Η πιο πικρή γνώση που αποκομίζουμε από την πολυετή κρίση είναι η διαλυτική επίδραση από τη χρόνια απουσία ή την απίσχνανση των θεσμών και από την πνευματική ή και ηθική ανεπάρκεια της πολιτικής τάξης. Πολύ πικρή γνώση πράγματι: αποκτάται με πόνο και δάκρυα, στο έδαφος ενός πολυεπίπεδου μετασχηματισμού με δυστοπικά χαρακτηριστικά.

Οι θεσμοί παρέμειναν καχεκτικοί με κύρια ευθύνη της πολιτικής τάξης που κυβερνούσε, για να έχει στη διάθεσή της τον δημόσιο χώρο ως πεδίο αυθαιρεσίας. Δεν είναι άμοιροι ευθύνης όμως και οι κυβερνώμενοι, ο κυρίαρχος λαός, στο μέτρο που εκχωρούσε την ισοπολιτεία και την ισονομία, την κυριαρχία του, για βραχυπρόθεσμα ιδιοτελή οφέλη και βυθιζόταν όλο και βαθύτερα στην εξαχρείωση και στον ανδραποδισμό, ό,τι φάνηκε γυμνό κατά τη φάση της πτώσης. Την ώρα της πτώσης ο ετερόνομος, εθελόδουλος λαός έμεινε γυμνός και ανυπεράσπιστος, χωρίς ασπίδα θεσμών, και βεβαίως χωρίς τον πρόθυμο εταίρο της αμοιβαίας διαφθοράς: ο πρώην εκμαυλιστής είχε μεταμορφωθεί σε δυνάστη και εκτελεστή.

Καθημερινά, οι πράξεις και οι λόγοι της πολιτικής τάξης διαμορφώνουν ένα σκηνικό μαύρης κωμωδίας, στο οποίο επικρατεί εντέλει το μαύρο. Λόγου χάριν, ο δημόσιος λόγος του υπουργού Οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα: σφραγίζεται από ένα μείγμα αφελούς αισιοδοξίας και ανεδαφικότητας, το οποίο αναρωτιέται κανείς αν είναι ένας άτεχνα καμουφλαρισμένος κυνισμός. Είναι ο τυπικός λόγος του τεχνοκράτη που δεν νιώθει την παραμικρή ανάγκη για δημόσια λογοδοσία, εφόσον δεν ζητάει καν πολιτική νομιμοποίηση από το ακροατήριό του.

Η πεποίθησή του ότι οι Ελληνες δεν υπερφορολογούνται ήταν η κορυφαία σε μια σειρά ανάλογων μαργαριταριών. Φυσικά, ο κ. Στουρνάρας δεν είναι αφελής ούτε αισιόδοξος· γνωρίζει ότι η χώρα βυθίζεται, γνωρίζει, αν και ίσως ασαφώς, ότι πολλοί συμπολίτες του υποφέρουν ή δεν πρόκειται να σηκώσουν κεφάλι στο ορατό μέλλον, γνωρίζει ότι η παραγωγική βάση της χώρας αποσαθρώνεται. Ισως να έχει αρχίσει να υποψιάζεται κιόλας ότι βρισκόμαστε ενώπιον ανθρωπιστικής κρίσης. Ολα αυτά τα γνωρίζει πιθανότατα. Αλλά έχει κάνει μία θεμελιώδη παραδοχή: δεν υπάρχει άλλος δρόμος, παρά ο δρόμος μιας δημιουργικής καταστροφής, μάλιστα όπως τον υποδεικνύουν οι δανειστές, ούτε καν όπως θα μπορούσαν να τον έχουν σχεδιάσει Ελληνες για Ελληνες. Το πιστεύει, δεν μπορεί παρά να το πιστεύει, για να παραμείνει σε αυτή τη θέση.

Συμμετέχει λοιπόν ενεργά, με ενθουσιασμό, στην καταστροφή, θεωρώντας την ως αναγκαία πρώτη φάση. Η, σε δεύτερο χρόνο, δημιουργία δεν τον απασχολεί: δεν θα βρίσκεται σε αυτή τη θέση, επικεφαλής υπουργός. Αν η δημιουργική φάση επιτύχει, θα μπορεί να πει ότι η δική του καταστροφή συνέβαλε αποφασιστικά· αν η δημιουργική φάση αποτύχει, θα μπορεί να υποστηρίξει ότι δεν ήσαν ικανοί οι διάδοχοι και χαράμισαν τις θυσίες του ελληνικού λαού. Win-win. Ετσι ακριβώς έδρασαν και οι περισσότεροι υπουργοί της κυβέρνησης Παπανδρέου και όλοι οι υπουργοί της κυβέρνησης Παπαδήμου, εμφορούμενοι από ένα ποικίλης δοσολογίας μείγμα ιδεαναγκασμού και κυνισμού.

Ο υπουργός Παιδείας Κωνστ. Αρβανιτόπουλος πολιτεύεται πιο παραδοσιακά, με τυπικές παλινωδίες, υπαναχωρήσεις, προχειρότητες, υστεροβουλίες και, εντέλει, τυπικά καταστροφικά αποτελέσματα. Η βεβιασμένη και οριζόντια αποψίλωση των πανεπιστημίων από διοικητικό προσωπικό, χωρίς αξιολόγηση και μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό, τυπική εφαρμογή των υποδείξεων της τρόικας, οδήγησε σε απώλεια του διδακτικού εξαμήνου και σε δική του πλήρη υποχώρηση και συντριπτική προσωπική ήττα. Ταλαιπωρία και ευτελισμός, χωρίς κανένα όφελος για κανέναν.

Τέλος, η πολιτική ως τηλεοπτικό bullying. H περίπτωση του υπουργού Υγείας Αδ. Γεωργιάδη. Ο κ. Γεωργιάδης λέγεται ότι κατά τον σχηματισμό της δικομματικής κυβέρνησης επελέγη διότι μόνο αυτός, ως «τρελός», θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τις απολύσεις και περικοπές στον ευαίσθητο χώρο της δημόσιας υγείας. Πράγματι, με τις φωνές του στα κανάλια και τον προκλητικό, οιονεί αντισυμβατικό, λόγο του, συχνά και με την απαξιωτική αντιμετώπιση των συνομιλητών του, ο κ. Γεωργιάδης κερδίζει το παιχνίδι του επικοινωνιασμού. Ξεπερνά κατά πολύ τον προκάτοχό του Ανδρέα Λοβέρδο, αριστεύσαντα στις δημόσιες εκδραματίσεις: O bully υπερτερεί της drama queen.

Ο λόγος του κ. Γεωργιάδη, καταγόμενος ταυτοχρόνως από τους τηλευαγγελιστές, τις τηλεπωλήσεις, τους ατακαδόρους των καφενείων και τους καβγάδες στα πηγαδάκια, αρχαϊκός και μεταμοντέρνος μαζί, επιβάλλεται ήδη ως επιτυχημένο στυλ στο απέραντο πρωινάδικο που είναι η ελληνική δημόσια σφαίρα. Αυτή είναι η Ελλάδα.