Πριν από λίγες μέρες καταδικάστηκε ο 27χρονος Φίλιππος Λοΐζος σε δεκάμηνη φυλάκιση για καθύβριση θρησκεύματος κατ’ εξακολούθησιν μέσω της σατιρικής ιστοσελίδας του στο Facebook «Γέρων Παστίτσιος». Η δίωξη είχε ξεκινήσει μετά την καταγγελία της «βλασφημίας» από τον φερόμενο ως υπαρχηγό της Χρυσής Αυγής, νυν προφυλακισμένο για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση. Πώς τα φέρνει ο καιρός και η κρίση: οι αυτόκλητοι υπερασπιστές του θρησκευτικού αισθήματος να κατηγορούνται για εγκληματικές πράξεις, οι δε σατιριστές να φορτώνονται με φυλακίσεις για ειρηνικά τρολαρίσματα στο διαδίκτυο.

Δικαστική υπερθέρμανση, αφενός. Και ογκούμενη δυσανεξία στη σάτιρα, στην ετεροδοξία, στην ελευθεροστομία, αφετέρου. Αυτά είναι τα προφανή της υπόθεσης Παστίτσιου. Ενδιαμέσως μπορούμε επίσης να μιλήσουμε για πολλαπλασιασμό του κακού γούστου και του εύκολου χάχανου, που προκαλεί την παραπληρωματική εκδήλωση της υποκρισίας, του πουριτανισμού, την αναδίπλωση προς υπερσυντηρητικές αντιμετωπίσεις κάθε ατυπικής συμπεριφοράς, ακόμη και της πιο αβλαβούς.

Λιγότερο αλλά πάντα προφανής στη δίκη και καταδίκη του φαρσέρ-σατιριστή Παστίτσιου είναι η αυξημένη αυστηρότητα σε ό,τι προέρχεται από το διαδίκτυο. Το διαδίκτυο αντιμετωπίζεται, διωκτικά και δικαστικά, σαν φωλιά του Κακού. Μπορούμε να εικάσουμε βάσιμα ότι αν η φάρσα Παστίτσιου διαδραματιζόταν σε έντυπο ή ραδιοτηλεοτπικό μέσο, μάλιστα ευρείας απηχήσεως, θα αντιμετωπιζόταν διαφορετικά· στα ΜΜΕ αναγνωρίζεται η ελευθεροτυπία και η ελευθεροστομία, η σάτιρα, ακόμη και η αθυροστομία. Στο διαδίκτυο των ανωνύμων ή ψευδωνύμων χρηστών δεν αναγνωρίζονται παρόμοια δικαιώματα. Είναι ένα από πολλά σημεία της παράδοξης συνύπαρξης αρχαϊκών θυλάκων και υπερμοντέρνων συμπεριφορών στη δημόσια σφαίρα. Πιθανόν διότι η σύγχρονη μηντιόσφαιρα για μέγα μέρος του πληθυσμού αλλά και των θεσμοφυλάκων δεν έχει αφομοιωθεί κατ’ εύρος και κατά βάθος· παραμένει ένας καινοφανής εισβολέας.

Αυτά όμως συνιστούν εν πολλοίς συμπτώματα μιας υπανάπτυξης στο επίπεδο της κουλτούρας της επικοινωνίας. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον βρίσκεται στην βαθύτερη ηθική και πολιτική κουλτούρα: της ανοχής, της εμπεδωμένης πίστης στην ελευθερία λόγου, στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την προστασία θεσμών, αξιών, ηθών, κυρίως τι και πώς αντιλαμβανόμαστε ως θεσμούς, αξίες και ήθη. Η υπεραντίδραση εναντίον «ασεβών» ή «αντιθρησκευτικών» βιβλίων, ταινιών, θεατρικών παραστάσεων, έργων τέχνης εν γένει, αλλά και δηλώσεων ή παραδειγματικών χειρονομιών, δεν είναι ασφαλώς σημείο των καιρών της κρίσης. Η διοικούσα Εκκλησία της Ελλάδος έχει αφορίσει λογοτέχνες στο παρελθόν, τον Λασκαράτο, τον Ροΐδη, τον Καζαντζάκη· κι έχει πρωτοστατήσει στο «Ανάθεμα του Ελευθερίου Βενιζέλου», το 1916 του Διχασμού, με τα λόγια του Αθηνών Θεόκλητου: «Ελευθερίω Βενιζέλω επιβουλευθέντι την Βασιλείαν και την πατρίδα και καταδιώξαντι και φυλακίσαντι Αρχιερείς, ανάθεμα έστω».

Στα πρόσφατα χρόνια, ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος είχε ζητήσει συγγνώμη για το ανάθεμα του προκατόχου του. Ηταν όμως πια ο καιρός που οι διαμαρτυρόμενοι για το 666 και την ταινία Τελευταίος Πειρασμός του αφορισμένου Καζαντζάκη ήταν απλώς οι ζηλωτές. Η επίσημη διοικούσα Εκκλησία σιωπούσε ή παρότρυνε, αλλά η ζώσα Εκκλησία ήταν αλλού, είχε προχωρήσει, και συμβίωνε ταπεινά και ειρηνικά μες στην εκκοσμικευμένη πολιτεία με τους άπιστους, τους άθεους, τους ετερόδοξους, τους αγνωστικιστές. Αυτή η ζώσα Εκκλησία, το σώμα πιστών, έχει πει προ πολλού το θεολογημένο και γενναίο «ο Θεός δεν έχει ανάγκη εισαγγελέα»· αυτό το σώμα πιστών (πάντων ημών των βαπτισθέντων), ζώντας την πίστη του ευχαριστιακά δεν έχει ανάγκη να επιστρατεύσει εισαγγελείς και αστυνόμους για να το προστατεύσουν από κακόβουλους, κακόγουστους και απνευμάτιστους σατιριστές.

Στον παρόντα καιρό ωστόσο, τον καιρό της κρίσης, εξακολουθούμε να βλέπουμε ορισμένους αρχιερείς να επανέρχονται ως τιμητές και ρυθμιστές πάσης της κοινωνίας, να φιλοτεχνούν μικρούλια αναθέματα, να φλερτάρουν με ακροδεξιά και νεοναζιστικά μορφώματα, να κρίνουν την καλλιτεχνική ή πνευματική αξία έργων τέχνης, να καταριούνται συνανθρώπους για τα κουσούρια των επιλογών τους. Το ανησυχητικό είναι ότι την τέτοια ροπή προς τον αφορισμό, το ανάθεμα και την κατάρα συμμερίζεται, σιωπηρά έστω, όλο και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού και, ηχηρά, κάποιοι δημόσιοι λειτουργοί, επιφορτισμένοι κατά τα άλλα με την προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών και του ανεξίθρησκου χαρακτήρα του κοσμικού κράτους. Φταίει η κρίση, που όλα τα ξεθεμελιώνει και κάνει τους λαχταρισμένους ανθρώπους να αναζητούν αποκούμπι στον υπερσυντηρητισμό, σε ό,τι κουρελάκι τους παρουσιαστεί σαν παράδοση και αξιακό πλαίσιο; Ναι, ασφαλώς, η οικονομική-κοινωνική κρίση βάθυνε την σύγχυση και την ανασφάλεια που ήδη προϋπήρχαν και ελάνθαναν στο πεδίο των πνευματικών αξιών και των ηθικών συγκροτήσεων. Αλλά δεν δημιούργησε η κρίση τα φαινόμενα.

Επειδή μας περιμένει μακρύ άνυδρο μέλλον, επειδή η οργή και η μισαλλοδοξία πιθανόν να αβγατίσουν, επειδή η υπεραντίδραση και η υπερτιμωρία δεν λύνουν αλλά περιπλέκουν τα υπαρκτά προβλήματα, ελπίζουμε οι δικαστές να πάψουν να ασχολούνται με τις καταγγελίες των φαιά φορούντων για εγκλήματα αθυροστομίας και να ασχολούνται με τα όντως εγκλήματα των λευκών κολάρων. Ευχόμαστε επίσης η διοικούσα Εκκλησία της Ελλάδος να ακούσει καθαρότερα τα μηνύματα της ζώσας Εκκλησίας, τα μηνύματα της αλαφιασμένης και πονεμένης κοινωνίας, τα λόγια των δικών της φωτισμένων ιερεών που δεν είναι ελάχιστοι, να ακούσει τέλος έναν άλλο ιερέα, τον Πάπα Φραγκίσκο για τη θέση της μαρτυρούσας Εκκλησίας στην παγκοσμιοποιημένη λατρεία του χρυσού μόσχου: «Προτιμώ μια Εκκλησία μωλωπισμένη, πληγωμένη, βρώμικη επειδή ήταν έξω στους δρόμους, από μια Εκκλησία που είναι ανθυγιεινή διότι παρέμεινε περιορισμένη και προσκολλημένη στην ιδέα της δικής της ασφάλειας» (Εvangelii Gaudium – Η Χαρά του Ευαγγελίου, Νοέμβριος 2013).