Oταν χάνονται δώδεκα ψυχές στη θάλασσα, τρεις μανάδες και εννέα μωρά και νήπια, μπρος στα μάτια των συγγενών τους, το πρώτο που νιώθεις είναι η παγωνιά ενώπιον του ανείπωτου. Σιωπάς. Προσεύχεσαι για τις ψυχές τους. Δεν λες τίποτε. Μεταφέρεσαι νοερά στη θέση των μανάδων και των πατεράδων, προσπαθείς να αποδιώξεις τον γόο των παιδιών.

Αν χρειαστεί να πεις κάτι, ως δημόσιος άνδρας, λες κάτι που να πλησιάζει το μέγεθος της τραγωδίας, εκφράζεις κάπως τη συλλύπηση, βρίσκεις δυο λόγια συμπόνιας για τους πενθούντες, να περισώσεις την ανθρωπιά των διασωθέντων, όλων ημών. Ο Πάπας Φραγκίσκος, στην πρώτη του έξοδο από το Βατικανό το περασμένο καλοκαίρι, ετέλεσε λειτουργία στη Λαμπεντούζα υπέρ των χιλιάδων πνιγμένων προσφύγων στα νερά της Μεσογείου.

Μίλησε για την παγκοσμιοποίηση της αδιαφορίας, έτσι: «Νεκροί μετανάστες στη θάλασσα, πάνω στα πλοία αυτά, τα οποία αντί να οδηγούν σε έναν δρόμο ελπίδας, οδηγούν στον δρόμο προς τον θάνατο. Αυτή η σκέψη που έρχεται ξανά και ξανά, γίνεται αγκάθι στην καρδιά και προκαλεί πόνο».

Τις μέρες των Χριστουγέννων, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος συνέφαγε στον ξενώνα της Εκκλησίας με προσφυγόπουλα ασυνόδευτα, με τα ορφανά των πολέμων, που κυνηγημένα από τον θάνατο διέσχισαν βουνά, φαράγγια και θάλασσες· τους είπε τον δικό του λόγο συμπόνιας και εγγύτητας: «Ο Χριστός γεννήθηκε ως πρόσφυγας, ως ξένος».

Ας μην έλεγε τέτοια βαθυστόχαστα ο υπουργός Ναυτιλίας Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης για τα νήπια και τις μανάδες του Φαρμακονησιού· ίσως αγνοεί και τον λόγο του Ευαγγελίου. Ας ψιθύριζε ένα λιτό συλλυπητήριο, ότι τέτοια τραγικά συμβάντα δεν αρμόζουν στον ελληνικό πολιτισμό και στο ευρωπαϊκό κεκτημένο, ότι διεξάγεται ήδη έρευνα, ΕΔΕ, τέτοια. Αντ’ αυτών, ο υπουργός θαλασσών τα έβαλε με τον Ευρωπαίο επίτροπο και όσους κάνουν «χαζή εκμετάλλευση» των νεκρών. Μετά τη φρίκη, η ντροπή. Ας σώπαινε καλύτερα.