paragka_karagkiozi

Πριν από τέσσερα χρόνια, τέτοιες μέρες, περπατούσα στην Αθήνα και αφουγκραζόμουν τα πλησιάζοντα. Οχι ευκρινώς· η πραγματικότητα απέβη πιο ζοφερή εντέλει, ωστόσο ήδη τον Δεκέμβριο του 2009 στους δρόμους του άστεως μπορούσες να μυρίσεις εντροπία και μια νέα διάνοια να ανατέλει. Να πώς: Κολυμπούσα σαν υπνωτισμένος μες στη στερεοτυπική εορταστικότητα: τα παράφωνα κάλαντα, οι σακούλες με τα δώρα και τα περιττά, ο αμέριμνος καφές και το κονιάκ στα πεζοδρόμια, κι αυτή η στερεοτυπία χρειάζεται, σαν νοσταλγία γι’ αυτό που υπήρχε διαρκώς, χωρίς κανένα σημάδι διακοπής του. Μα διακόπηκε.

Ιδια είναι η στερεοτυπικότητα κατά το περίβλημα, όμως φέτος ο πυρήνας της είναι στεγνός, σκοτεινός, σαν καμένος. Περιέχει κάποιους χυμούς ωστόσο· όσο λιγοστεύουν οι χυμοί, τόσο πλησιάζουμε στην ψίχα, στην ουσία, στα στερνά χρειώδη, σαν την παρηγορητική ελάχιστη ζωγραφική του Χρήστου Μποκόρου, φέτος στο Μπενάκη Πειραιώς: οι άνθρωποι παρασταίνονται οριζόντιοι, ξαπλωτοί, όμως άγρυπνοι, να ατενίζουν το στερέωμα ή το άπειρο, και παραδίπλα εικονίζονται στην ίδια στενόμακρη ξαπλωτή φόρμα τα αναγκαία τους, όλα: μια πλάκα σαπούνι, ένα χιονάτο πεσκίρι, νερό τρεχούμενο, ένα πιάτο φασολάδα, ένα ποτήρι κοκκινέλι. Αυτά. Από τα περιττά, στα χρειώδη. Τώρα λείπουν κι αυτά.

Η ζωή κυλάει ντεγκραντέ, από τα πλούσια κορεσμένα χρώματα, τα σπάταλα και περιττά, κυλάει ντεγκραντέ προς μια πολυγνώτεια παλέτα, (συν ολίγο λουλακί, συμπληρώνει ο Χρήστος), ελάχιστη κι όμως αυτάρκη. Πριν μπω στο ζωγραφικό ευχέλαιο του Μποκόρου, τριγύρισα στη βιογραφική έκθεση του Τσαρούχη, στις ηχογραφημένες αφηγήσεις του, στα βιοφωτογραφικά τεκμήρια του μεσοπολέμου και του ’50-’60, στις υπέρλαμπρες ζωγραφιές του ’30, γονιμοποίηση του Ματίς και του Καραγκιόζη. Και όσο βυθιζόμουν στην ομορφιά και τη χάρη αυτού του κόσμου, στη φτώχεια και τον πλούτο του, στη ζωική ορμή και την αισιοδοξία του, τόσο βούλιαζα στη θλίψη. Ο τσαρουχικός κόσμος, ο κόσμος του μοντερνισμού και της λαϊκότητας, του νεοαναγεννησιακού και της αστικότητας, μου φαινόταν αβάσταχτα ωραίος και νεκρικός, αβάσταχτα οικείος αλλά και ξένος, σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Υπήρξαν ποτέ οι νοικοκυραίοι; Οι μικρομεσοαστοί και οι λαϊκοί ; Οι πρόσφυγες Ελληνες μετά το 1922, οι επήλυδες μετά το 1944 και το 1949, οι μετανάστες του ’50-’60, οι καταφερτζήδες επιβιωτές, οι έποικοι της πολυκατοικίας, οι σπουδαγμένοι babyboomers του ’70-’80; Υπήρξαν οι γονείς μας ως νοικοκυραίοι, που έχτισαν σπίτια και μαγαζιά, σπούδασαν παιδιά και προίκισαν εγγόνια; Υπήρξαμε εμείς ως νοικοκυραίοι;

Δυσκολεύομαι να πω. Τέσσερα χρόνια από την πρώτη αναλαμπή του ιστορικού ρήγματος, όταν πρωτοείδα καθαρά την γνώριμη ζωή να ξεθωριάζει, δυσκολεύομαι πια και να θυμηθώ πώς υπήρξαμε νοικοκυραίοι, ευημερούντες ελευθεροεπαγγελματίες και παραγωγοί, κουβαρντάδες νονοί και ευωχούντες συμπότες. Λες και όλη η προηγούμενη ζωή συμπυκνώθηκε μες στα τέσσερα χρόνια της κρίσης, που διαρκώς αποχρωματίζουν την προτέρα ζωή και την κάνουν αχνή ανάμνηση, μια θαμπή αναπαράσταση με ανάμικτες χαρές και αμαρτίες, μια αναπαράσταση σφραγισμένη ορισμένως από τα τωρινά μας αισθήματα, άλλοτε να γέρνει προς τη γλύκα και το αγλάισμα, στο φως, κι άλλοτε να βουλιάζει στα σκούρα, στις σκιές και τη θλίψη.

Ακόμη και η λέξη, νοικοκύρης, σημαίνει τόσο διαφορετικά πράγματα, σήμερα και τότε. Ηταν συκοφαντημένος στο ηρωικό χιπ εννοιολόγιο της νιότης μας, ποτισμένο από το «Αντισταθείτε» του Κατσαρού και το «Ballad of a thin man» του Ντύλαν· ήταν ένας δειλός συντηρητικός ανθρωπάκος, με χαμηλό ορίζοντα και υλόφρονες φιλοδοξίες, ήταν ο Φαρισαίος στην ηθογραφική φαρσοκωμωδία, ήταν ο φοβισμένος γείτονας κι ο σιωπηλός πατέρας μες στη δικτατορία. Σήμερα σκέφτομαι ότι δεν ήταν μόνο αυτό ο νοικοκύρης· ήταν συνάμα κι ένας ήρως με παντούφλες. Ηταν κι άλλα πολλά, η προκοπή ως αξία, η έγνοια για τους δικούς του ανθρώπους, τα οικογενειακά και κοινοτικά δίκτυα, η λαχτάρα για γράμματα, η δίψα για ειρήνη και δημοκρατία.

Μπρος-πίσω, απ’ το ’09 στο ’13, σε δρόμους παλιούς. Διαπερνώ τους τοίχους των πολυκατοικιών του ξέθωρου σαστισμένου ελληνισμού, βλέπω ακόμα αναμμένα τα LED της ζωής, σκέψεις και αισθήματα να ανατέλλουν πάλι, την περηφάνια, τα δίκτυα, την φιλαλληλία, το άφοβο κοίταγμα στην ιστορία.

Από τα βάθη του ’09 κρατάω αυτό το επικούρειο, το καίριο: «Άφοβον ο θεός, ανύποπτον ο θάνατος· και ταγαθόν μεν εύκτητον, το δε δεινόν ευκαρτέρητον».