές στην Ευρώπη για μια πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση της κρίσης, είτε με ένα άτυπο σχέδιο Μάρσαλ είτε με πιο ριζοσπαστική ανάμιξη της ΕΚΤ. Ας μη λησμονούμε επίσης ότι ο συνεχιζόμενος οικονομικός και πολιτικός κλονισμός αναδυομένων χωρών, όπως λ.χ. η Τουρκία, ή η απειλή διαμελισμού της ανατολικοευρωπαϊκής Ουκρανίας, αποτελούν παράγοντες που επηρεάζουν την υφεσιακή-στάσιμη Ευρώπη και αναμένεται να συνετίσουν τους Ευρωπαίους ηγέτες, των Γερμανών συμπεριλαμβανομένων.

αδιαβαστο_δάσος

Ελα με τη βέσπα, άνοιξαν οι ουρανοί, χαρά Θεού! Το επείγον τηλεφώνημα του Γιώργου με οδήγησε ως το μπαλκόνι, να διαπιστώσω το γλαυκό θάμβος πάνω απ’ τον Λυκαβηττό.

Δεν είχα καλοξυπνήσει, βρισκόμουν ακόμη στην προηγούμενη νύχτα, υπό βροχήν, στη μακριά συζήτηση με τον ομήλικο Χρήστο. Ψαύαμε ολονυχτίς καταγωγικά ίχνη, παγωμένες κουβέντες αμίλητων γερόντων, συναντήσεις με σαλούς και λεβέντες, πλαγιομετωπικές με καθάρματα, σκόρπιους στίχους, μυρωδιές χώματος και σβουνιάς, παρηγοριές εικόνων, μισό αιώνα σαν νερό, με ένδοξες ουλές και νέα τραύματα. Η συνομιλία ξετυλιγόταν ελικοειδώς, άλλοτε πυρετική κι άλλοτε σιγαλόφωνη, με ουσιώδεις παρεκβάσεις, με μόνο σχέδιο τη συνάντηση, την κοινωνία. Κατοπτρική εξομολόγηση στο διάσελο της ηλικίας, καταλύοντες ιχθύν και οίνον.

Από τη βροχερή νύχτα συγκρατώ ένα διαυγές μουρμουρητό, που ανεβαίνει ντροπαλά, σταθερά: Ποιοι είμαστε, ποιοι νομίζουμε ότι είμαστε, τι ξεχάσαμε, τι χάσαμε, τι αφήσαμε πίσω, τι μπορούμε να γίνουμε. Συνεχώς αυτό. Στον πυρήνα του και σε όλη την υποδόρια έκταση, το ελληνικό πρόβλημα είναι πρόβλημα πολιτικό και διερώτηση ταυτότητας. Τίθεται εν χρόνω· όχι μόνο σαν συνέχεια εκ του παρελθόντος, αλλά κυρίως μες στη δυναμική του παρόντος: πώς αφομοιώνεις και μετουσιώνεις την παράδοση, πώς ισορροπείς στη διεθνή συγκυρία μετασχηματιζόμενος και προσαρμοζόμενος, χωρίς να χάσεις το πρόσωπό σου.

Το έθνος-κράτος τήκεται και μεταμορφώνεται μες στην άνιση ευρωπαϊκή συνομοσπονδία και την παγκοσμιοποίηση, η δημοκρατία αδυνατίζει από τις πολλές διαμεσολαβήσεις και τις παρακάμψεις της γενικής βούλησης, οι αποφασίζοντες για τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων δεν λογοδοτούν και δεν ελέγχονται. Η εργασία, η πρόνοια, η κατοικία, η ισότητα, ό,τι περιείχε το κοινωνικό συμβόλαιο από την αυγή των Φώτων έως σήμερα, βρίσκονται στον αέρα, χωρίς το παλαιό περιεχόμενο. Οι αγορές απαιτούν και κερδίζουν χώρο, ελευθερία κινήσεως, χρόνο· οι άνθρωποι της Ευρώπης περιορίζονται σε όλο και μικρότερο χώρο, με όλο και πιο ρηχές προσδοκίες, στριμωγμένοι στην ανάγκη. Κανείς δεν μπορεί να εκτιμήσει πού θα καταλήξει αυτή η ταυτόχρονη άσκηση φυγόκεντρων δυνάμεων και κεντρομόλου ηγεμονισμού, η διελκυνστίδα μεταξύ άφωνων λαϊκών μαζών και άδηλων κέντρων ισχύος.

