Η εισηγητική έκθεση των δύο ευρωβουλευτών προς το Ευρωκοινοβούλιο για τα πεπραγμένα της τρόικας στις χώρες της ευρωζώνης υπό Μνημόνιο αναγνώσθηκε με δύο παράλληλους τρόπους από τους συντάκτες της. Αλλα είναι τα συμπεράσματα και οι εκτιμήσεις του Γάλλου σοσιαλιστή Λίεμ Χοάνγκ-Νγκοκ, άλλα του Αυστριακού συντηρητικού Οτμαρ Κάρας. Πάντως και οι δύο συμφωνούν: η τρόικα στερείται νομικής βάσης, η λειτουργία της δεν καλυπτόταν από εγγυήσεις για διαφάνεια, κοινοβουλευτικό έλεγχο και δημοκρατική νομιμοποίηση, και εν πάση περιπτώσει ο ρόλος της τέλειωσε εκ τω πραγμάτων· εφεξής πρέπει να βρεθεί άλλο σχήμα επιτήρησης.

Τις διαφορετικές προσεγγίσεις τις είχαμε αντιληφθεί από τις πρώτες στιγμές που δημοσιεύτηκε η έκθεση, πολύ πριν φτάσουν οι δύο εισηγητές στην Αθήνα και προκληθεί τοπική τρικυμία από τις αιχμηρές δηλώσεις του κ. Κάρας σχετικά με τι του είπε και τι δεν του είπε ο κ. Τσίπρας στο Στρασβούργο, στις 11 Δεκεμβρίου.

Η διαφορά προσεγγίσεων όμως έχει την πολιτική της σημασία σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η προσέγγιση Κάρας, έτσι όπως εκδηλώθηκε ως προς τον Ελληνα αρχηγό της αντιπολίτευσης, δείχνει πώς αντιλαμβάνεται ένα μέρος της ευρωηγεσίας την παραγωγή πολιτικής σε εθνικό επίπεδο: μάλλον συγκαταβατικά, ενοχλημένα, και σίγουρα πατερναλιστικά. Κατά βάθος η ηγεμονεύουσα ελίτ αντιμετωπίζει με καχυποψία τη δυνατότητα των εθνών-κρατών, ιδίως των μικρών, να χαράσσουν πολιτική, ακόμη και αν κινούνται εντός των συνομολογημένων στενότατων ορίων. Η παρατήρηση, οιονεί επίκριση, του κ. Κάρας ότι ο κ. Τσίπρας δεν του υπέβαλε το κυβερνητικό του πρόγραμμα για την Ελλάδα, διπλωματικά είναι τουλάχιστον ατυχής· ένας πολιτικός ηγέτης δεν θα εκφραζόταν ποτέ με αυτό τον τρόπο. Ούτε ο Ολι Ρεν ούτε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε μίλησαν έτσι, και δεν μπορούμε να πούμε ότι διάκεινται ευμενώς ή φιλικά υπέρ του κ. Τσίπρα.

Τέλος πάντων, ο κ. Κάρας δεν είναι πολιτικός ηγέτης, ένας ευρωβουλευτής είναι που ζητά τώρα την ψήφο του αυστριακού λαού για να επανεκλεγεί· του δόθηκε σημασία δυσανάλογη προς το πραγματικό του εκτόπισμα, όπως κάνουμε άλλωστε με τον παράφορο ευρωαρνητή Νάιτζελ Φάραντζ.

Στην επιτηρούμενη Ελλάδα δίδεται υπερβολική, μη αρμόζουσα σημασία σε δευτερεύοντα πρόσωπα, εντολοδόχους ή τεχνοκράτες. Γιατί όμως; Διότι υπό πολλές έννοιες η Ευρωπαϊκή Ενωση διοικείται από τεχνοκράτες και εντολοδόχους. Ακόμη και οι μεγάλες πολιτικές αποφάσεις, που λαμβάνουν οι ηγέτες στην Σύνοδο Κορυφής, ή η περίπλοκη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, εξειδικεύονται και εφαρμόζονται από δαιδαλώδεις επιτροπές και απρόσωπους τεχνοκράτες, με ανύπαρκτη νομιμοποίηση και λογοδοσία. Και βέβαια, μετά το ναυάγιο των δημοψηφισμάτων για το Ευρωσύνταγμα, είναι καταφανές ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση αποφεύγει με κάθε τρόπο τη λαϊκή ετυμηγορία και τη δημοκρατική λογοδοσία. Το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, λ.χ., εφαρμόστηκε με συνοπτικές διαδικασίες από την κορυφή, ενώ σε όλη την περίοδο της κρίσης χρέους είδαμε ότι η ευρωπαϊκή πολιτική πηγάζει κατά κύριο λόγο από το Βερολίνο υπό την σκιά μιας άτυπης Διεθνούς των αγορών. Η, κατά τον Οτμαρ Κάρας μη έχουσα νομική και δημοκρατική βάση, τρόικα ορίστηκε από τις Βρυξέλες και το Βερολίνο, βάζοντας το ΔΝΤ να εφαρμόσει την εσωτερική υποτίμηση αλά καρτ σε χώρες του ευρώ.

Ποια σχέση έχει αυτή η παραγωγή ανισοβαρούς πολιτικής με τα φεντεραλιστικά, ουμανιστικά οράματα του Ζαν Μονέ και του Αλτιέρο Σπινέλι, ή και του Ζακ Ντελόρ; Η κρίση δοκιμάζει τα πολιτικά και διανοητικά θεμέλια της Ευρώπης.