Το βλέπουμε καθαρά εδώ στην Ελλάδα, γιατί είμαστε οι πιο στριμωγμένοι απ’ όλους, διαθέτουμε το επώδυνο προνόμιο να προοικονομούμε το μέλλον των ευρωπαϊκών λαών υπό τους πιο ακραίους όρους. Αυτή η επώδυνη προπόρευση μας κάνει πειραματόζωα και αποσυνάγωγους, μας προκαλεί ταυτοτική σύγχυση και αδυναμία χάραξης πορείας στα αχαρτογράφητα τοπία του αναδυόμενου κόσμου. Εντούτοις η πειραματική, μερική προοικονόμηση του γενικού μέλλοντος μπορεί να αποβεί σχετικό πλεονέκτημα, εφόσον κατορθώσουμε να απαντήσουμε στις προκλήσεις με κάποια επιτυχία, κυρίως αν απαντήσουμε στην πρόκληση του αυτοκαθορισμού, της ταυτότητας. Αν ανασυγκροτήσουμε λυσιτελώς μια ταυτότητα δυναμική, ευλύγιστη και συμπαγή, ικανή να αμβλύνει τις ανισότητες, να απαλείψει δευτερεύουες ή επίπλαστες αντιθέσεις, μια ταυτότητα που να συναιρεί δημιουργικά τις υπαρκτές αντιθέσεις παράγοντας ενέργεια και ώθηση, αντί για διχασμό και κανιβαλισμό.

Για να πετύχουμε αυτή την κατάσταση δυναμικού αυτοκαθορισμού, χρειάζεται να πορευτούμε στο ραγδαία μεταλασσόμενο διεθνές περιβάλλον με ένα είδος ριζοσπαστικού πραγματισμού. Ούτε δειλιάζοντας ούτε υπνοβατώντας. Ριζοσπαστικά, με την έννοια μιας πολυμήχανης πολιτικής που θα υπερβαίνει τα στερεότυπα του παρελθόντος, χωρίς να αγνοεί τα ουσιώδη διδάγματά του. Και πραγματιστικά, με την έννοια ότι επικεντρώνεται στις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων, υλικές και πνευματικές· στο ψωμί και στο όνειρο ταυτοχρόνως και ισοβαρώς, στις υλικές και ηθικές προϋποθέσεις του αξιοπρεπούς αυτόνομου βίου.

Για να πετύχουμε, χρειάζεται να γνωρίζουμε και να αισθανόμαστε ποιοι είμαστε· ούτε πιο σπουδαίοι ούτε ασήμαντοι. Χωρίς αυτοϋποτίμηση και επαρχιώτικα συμπλέγματα, χωρίς μειονεξία και δουλοπρέπεια, αλλά και χωρίς πρωτόγονους μηχανισμούς υπεραναπλήρωσης, αναδελφισμού και απομονωτισμού. Στις δύσκολες μέρες μας, περισσεύουν και οι δύο στάσεις παροξυμένες, εκδιπλώνονται συγκρουσιακά και αλληλοαποκλειόμενες. Αδρομερώς, μπορούμε να πούμε ότι πίσω από μια απατηλή πρόσοψη σύγκρουσης Δύσης και Ανατολής, εκσυγχρονισμού και λαϊκισμού, κρύφτηκε εντέχνως η διαπάλη για την κυριαρχία, μια διαπάλη με βαθύτερα κοινωνικά, ταξικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά ― τώρα, σαν λεηλασία επί ερειπίων. Η κρίση ρηγμάτωσε στην πρόσοψη, βάθυνε τα χάσματα και αποκαλύπτει εν τω βάθει ραφές και ουλές του ιστορικού σώματος, φωτισμένες επιπλέον απο την καινοφανή ανθρωπολογία της παγκοσμιοποίησης.

Απαντήσεις υπάρχουν. Η ομορφιά υπάρχει, εμείς πρέπει να την ανακαλύπτουμε, να ανασκάπτουμε, είπε ο Χρήστος. Στο βρεγμένο δάσος των Αγράφων, στη γλαυκή διαύγεια της Αττικής, σε αυτή την οικουμενικότητα.

ζωγραφική: Μποκόρος, Φωτισμένη σκιά, 2001

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Χρονική υστέρηση ή κενό επικοινωνίας ή … twitter.com/USAmbPyatt/sta… 2 weeks ago
  • Όσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναβάλλει να ψηφίσει τα μνημόνια εφαρμογής της Συμφωνίας Πρεσπών η Τουρκία αγκαλιάζει Β.… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Στο αυτόφωρο ο δήμαρχος Μυκόνου, επειδή τα ξημερώματα ο Δήμος απομάκρυνε αυθαίρετες επεμβάσεις στην παραλία Καλό Λι… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Η Δεξιά είναι απενοχοποιημένη και αδίστακτη. Η Αριστερά, ας κρατήσει αυτό το χρήσιμο δίδαγμα, όταν θα γκρεμίζει τις… twitter.com/i/web/status/1… 2 months ago
  • O Xρυσοχοΐδης εφαρμόζει το πόρισμα. https://t.co/iVG6oHqxCo 6 months ago
  • Απετράπη η νυκτερινή αστυνομική εισβολή στο ΑΠΘ. Προς το παρόν. Ασπίδα φοιτητών και καθηγητών. #Χρυσοχοιδη_παραιτησου 6 months ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.019.123 hits
Αρέσει σε %d bloggers: