You are currently browsing the monthly archive for Δεκέμβριος 2013.

tasos_pavlopoulos

Παλιότερα, το παρασκήνιο των μεγάλων συμφωνιών έφτανε στο ευρύ κοινό με πολλά χρόνια καθυστέρηση, όταν άνοιγαν κρατικά αρχεία ή όταν κάποιος ηγέτης έγραφε απομνημονεύματα. Στην επιταχυμένη εποχή μας, επιταχύνεται αναλόγως και η εκροή πληροφοριών από το ουσιώδες παρασκήνιο. Ετσι, μετά δύο ή τρία χρόνια, μαθαίνουμε χαρακτηριστικές λεπτομέρειες για το πώς καταρτίσθηκε το πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας και των άλλων χρεωμένων χωρών της ευρωζώνης, δηλαδή με ποια λογική και ποιες προτεραιότητες.

Ο πρώην πρωθυπουργός της Ισπανίας, Χοσέ Λουίς Θαπατέρο, στο βιβλίο του «El Dilemma», μετέφερε το κλίμα και τις ουσιώδεις λεπτομέρειες πίσω από τις κλειστές πόρτες της Συνόδου G20 των Kαννών, το 2011, όπου παίχτηκε το μέλλον των χωρών του Νότου και το άδοξο τέλος των εκλεγμένων πρωθυπουργών Ελλάδας και Ιταλίας. Ηταν οι μέρες πριν το δεύτερο ελληνικό μνημόνιο και το PSI, όταν ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου αποτόλμησε να ζητήσει δημοψήφισμα. Υπό μία έννοια, ο Ελληνας πρωθυπουργός προσπάθησε να δώσει συνέχεια στη δήλωσή του, την άνοιξη του 2010, ότι μπορεί να βάλει «στο τραπέζι το πιστόλι» της στάσης πληρωμών, λίγο προτού πάει στο Καστελόριζο για να ανακοινώσει στον ελληνικό λαό την υπαγωγή στο πρόγραμμα της τρόικας.

Το πιστόλι του Γ. Παπανδρέου υπήρχε πράγματι, δεν ήταν μπλόφα. Την ίδια περίπου εποχή, Μάιο του 2010, ο νομικός Lee Buchheit, διεθνής αυθεντία στην αναδιάρθρωση κρατικών χρεών, δημοσίευσε μια σύντομη μελέτη, στην οποία επεσήμανε ότι το 90% του ελληνικού χρέους διέπετο από το εθνικό δίκαιο και άρα η Ελλάδα μπορούσε να ορίσει τον τρόπο αναδιάρθρωσης του χρέους της από εξαιρετικά ευνοϊκή θέση. Επεσήμανε επίσης από τα 319 δισ. ευρώ του χρέους τον Απρίλιο 2010, τα 240 δισ. ευρίσκοντο σε χαρτοφυλάκια ευρωπαϊκών τραπεζών, οι οποίες μάλιστα εξήρχοντο από το κραχ του 2008 πληγωμένες και υπερμοχλευμένες. Αυτό ήταν το πιστόλι.

Ολοι γνωρίζουμε τη συνέχεια. Το πιστόλι καταρχάς απασφαλίστηκε, για να ξεφορτωθούν τα ελληνικά junk bonds οι γαλλογερμανικές τράπεζες, και να εξασφαλιστεί η ευρωζώνη από φαινόμενα ντόμινο. Εν συνεχεία το πιστόλι εκπυρσοκρότησε στα χέρια του Γ. Παπανδρέου· καθηρέθη ταπεινωτικά από την πρωθυπουργία, υπό όρους που περιέγραψαν ζοφερά ο Θαπατέρο και άλλοι Ευρωπαϊοι αξιωματούχοι. Κατόπιν, το πιστόλι εκπυρσοκρότησε ως PSI, και τσάκισε τα γόνατα των Ελλήνων ομολογιούχων, ιδιωτών, ασφαλιστικών ταμείων και κοινωφελών οργανισμών. Ηταν πια 2012, δύο χρόνια από τον Απρίλιο 2010. Το PSI το οργάνωσε νομικά ο Lee Buchheit. Τον Μάιο έγιναν εκλογές.

Ολα αυτά τα γνωρίζουμε. Αυτό που έμενε να μάθουμε ακόμη ήταν η εκτίμηση της ίδιας της Γερμανίδας καγκελαρίου Μέρκελ, με καθοριστικό ρόλο στον χειρισμό της ελληνικής κρίσης. Στην πρόσφατη σύνοδο κορυφής των ηγετών της Ε.Ε. η κ. Μέρκελ, με ειλικρίνεια και σαφήνεια, συνόψισε το ελληνικό δράμα, γιατί έπρεπε να θυσιαστεί η Ελλάδα: «Συζητούσαμε τότε εάν η Ελλάδα θα έπρεπε να βγει από την ευρωζώνη. Νομίζω ότι εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, στη συνέχεια θα εγκαταλείπαμε όλοι την ευρωζώνη» (εφημερίδα Le Monde, 21 Δεκ. 2013). Είναι ίσως η σημαντικότερη πολιτική περιγραφή της χρονιάς. Η περιγραφή της καγκελαρίου συνοψίζει τι απέγινε το «πιστόλι»· και μάς προσφέρει μια οδυνηρά αποκτηθείσα γνώση για τα όρια και τις δυνατότητες ελιγμών της χώρας, για τα όρια και τις δυνατότητες της ηγεσίας της, για τα όρια της Ευρώπης.

ζωγραφική: Τάσος Παυλόπουλος

belezza_roma

Παρακολουθούσα λαίμαργα την Grande Belezza (Μεγάλη ομορφιά) του Σορεντίνο, ρουφούσα εικόνες, κιαροσκούρα, φόρμες, αστραφτερά πεζοδρόμια και περίτεχνα δάπεδα, αδριάντες, κρήνες, κήπους, ταράτσες, τα ρωμαϊκά πεύκα να περιγράφουν τον ορίζοντα, μπαρόκ παλάτσα, εκθαμβωτικά μπλέιζερ, τη γιγαντοδιαφήμιση Martini, τον flâneur Τζεπ με ένα νεγκρόνι στο χέρι να ακούει μυστικά τον Αμνό του Τάβενερ και φανερά τα μπιτ της eurotrash. Κατάδυση στον κινηματογράφο και εμβάπτιση στην Αιωνία Πόλη, από εκεί που την άφησαν ο Φελίνι, ο Σκόλα και ο Ροσελίνι, μισό αιώνα μετά, από τα χρόνια της ανοικοδόμησης και της ευφορίας, της λιτής κομψότητας, της ματιάς προς το μέλλον.

Το μέγα κάλλος της ταινίας είναι η Ρώμη, αναμφίβολα· αλλά ο αφηγηματικός της πυρήνας είναι ένας επιτάφιος για την γηραιά Ευρώπη, την ελληνορωμαιοχριστιανική. Οι τελειωμένοι αριστοκράτες, οι φθαρμένοι ηδονιστές, οι ματαιωμένοι επήλυδες, οι στείροι καλλιτέχνες, οι ακηδείς πλούσιοι, οι προλετάριοι απ’ τη χαραμάδα, όλοι πεθαίνουν και σβήνουν εν ηδοναίς προσθέτοντας επιδερμίδα και ρουφώντας σκόνες. Η πόλη είναι ένα αρχαίο πολυστρωματικό μνημείο που τυλίγει με ομορφιά και μεγαλείο τους ανθρώπους, μα τους τυλίγει νεκρικά, τους κρατάει διαρκώς στον κόσμο των νεκρών.

H μονόχρωμη τοιχογραφία της Dolce Vita έχει εν τω μεταξύ μετασχηματιστεί σε μια μπαρόκ ελαιογραφία υπερκορεσμένου χρώματος και ακραίου κιαροσκούρο, με ένα θέμα: τη ματαιότητα, τη vanitas, με τυπωμένη σε κάθε γωνιά την υπόμνηση memento mori, τυπικά ρωμαϊκή. Η αρμονία, το μέτρο, η χάρις, έχουν ταφεί στα σκοτεινά βάθη των παλάτσων, όπως η ραφαελική Fornarina, η πεμπτουσία της sprezzatura: είναι μόνο μια φευγαλέα υπόμνηση του απωλεσθέντος ιδεώδους, ένα φάντασμα, το φάντασμα της Ελίζα, μια έλλαμψη από το μυητήριο πρόσωπο της νιότης που είναι πια νεκρό.

Ρουφώντας τη Ρώμη μέσα από το ρέκβιεμ του Σορεντίνο, σκεφτόμουν διαρκώς ότι να ζεις σε μια τέτοια πόλη-μνημείο, σε ένα απέραντο κενοτάφιο ιστορίας, είναι ευλογία και κατάρα. Ευλογία διότι ζώντας εκεί, δεν χρειάζεσαι τίποτε άλλο· τα έχεις δει, τα έχεις ζήσει όλα. Και κατάρα, διότι ζεις πλακωμένος από το βάρος αιώνων και γιγάντων, κι όσο κι αν δίνεσαι της ζωής, πάντα θα βουλιάζεις στην ιστορία, πάντα θα βαραίνει η σύγκριση με τα έργα και το πνεύμα των προγόνων. Με αυτούς συνομιλούν ο Φελλίνι και ο Παζολίνι, από αυτούς αναβλύζουν και εκεί επιστρέφουν.

Σαν να ζεις στην Αθήνα. Πλακωμένος από τη σκιά της Ακροπόλεως, από τερατώδεις σκιές σε κάθε άλσος, εδώ η σκιά του Πλάτωνος, εκεί του Αριστοτέλη, παραπέρα του Περικλή και του Θεμιστοκλή, εκεί ο Σωκράτης συνομιλούσε με τον Φαίδρο. Ξασπρισμένα μαρμάρινα μέλη από τη δημοκρατία, θύλακοι χριστιανικού μεσαίωνα από την αυτοκρατορία, με πλίνθους και κουρασάνι, ένα σπάραγμα οθωμανικό, νεοκλασικισμός σαν του Κανόβα στη Ρώμη, η θάλασσα να λάμπει διαρκώς στο βάθος, μια βιασμένη ενδοχώρα νυμφών και αττικών θαυμάτων.

Αυτή η αβάσταχτη Αθήνα, πρωτεϊκή και ελάχιστη, έλαμψε πάλαι ποτέ σαν Στέλλα, παθιασμένη για ελευθερία σε χωμάτινες αυλές και χαμοκέλες, έλαμψε άγρια σαν Ευδοκία καμένη από ήλιο, σκόνη και φτηνό κρασί. Περιμένει τώρα να λάμψει μητροπολιτική και περίπλοκη, σκοτεινή και πολυπρόσωπη, με σημάδια πολέμων στους τοίχους και μια ευδαιμονία που γυρνάει σε πένθος.

Κάτω από την επιφάνεια του καταθλιπτικού συβαριτισμού και των παλάτσων της Ρώμης, κάτω από το κατσουφιασμένο πρόσωπο του κλασικοαθηναϊκού ερειπιώνα, υπάρχει ένας βαθύς επιτάφιος θρήνος για τον κόσμο που απέρχεται, και ένα βλέμμα προς τον κόσμο που φτάνει· μάλλον, περισσότερα του ενός βλέμματα, προς διάφορες πιθανές ελεύσεις. Ασιάτες, Αραβες, τουρίστες, ας πούμε. Αλλά κυρίως παιδιά που αναζητούν μια διαδρομή στον λαβύρινθο του βίου, όπως έκαναν πάντα τα παιδιά· η έλευση της αγάπης· η αναζήτηση του στοιχειώδους, του θεμελιακού, κάποιος να σε νοιαστεί, κάποιος να σου αποκαλύψει το θαύμα, τη φύση, μια φεγγαρόλουστη νύχτα, μια απέραντη στιγμή αποκαλύψεως, τα επιφάνια και η χάρη.

Ανω και κάτω. Ανω: η ταράτσα, ρωμαϊκή, αθηναϊκή· πλάι στο Κολοσσαίο, πλάι στην Ακρόπολη· ο επιπολής κόσμος θεάται το γέρμα του πλονζέ. Κάτω: τα μνημεία τέχνης, οι τάφοι, ο Κεραμεικός, τα καταχωμένα ποτάμια, οι ψυχές. Ζούμε υπεράνω, αντλώντας παραδόξως δυνάμεις από κάτω, πάντα επιστρέφοντας σε μια Fornarina, μια σβησμένη Ελίζα, προ πάντων στη spretazzura της νιότης, στη θάλασσα.

A Bigger Splash 1967 by David Hockney born 1937

Μες στα Χριστούγεννα ο υπουργός Οικονομικών κ. Γιάννης Στουρνάρας υποστήριξε ότι για την αιθαλομίχλη που πνίγει τις μητροπολιτικές περιοχές Αθηνών και Θεσσαλονίκης δεν ευθύνεται η υψηλή λόγω φόρου τιμή πετρελαίου. Εν συνεχεία πρότεινε ένα επιπλέον επιχείρημα για τον υψηλό φόρο καυσίμων: έτσι αποτρέπονται οι πλούσιοι ιδιοκτήτες να θερμαίνουν τις πισίνες τους με φτηνό πετρέλαιο θέρμανσης.

Τα λογικά χάσματα του υπουργού δεν οφείλονται προφανώς σε έλλειμμα ευφυΐας, και δεν είναι μόνο δικά του, είναι της κυβέρνησης. Προδίδουν όμως ένα ιδιότυπο πείσμα, έλλειψη πολιτικού πραγματισμού και μια περιορισμένη αντίληψη του πραγματικού κόστους της πολιτικής που εφαρμόζεται. Προσηλωμένος στον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος διά της συλλογής φόρων και της επιβολής ισοπεδωτικής λιτότητας, δεν βλέπει ότι οι παρενέργειες μπορεί να προκαλούν μη αντιστρεπτές βλάβες στο καθόλου οικοσύστημα ― και δεν εννοώ μόνο τις προβλέψιμες βλάβες στο περιβάλλον και τη δημόσια υγεία, αλλά και τις μη μετρήσιμες, τις απρόβλεπτες επιπτώσεις στα κοινωνικά ήθη.

Το εξωλεκτικό μήνυμα είναι το πιο ανησυχητικό μήνυμα που στέλνει ο υπουργός: για να περιορίσει μερικές εκατοντάδες πλούσιους, εγκαταλείπει στο ψύχος και το τοξικό νέφος μερικά εκατομμύρια φτωχούς. Το αντίθετο από τον βιβλικό μύθο των Σοδόμων· ο Θεός δεν θα έβρεχε πυρ και θειάφι εάν βρίσκονταν έστω και δέκα δίκαιοι.

Το να μην αναγνωρίζεις το λάθος, να μην αναγνωρίζεις το πρόβλημα, να μη διορθώνεις γραμμή πλεύσης, να μη βρίσκεις καν δυο λόγια συμπόνιας για τους δοκιμαζόμενους συμπολίτες, ξεπερνά το όριο της σκληρής πολιτικής· περνά στη σφαίρα της ακατανόητης αναλγησίας, του παράλογου σαδισμού. Aκατανόητης; Η καταδίκη αδιακρίτως δικαίων και αδίκων και η καταδίκη των πάντων στο τοξικό νέφος του παραλογισμού δεν συνιστά διάσωση πληγωμένης χώρας. Μάλλον, οδηγεί σε διάσωση της χώρας χωρίς όλους τους κατοίκους της, της Ελλάδας χωρίς πολλούς Ελληνες.

yarn

Να στολιστεί η πόλη, να βάλει τα γιορτινά της, να φωτιστεί, οπωσδήποτε· η ζωή κυλάει, δεν σταματάει. Μάλιστα, ακριβώς αυτό το πνεύμα των Χριστουγέννων, την αισιοδοξία που εμπνέει η τελετουργική ανάπαυλα των εορτών, τα έχουμε ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Ακόμη και τα φωτάκια LED στα μπαλκόνια ανάβουν σαν μικροί φάροι ελπίδας.

Στην πράξη, γεννιούνται κάποια ερωτήματα. Ας πούμε: Ποια γιορτινά ρούχα ταιριάζουν σε μια πληγωμένη πόλη; Ο προϋπολογισμός είναι ρηχός, όλα φωνάζουν για περικοπές και οικονομία, αφενός. Αφετέρου, σε μια πόλη με εκατοντάδες, χιλιάδες κλειστά μαγαζιά, με άστεγους και με χιλιάδες σιωπηλούς άνεργους ή απλήρωτους, ο εορταστικός διάκοσμος πρέπει να είναι ζυγισμένος και μετρημένος, τέτοιος που να στηρίζει και να εγκαρδιώνει, όχι να προκαλεί απορίες. Εχουμε άλλωστε την όχι και τόσο μακρινή εμπειρία του «μεγαλύτερου δέντρου» της Ευρώπης, μιας υπερβολής και ενός θεσμικού kitsch που στοίχειωνε την Αθήνα τα χρόνια των ψευδαισθήσεων.

Οι δημοτικοί άρχοντες της Αθήνας είχαν λοιπόν να λύσουν και φέτος ένα δύσκολο πρόβλημα. Το αποτέλεσμα είναι άνισο. Ναι μεν φωτίστηκαν γιορτινά οι κεντρικοί δρόμοι, άστρα και γιρλάντες σημαίνουν τις ξεχωριστές μέρες, εντούτοις λίγα μέτρα παραμέσα, στην καρδιά της κατοικημένης ζώνης του κέντρου, λείπουν τα βασικά φώτα των δρόμων, είναι καμένες οι λάμπες. Κακή συντήρηση; Ολιγωρία των συνεργείων; Ανεπάρκεια προσωπικού ή πόρων; Μάλλον λίγο απ’ όλα.

Η αμηχανία στολισμού είναι εμφανής στην πολύπαθη πλατεία Ομονοίας. Η Ομόνοια από καιρό είναι μια γκρίζα ζώνη βρώμικου τσιμέντου, ακατοίκητη έρημος και αστικό κενό, από τότε που την εγκατέλειψαν και οι μετανάστες. Το μόνο φωτεινό διάλειμμα που θυμάμαι ήταν όταν φιλοξένησε την εγκατάσταση του εκλιπόντος Βλάση Κανιάρη, ένα εφήμερο μνημείο από σακκιά τσιμέντου Τιτάν τυλιγμένα με ελληνικές σημαίες. «Εις δόξαν» το ονόμαζε πολύσημα ο σπουδαίος καλλιτέχνης και αιφνιδίαζε στοχαστικά τους περαστικούς.

Φέτος πάνω στην εορτάζουσα πλατεία έχει στηθεί με ψυχρά φώτα η λέξη ΑΘΗΝΑ. Αιφνιδιασμός πάλι, που δεν οδηγεί όμως σε στοχαστικές προσαρμογές, αλλά σε μια και μόνη απορία: Τί είναι αυτό; Είναι τέχνη; Ειναι οδοσήμανση; Είναι ευχή; Είναι υπόμνηση για ξένους επισκέπτες, οι οποίοι ξέρουν να διαβάζουν ελληνικά; Μήπως υπάρχει κρυφό νόημα; Φοβούμαι ότι δεν υπάρχει κανένα νόημα, κρυφό ή φανερό, όπως δεν υπάρχει και φόρμα. Υπάρχει μόνο αμηχανία. Κενό πάνω στο κενό: το λεκτικό πάνω στο αστικό. Από μια άποψη, ειλικρινές: ο Δήμος Αθηναίων δεν έχει να πεί τίποτε στους Αθηναίους· μπορεί μόνο να ψελλίσει αμήχανα το όνομα της πόλης, σαν υπόμνηση: για το πού ζούμε, ή για το ότι ζούμε ακόμη. Προσπερνάς μελαγχολικά, ανηφορίζεις τη Σταδίου, διψώντας για γιορτή.

Στην κορυφή της Σταδίου, στο ξέφωτο της Παλαιάς Βουλής, συναντάς δέντρα ντυμένα με πουλόβερ. Yarn bombing και urban knitting ονομάζεται η εικαστική δράση που ντύνει με πλεχτά τα αστικά στοιχεία. Την αμηχανία της φωτοαθήνας διαδέχεται η χιπστερική εννοιολογία: Το δεντράκι σαν άνθρωπος κρυώνει· ή το χρώμα της εικαστικής παρέμβασης σπάει τη μονοτονία του αστικού χώρου· ή το σκληρό αγκαλιάζεται από το μαλακό κ.ο.κ. Θα μπορούσε να είναι πολύ συμπαθητικό το πλεχτό, μερικά χρόνια πριν· σήμερα, πάνω στο σώμα της πληγωμένης πόλης φαίνεται ξένο. Κρύο και ξένο.

Θα το αντέξουμε κι αυτό. Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος. Καλές γιορτές!

tzamouranis_web

Καθημερινά περισσότεροι Ελληνες, όχι όλοι, ρωτούν εαυτούς και αλλήλους εάν υπάρχει εναλλακτική οδός. Είναι πεισμένοι ότι ο δρόμος που ακολουθούμε εκτός από οδυνηρός είναι και αδιέξοδος. Δεν χρειάζεται καν να μελετήσουν στοιχεία, μοντέλα, αναλύσεις· αρκεί μια ματιά στο νοικοκυριό ή στο άμεσο περιβάλλον, μια ματιά στα άνεργα παλικάρια, στους μαραμένους μεσήλικες, τέκνα, ανίψια, φίλους, τους δικούς τους ανθρώπους.

Οι καλόπιστοι και ευαίσθητοι Ελληνες λοιπόν αναρωτιούνται αν υπάρχει άλλη οδός, με διέξοδο, ας περιέχει και πόνο. Η αναρώτηση δεν είναι τυπικά πολιτική, αλλά είναι βαθύτατα πολιτική, υπό την έννοια ότι δεν αναζητούν τη Μία Λύση και τον Μεσσία σε έναν κομματικό σχηματισμό και ένα πρόσωπο, αλλά σε ένα σχέδιο, ένα όραμα, μια στρατηγική, που θα περιέχει σκληρές αλήθειες, κόπο, ρίσκο, αλλά και που οπωσδήποτε θα εγγυάται ισότητα, δικαιοσύνη, διαφάνεια, αξιοκρατία, αποτελεσματικότητα, δημοκρατία. Το ερώτημα λοιπόν βρίσκεται στα χείλη πολλών, όλο και περισσότερων, ανεξαρτήτως τυπικών κομματικών προτιμήσεων του παρελθόντος. Διότι τίποτε σημερινό δεν μοιάζει με το παρελθόν, τουλάχιστον με το βιωμένο παρελθόν των περασμένων σαράντα-πενήντα χρόνων· είναι τόση η ένταση και τέτοια η φύση των ιστορικών αλλαγών, ώστε αδρές αναλογίες με τα σημερινά μπορείς να βρεις μόνο με αναδρομές στον μακρύ ιστορικό χρόνο: στον εμφύλιο και στον επαχθή δανεισμό μετά το ξέσπασμα του Αγώνα του ’21, στη χρεοκοπία του 1893, στην καταστροφή του ’22, στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφύλιου. Εντούτοις, η μελέτη της ιστορίας δεν περιέχει συνταγές· ούτε καν παρηγοριά.

Υπάρχει άλλη οδός; Η αναρώτηση περί της άλλης οδού παίρνει χαρακτηριστικά υπαρξιακής αγωνίας. Για μέγα μέρος του πληθυσμού τίθεται με όρους ζωής ή θανάτου – και δεν εννοώ μόνο όρους υλικούς, που ασφαλώς είναι αλλά και πνευματικούς: Υπό ποίους όρους θα συνεχίσουμε να ζούμε, εφόσον επιβιώσουμε από την καταιγίδα; Σε ποια κοινωνία, ποιο κράτος; Σε χώρα ή χώρο; Με ποια ταυτότητα, ποια συνείδηση εαυτού και συνόλου;

Το σοκ έχει σπάσει βίαια τη ροή του χρόνου για όλους· σε πολλούς έχει αφαιρεθεί ο χρόνος, επιζούν σε κενό. Εξ ου και μεγάλο μέρος του πληθυσμού τείνει να εναποθέσει τη μοίρα του σε έναν Μεσσία, σε έναν σωτήρα που θα θυσιαστεί υπέρ αυτών, ή σε έναν Μωυσή που θα αρπάξει τους γιους του Ισραήλ και θα τους οδηγήσει μακριά από την κοιλάδα των δακρύων. Η αναμονή του Μεσσία ή του Μωυσή είναι κατά κάποιον τρόπο παρηγορητική, ναρκωτική, μουδιάζει τον νου και την ψυχή, να μην πονούν, να μην αισθάνονται το δάγκωμα του φόβου, τις τρυπανιές της αμφιβολίας και της διερώτησης. Τα πνεύματα οργωμένα από τη χειραγώγηση, εθισμένα στην ανάθεση, ποτισμένα από την ετερονομία, έτοιμα από καιρό, τρέπονται αβίαστα προς την εθελοδουλία και τον ανδραποδισμό. Και είναι τόσο βαθιά ποτισμένη η ύπαρξη από την ετερονομία που ακόμη και συντριβόμενοι, μπορεί να βιώνουν την καταστροφή τους ως θέαμα, ως την αναπόφευκτη πτώση, ως δίκαιη τιμωρία για το προπατορικό αμάρτημα. Και να πιστεύουν ότι ο πραγματικός Μεσσίας θα έρθει αργότερα.

Μια άλλη μερίδα, όχι κατ’ ανάγκην ολιγομελέστερη, δεν αναρωτιέται καν αν υπάρχει άλλη οδός, αν η σωτηρία θα έρθει έξωθεν ή έσωθεν ή άνωθεν. Σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, πιστεύουν ότι μόνο αυτή η οδός υπάρχει και καμία άλλη, τουλάχιστον έτσι λένε για να απεμπλακούν από σχετικές συζητήσεις. Κατά βάθος αισθάνονται ότι τίποτε απ’ όσα συμβαίνουν δεν τους αφορούν ― ίσως διότι δεν τους αγγίζουν. Δεν βλέπουν τον πόνο των άλλων, δεν αντιλαμβάνονται την κατάρρευση του δημόσιου χώρου, ορισμένως δεν αισθάνονται μέλη μιας δοκιμαζόμενης συλλογικότητας. Πιστοί στο δόγμα «ο καθείς για τον εαυτό του» και στο «there is not such thing as society», πορεύονται την ευθεία οδό της ατομικής σωτηρίας παντί τρόπω, επανερχόμενοι στην πρωταρχική φύση του πολέμου όλων εναντίον όλων.

Ανάμεσα στις αδρομερώς σκιαγραφηθείσες ομάδες, υπάρχουν ασφαλώς και πολλές άλλες· συμπολίτες μας που παλινδρομούν ή δοκιμάζουν περισσότερες της μιας απαντήσεις. Τα ερωτήματα άλλωστε ποικίλλουν σε ένταση και εξειδίκευση, η κρίση πλήττει διαφορετικά την κάθε ζωή, τον κάθε άνθρωπο. Θα διακινδύνευα όμως ακόμη μία παρατήρηση, πάνω σε αυτό την ήδη ριψοκίνδυνη ανθρωπολογική σκιαγραφία: Οι περισσότεροι, κι αν όχι οι περισσότεροι σίγουρα οι πιο ενεργοί, αυτοί που με το βάρος τους θα επηρεάσουν την ιστορική ζυγαριά, είναι όσοι αναρωτιούνται και ήδη αναζητούν διεξόδους, εναλλακτικές οδούς, χαραμάδες φωτός.

Επαναλαμβάνω: όσοι αναζητούν δεν αθροίζονται σε ένα ομοιογενές ή ομοιόχρωμο σύνολο, δεν ανήκουν σε ίδιες κοινωνικές ομάδες, δεν ταυτίζονται πολιτικά με τυπικούς όρους, δεν συμμερίζονται καν ίδιες κοσμοθεωρήσεις ή άλλες πεποιθήσεις. Εχουν κοινή όμως την αγωνία: Τι μπορούμε να κάνουμε, εδώ και τώρα και εφεξής, για να ανακόψουμε τη διαρκή πτώση και να σταθούμε στα πόδια μας; Τι μπορούμε να κάνουμε για μας, τα παιδιά μας, την κοινωνία και την πατρίδα μας; Αυτό το απλό, το πυρηνικό, το κατεπείγον ερώτημα είναι η κοινή αγωνία, και σπαθίζει ήδη το σκοτάδι μπροστά μας.

ζωγραική: Δημήτρης Τζαμουράνης, Νύχτα.

paragka_karagkiozi

Πριν από τέσσερα χρόνια, τέτοιες μέρες, περπατούσα στην Αθήνα και αφουγκραζόμουν τα πλησιάζοντα. Οχι ευκρινώς· η πραγματικότητα απέβη πιο ζοφερή εντέλει, ωστόσο ήδη τον Δεκέμβριο του 2009 στους δρόμους του άστεως μπορούσες να μυρίσεις εντροπία και μια νέα διάνοια να ανατέλει. Να πώς: Κολυμπούσα σαν υπνωτισμένος μες στη στερεοτυπική εορταστικότητα: τα παράφωνα κάλαντα, οι σακούλες με τα δώρα και τα περιττά, ο αμέριμνος καφές και το κονιάκ στα πεζοδρόμια, κι αυτή η στερεοτυπία χρειάζεται, σαν νοσταλγία γι’ αυτό που υπήρχε διαρκώς, χωρίς κανένα σημάδι διακοπής του. Μα διακόπηκε.

Ιδια είναι η στερεοτυπικότητα κατά το περίβλημα, όμως φέτος ο πυρήνας της είναι στεγνός, σκοτεινός, σαν καμένος. Περιέχει κάποιους χυμούς ωστόσο· όσο λιγοστεύουν οι χυμοί, τόσο πλησιάζουμε στην ψίχα, στην ουσία, στα στερνά χρειώδη, σαν την παρηγορητική ελάχιστη ζωγραφική του Χρήστου Μποκόρου, φέτος στο Μπενάκη Πειραιώς: οι άνθρωποι παρασταίνονται οριζόντιοι, ξαπλωτοί, όμως άγρυπνοι, να ατενίζουν το στερέωμα ή το άπειρο, και παραδίπλα εικονίζονται στην ίδια στενόμακρη ξαπλωτή φόρμα τα αναγκαία τους, όλα: μια πλάκα σαπούνι, ένα χιονάτο πεσκίρι, νερό τρεχούμενο, ένα πιάτο φασολάδα, ένα ποτήρι κοκκινέλι. Αυτά. Από τα περιττά, στα χρειώδη. Τώρα λείπουν κι αυτά.

Η ζωή κυλάει ντεγκραντέ, από τα πλούσια κορεσμένα χρώματα, τα σπάταλα και περιττά, κυλάει ντεγκραντέ προς μια πολυγνώτεια παλέτα, (συν ολίγο λουλακί, συμπληρώνει ο Χρήστος), ελάχιστη κι όμως αυτάρκη. Πριν μπω στο ζωγραφικό ευχέλαιο του Μποκόρου, τριγύρισα στη βιογραφική έκθεση του Τσαρούχη, στις ηχογραφημένες αφηγήσεις του, στα βιοφωτογραφικά τεκμήρια του μεσοπολέμου και του ’50-’60, στις υπέρλαμπρες ζωγραφιές του ’30, γονιμοποίηση του Ματίς και του Καραγκιόζη. Και όσο βυθιζόμουν στην ομορφιά και τη χάρη αυτού του κόσμου, στη φτώχεια και τον πλούτο του, στη ζωική ορμή και την αισιοδοξία του, τόσο βούλιαζα στη θλίψη. Ο τσαρουχικός κόσμος, ο κόσμος του μοντερνισμού και της λαϊκότητας, του νεοαναγεννησιακού και της αστικότητας, μου φαινόταν αβάσταχτα ωραίος και νεκρικός, αβάσταχτα οικείος αλλά και ξένος, σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Υπήρξαν ποτέ οι νοικοκυραίοι; Οι μικρομεσοαστοί και οι λαϊκοί ; Οι πρόσφυγες Ελληνες μετά το 1922, οι επήλυδες μετά το 1944 και το 1949, οι μετανάστες του ’50-’60, οι καταφερτζήδες επιβιωτές, οι έποικοι της πολυκατοικίας, οι σπουδαγμένοι babyboomers του ’70-’80; Υπήρξαν οι γονείς μας ως νοικοκυραίοι, που έχτισαν σπίτια και μαγαζιά, σπούδασαν παιδιά και προίκισαν εγγόνια; Υπήρξαμε εμείς ως νοικοκυραίοι;

Δυσκολεύομαι να πω. Τέσσερα χρόνια από την πρώτη αναλαμπή του ιστορικού ρήγματος, όταν πρωτοείδα καθαρά την γνώριμη ζωή να ξεθωριάζει, δυσκολεύομαι πια και να θυμηθώ πώς υπήρξαμε νοικοκυραίοι, ευημερούντες ελευθεροεπαγγελματίες και παραγωγοί, κουβαρντάδες νονοί και ευωχούντες συμπότες. Λες και όλη η προηγούμενη ζωή συμπυκνώθηκε μες στα τέσσερα χρόνια της κρίσης, που διαρκώς αποχρωματίζουν την προτέρα ζωή και την κάνουν αχνή ανάμνηση, μια θαμπή αναπαράσταση με ανάμικτες χαρές και αμαρτίες, μια αναπαράσταση σφραγισμένη ορισμένως από τα τωρινά μας αισθήματα, άλλοτε να γέρνει προς τη γλύκα και το αγλάισμα, στο φως, κι άλλοτε να βουλιάζει στα σκούρα, στις σκιές και τη θλίψη.

Ακόμη και η λέξη, νοικοκύρης, σημαίνει τόσο διαφορετικά πράγματα, σήμερα και τότε. Ηταν συκοφαντημένος στο ηρωικό χιπ εννοιολόγιο της νιότης μας, ποτισμένο από το «Αντισταθείτε» του Κατσαρού και το «Ballad of a thin man» του Ντύλαν· ήταν ένας δειλός συντηρητικός ανθρωπάκος, με χαμηλό ορίζοντα και υλόφρονες φιλοδοξίες, ήταν ο Φαρισαίος στην ηθογραφική φαρσοκωμωδία, ήταν ο φοβισμένος γείτονας κι ο σιωπηλός πατέρας μες στη δικτατορία. Σήμερα σκέφτομαι ότι δεν ήταν μόνο αυτό ο νοικοκύρης· ήταν συνάμα κι ένας ήρως με παντούφλες. Ηταν κι άλλα πολλά, η προκοπή ως αξία, η έγνοια για τους δικούς του ανθρώπους, τα οικογενειακά και κοινοτικά δίκτυα, η λαχτάρα για γράμματα, η δίψα για ειρήνη και δημοκρατία.

Μπρος-πίσω, απ’ το ’09 στο ’13, σε δρόμους παλιούς. Διαπερνώ τους τοίχους των πολυκατοικιών του ξέθωρου σαστισμένου ελληνισμού, βλέπω ακόμα αναμμένα τα LED της ζωής, σκέψεις και αισθήματα να ανατέλλουν πάλι, την περηφάνια, τα δίκτυα, την φιλαλληλία, το άφοβο κοίταγμα στην ιστορία.

Από τα βάθη του ’09 κρατάω αυτό το επικούρειο, το καίριο: «Άφοβον ο θεός, ανύποπτον ο θάνατος· και ταγαθόν μεν εύκτητον, το δε δεινόν ευκαρτέρητον».

Η επικείμενη υπεροφορολόγηση ακίνητης περιουσίας, με κριτήριο την κατοχή και όχι την πρόσοδο, και με βάση αντικειμενικές αξίες του 2007, υπερδιπλάσιες των τρεχουσών αγοραίων τιμών, υπολογίζεται να αποφέρει έσοδα περί τα 4 δισ. ευρώ, έναντι περίπου 500 εκατ. το 2012 και άνω των 2,5 δισ. το 2013 από την ίδια πηγή. Πλήττονται οι μικροϊδιοκτήτες· οι μεγάλες περιουσίες ελαφρύνονται συγκριτικά. Για το 2014 έχουν προϋπολογιστεί συνολικά περί τα 11 δισ. ευρώ φόρων, οι περισσότεροι από μισθωτούς και συνταξιούχους. Κάπως έτσι θα προκύψει πρωτογενές πλεόνασμα.

Tο δημόσιο χρέος, αφού κατέφαγε τον δημόσιο και κοινωνικό πλούτο μέσω του PSI, τώρα μεταφέρεται άμεσα στους πολίτες, γίνεται δυσβάσταχτο ιδιωτικό χρέος. Αυτή η μετακύλιση χρέους ουσιαστικά σημαίνει μείζονα κοινωνικό μετασχηματισμό· γκρεμίζει τις εδραιωμένες από αιώνων πεποιθήσεις περί αποταμίευσης και εξασφάλισης, και μεταβάλλει μέγα μέρος του πληθυσμού σε ακτήμονες, με άνεργα τέκνα και ζοφερές προοπτικές αυτοαπασχόλησης.

Με άλλη νομοθετική ρύθμιση, προβλέπεται η αυτόματη κατάσχεση καταθέσεων για ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο. Με δεδομένο ότι όλοι οι μισθωτοί και οι επιχειρηματίες διακινούν τα χρήματά τους μέσω τραπεζών, υποθέτουμε ευλόγως ότι όποιος χρωστάει στο Δημόσιο μηδενίζει ήδη σταθερά το καταθετικό του υπόλοιπο. Ο πολίτης βλέπει πλέον το κράτος ως διώκτη και εξολοθρευτή, και όχι ως εγγυητή της ιδιοκτησίας, της εργασίας, του επιχειρείν.

Οι νομοθετούντες ίσως δεν αντιλαμβάνονται ότι αυτοκτονούν πολιτικά, στρεφόμενοι εναντίον των κοινωνικών στρωμάτων τα οποία υποτίθεται εκφράζουν και υπερασπίζονται. Ιδίως η συντηρητική παράταξη φαίνεται να μη διδάσκεται από την καταστροφή της κεντροαριστεράς, και εξακολουθεί μαζί της να υπονομεύει τις στοιχειώδεις δυνατότητες ανάκαμψης για το φρόνημα των νοικοκυραίων, υποσκάπτοντας μαζί και την εμπιστοσύνη τους προς το πολιτικό σύστημα. Γιατί; Ισως διότι έχουν απολέσει κάθε επαφή όχι μόνο με την πραγματικότητα αλλά και με τις δομές του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση συχνά περιγράφεται σαν μια συνομοσπονδία κυρίαρχων κρατών, με κοινό οικονομικό χώρο, ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων και εμπορευμάτων, εγγυημένες ελευθερίες και δικαιώματα, και διαρκή μέριμνα για σύγκλιση και αλληλεγγύη των εταίρων. Στο δε φαντασιακό των λαών εκτός ευρωπαϊκού πυρήνα, ιδίως στους λαούς του πρώην ανατολικού μπλοκ, αυτή η συνομοσπονδία φαινόταν πολύ ελκυστική, μια ζώνη ελευθερίας και ευημερίας. Είναι όμως έτσι;

Για αρκετά χρόνια μετά το ρήγμα του 1989, η Ε.Ε. πράγματι φάνταζε παράδεισος στα μάτια των Ανατολικοευρωπαίων, οι οποίοι εγκατέλειπαν τις πατρίδες τους σε διεφθαρμένους πολτικούς και μαφίες και αναζητούσαν μεροκάματο στην όμορη Δύση. Το μεταναστευτικό ρεύμα συνεχίζεται, αλλά όχι με την ίδια ένταση, όχι με τους ίδιους προορισμούς και πάντως με τεράστια εμπόδια στα σύνορα. Διότι εν τω μεταξύ η Ε.Ε. δεν είναι πια συγκριτικός παράδεισος, οι χώρες εύκολοι προορισμοί, σαν την Ελλάδα, βρίσκονται σε δεινή οικονομική κρίση, και διότι τα σύνορα κλείνουν ακόμη και για τους πολίτες κρατών-μελών της Ε.Ε.! Συμβαίνει τώρα και αυτό στη Βρετανία: η κυβέρνηση Κάμερον δυσκολεύει την είσοδο, νομίμων κατά τα άλλα, μεταναστών από τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία.

Οσοι φαντάζονταν μια συνομοσπονδία ισότιμων και αλληλέγγυων κρατών διαπιστώνουν τώρα ότι ουσιαστικά η Ε.Ε. είναι ένα διακρατικό μόρφωμα αναπτυσσόμενο σε επάλληλους κύκλους, στο οποίο ο σκληρός πυρήνας των ισχυρών επιβάλλει τους κανόνες του σε όλους τους άλλους. Η ισχύς και τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα εξαφανίζουν τη σύγκλιση και την αλληλλεγγύη ακόμη και από τη ρητορική της Ε.Ε. Αυτό συνέβη και στην Ουκρανία: η Ε.Ε. ήθελε να διευρύνει τη σφαίρα επιρροής της, χωρίς να αναλάβει το κόστος της σύγκλισης. Στην κούρσα ισχύος νίκησε η Ρωσία, η οποία ανέλαβε ουκρανικό χρέος 15 δισ. δολαρίων, πρόσφερε ακόμη φθηνότερο αέριο, και κράτησε την Ουκρανία στη δική της επιρροή.

Στην περίπτωση της Ουκρανίας βεβαίως παίζουν ρόλο και άλλοι παράγοντες, πλην του οικονομικού· παίζει ρόλο η διττή εθνοτική υπόσταση, η γεωπολιτική σημασία της χώρας για τη Ρωσία κ.ά. Ολα αυτά όμως συνιστούν τη διεθνή πολιτική, και η Ε.Ε. φαίνεται ότι εδώ δεν διαθέτει δύναμη και όραμα. Οι διαδηλωτές στο Κίεβο ονειρεύονταν προφανώς μια Ευρώπη ιδανική, έναν χώρο ελευθερίας, δημοκρατίας και ελευθερίας, που θα τους έσωζε από τα νύχια του ΔΝΤ και από τη βαριά σκιά της Ρωσίας. Τέτοια Ευρώπη όμως δεν υπάρχει. Η Ευρώπη εφαρμόζει ασμένως την πολιτική του ΔΝΤ στα κράτη της ευρωζώνης, ενώ τα φτωχά ανατολικά μέλη της δεν έχουν κάνει και πολλά βήματα προς την ευημερία.

Στην Ουκρανία η Ε.Ε. υπέστη συμβολική ήττα. Τη συμβολική ήττα πρέπει να τη δούμε σαν ένα ακόμη σύμπτωμα της πολιτικής συρρίκνωσης της ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας στα όρια της γερμανικής αντίληψης περί ηγεμονίας, αφενός, και της ανεξέλεγκτης ισχύος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των μεγάλων τραπεζών, αφετέρου, ουσιαστικά εκτός λογοδοσίας και εκτός πολιτικών ρυθμίσεων.

Ας το φανταστούμε αλλιώς: στις Ηνωμένες Πολιτείες το Τέξας δυσχεραίνει την είσοδο των Καλιφορνέζων πολιτών, η Νέα Υόρκη αρνείται να συμμετάσχει στα αμερικανικά ομόλογα, ο Καναδάς παίρνει στη σφαίρα επιρροής του την Αλάσκα αναλαμβάνοντας το χρέος της. Και η Fed δεν αναλαμβάνει το ομοσπονδιακό χρέος…

Το πολιτικό στερέωμα μετασχηματίζεται με εντυπωσιακά ταχύ ρυθμό, σε σχέση με το παρελθόν. Τα πολιτικά γεγονότα είναι πολλά και πυκνά, δείχνουν ώσμωση μεταξύ χώρων, κινητικότητα προσώπων, κερματισμό και ανασύνθεση. Ολα έχουν τη σημασία τους: η πανηγυρική ανάδειξη του Αλέξη Τσίπρα από την Ευρωπαϊκή Αριστερά σε υποψήφιο πρόεδρο της Κομισιόν, η κίνηση των 58 για αναδιάταξη της κεντροαριστεράς, η μεγάλη πλειοψηφία που έλαβε ο Φώτης Κουβέλης επανεκλεγόμενος πρόεδρος μια διχασμένης ΔΗΜΑΡ.

Η σταδιακή αποσάθρωση του ΠΑΣΟΚ, εξαιτίας του μνημονίου, άφησε κενό χώρο, δηλαδή αδέσποτους εκλογείς και ορφανά κοινωνικά στρώματα. Αυτό τον πληγωμένο και σαστισμένο μικρομεσαίο κόσμο, την πλειονότητα του εκλογικού σώματος, διεκδικούν ο ΣΥΡΙΖΑ, με όρους μιας νέας ηγεμονίας, αλλά και η ΔΗΜΑΡ, η οποία επανέφερε τον «δημοκρατικό σοσιαλισμό» στη ρητορική της για να διαφοριστεί από την υπό διαμόρφωση Ελιά· και πιο πρόσφατα η Ελιά των 58, με περισσότερα πασοκογενή στοιχεία αυτή, πιο μεταπολιτική και ασαφής ως προς τα κοινωνικά της μηνύματα.

Παρότι όμως οι πολιτικές διεργασίες επιταχύνονται, υστερούν ως προς τις κοινωνικές διεργασίες. Οι πολιτικοί σχηματισμοί κινούνται με εντυπωσιακή βραδύτητα, σε σύγκριση με τις τεκτονικές μετατοπίσεις μέσα στο κοινωνικό σώμα. Δεν καταφέρνουν να στοιχηθούν ευκρινώς με τα νεοπαγή κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα που ανέδειξε η κρίση, κυρίως με την οδυνηρά μετασχηματιζόμενη μεσαία τάξη. Ακόμη και ο παλαιότερος και συμπαγέστερος των προειρηθέντων σχηματισμών, ο ΣΥΡΙΖΑ, αναζητεί ακόμη τον προγραμματικό λόγο που θα καταφέρει να συσπειρώσει την εκλογική κρίσιμη μάζα.

Πέρα από τα εκλογικά ποσοστά: το σημαντικότερο σε αυτή την ιστορική μετάβαση είναι πώς θα εκφραστούν πολιτικά οι ανάγκες και οι προσδοκίες των πληγέντων από την κρίση. Πώς θα συγκροτηθεί μια συνολική επίγνωση: αφενός μια συνείδηση για τα εγχώρια και διεθνή αίτια, αφετέρου, το κρισιμότερο, μια συνείδηση των αναγκαίων δράσεων για να αναταχθεί η χώρα με όρους συνοχής και δικαιοσύνης.

Υπό αυτή την έννοια, οι αλλαγές ρητορικής, ιδεών, συμμαχιών, οι μετατοπίσεις και οι ανασυνθέσεις, προοικονομούν μια βαθύτερη αναδιάταξη της πολιτικής σκηνής, πολύ βαθύτερη από όσο καταγράφηκε στις εκλογές του 2012 και από όσο φαίνεται στις δημοσκοπήσεις. Στο σημείο ζέσεως η πολιτική καλείται να ακολουθήσει την κοινωνία, λαχανιασμένα, σχεδόν πανικόβλητα. Η κοινωνία, με τη σειρά της, είναι πολυδιαιρεμένη, υλικά και βουλητικά· οι γονατισμένοι δεν ελπίζουν τίποτε, είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν το πολιτικό, ακόμη και τις υποσχέσεις στήριξης από την Αριστερά, ακόμη και την αντισυστημική βαναυσότητα της Χρυσής Αυγής. Αλλοι, όχι τόσο απελπισμένοι, θέλουν να εκφραστούν, αλλά ταλαντεύονται άθυμα ανάμεσα σε ριζοσπαστικές, μετριοπαθείς και τυχοδιωκτικές φωνές· κι εδώ όμως ζυγίζει βαριά η δυσπιστία προς την πολιτική, παρότι δεν εγκαταλείπεται το πολιτικό. Για πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια, πάνω σε κοινωνικά ερείπια, η πολιτική δεν μπορεί να επιβληθεί εκ των άνω, με παραδοσιακούς τρόπους επιρροής ή χειραγώγησης.

evi2

Είναι πολύ βαρύ να γράφεις αποχαιρετισμούς γι’ ανθρώπους κοντινούς, αγαπημένους, άξιους, φλογερούς, δοτικούς, σαν την Εύη Βουτσινά, μαγείρισσα, συγγραφέα, φίλη. Μα είναι αναπόφευκτο. Πρώτον, διότι μερικοί αυτό τον τρόπο έχουμε, αυτό το εργαλείο· δεύτερον, έτσι απαλύνουμε το άλγος της απώλειας· τρίτον, κρατάμε τη μνήμη αναμμένη και δικαιοβαρή.

Αποχαιρετώντας κάνουμε απολογισμό ανθρώπου και έργων. Ετσι και τώρα με την Εύη: καταλαβαίνουμε το βάρος της γυναίκας, την gravitas, αλλά και τη χάρη της, τη θέρμη των λόγων και των χειρονομιών της, την ουσία των έργων της, τη λάμψη του προσώπου της. Και όσοι την γνώρισαν από κοντά, όσοι συνδέθηκαν φιλικά μαζί της, έχουν την ευκαιρία να συνοψίσουν το πρόσωπό της με ένα-δυο ήχους, μια φευγαλέα εικόνα.

Ιδού: αστραποβόλα μάτια, βραχνή φωνή. Αρχοντική παρουσία, θερμή και επιβλητική. Αιφνίδια τηλεφωνήματα για να πει ζυγισμένα μα αφειδώλευτα τον καλό λόγο. Λευκαδίτικη ντοπιολαλιά, που την κρατούσε ―αυτή η λογία― με υπερηφάνεια και με μια τόση δα αριστοκρατική επιτήδευση. Τρυφερά υποκοριστικά, Νικάκι, Λιάκο… Και δοσίματα: μου στέλνουν αβγοτάραχο Αμβρακικού, θα σου κρατήσω· σου ‘χω κρατήσει γλυκά δαμάσκηνα με κρασί, μανιτάρια μακεδονίτικα· όλη τη γεωγραφία κάτεχε κι όλη τη μοίραζε.

Ερεύνησε την Ελλάδα γωνιά-γωνιά, μνημειώνοντας τον διατροφικό πολιτισμό υπαίθρου και άστεος, παλαιών και νέων χωρών, εντοπίων και διασποριτών, συνομιλώντας με γιαγιάδες, νοικοκυρές, θείες, επαγγελματίες, συνάπτοντας σχέσεις με ανθρώπους και μικροπαραδόσεις, αποδίδοντας πάντα τιμή στους πληροφορητές της, αποκαθιστώντας το «φαγάκι» εν χρόνω και τόπω, τοποθετώντας το στα υλικά και πολιτισμικά του συμφραζόμενα. Λαογράφος, ανθρωπολόγος, πατριδογνώστρια: «Είχα παρακολουθήσει μια συζήτηση δυο πνευματικών ανθρώπων υψηλού επιπέδου στην τηλεόραση, που υποστήριζαν ότι η κουζίνα μας είναι τούρκικη, δεν υπάρχει ελληνική κουζίνα, το μόνο που έχουμε είναι μια φασολάδα. Ευτυχώς δεν πτοήθηκα, συνέχισα το δρόμο μου με ξεροκεφαλιά και επιμονή, άρχισα να ανακαλύπτω θησαυρούς, και να βλέπω μέσα από την τεκμηρίωση ότι και υπάρχει ελληνική κουζίνα και βάθος χρόνου έχει» ― έλεγε στην «Κ» όταν εξέδωσε τα αγαπημένα της «Λευκαδίτικα μαγειρέματα».

Ελεγε «φαγάκι»· δεν χρησιμοποιούσε άλλα υποκοριστικά, μόνο φαγάκι, εννοούσε αυτό που ζεσταίνει την καρδιά, που ενώνει τους ανθρώπους μεταξύ τους και με την ιστορία τους. Ηταν μια ρομαντική ποιήτρια, παιδί της ελευθερίας του ’68 και των χρόνων του ’70, που συνταίριαζε στην τέχνη της το ροκ με το ρεμπέτικο. Να πώς αυτοπαρουσιαζόταν στο δεύτερο βιβλίο της, το κλασικό τετράτομο «Γεύση ελληνική»: «Θα ήθελε να μαγειρέψει για τον Θεόδωρο Ντοστογιέφσκι, τους Μπητλς, τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Βαν Γκογκ, και πιστεύει πως μια μέρα θα τα καταφέρει».

Και συστηνόταν σαν μαγείρισσσα, σνομπάριζε τα γαστρονόμος, food writer κ.λπ. Ηταν σνομπ· ιδίως με τους ξιπασμένους και τους νεόπλουτους, που κατέκλυζαν τα μοδάτα εστιατόρια μετά τη φούσκα του χρηματιστηρίου: «Eίδα σε μενού αθηναϊκού εστιατορίου να υπάρχει φιλέτο κροκόδειλου με σως βατόμουρου πάνω σε αφρό βιολογικού ροκφόρ. Mπορεί ως φαγητό να είναι καλό. Eγώ, όμως, μόνο που το ακούω σκέφτομαι πολλά δυσάρεστα πράγματα» ― είχε πει στην «Κ». Το δικό της γκουρμέ αναπτυσσόταν γύρω από γίδες, ζυγούρια, βετούλια, καβουρμάδες, μπουρέκια, ποντιακά ωτία, αρωματικές αρτοκλασίες σε εσπερινούς και εξωτικές εκδοχές της φανουρόπιτας. Και πίτες μυθικές, ανακαλύψεις στα ορεινά και στα ξεχασμένα. (Τηλεφώνημα: Τι μυστικό έχει η μάνα σου για τη μυκονιάτικη κρομμυδόπιτα;)

Αρχόντισσα, σνομπ, που μαγείρευε για τετρακόσιους πανηγυριστές σε πλατείες και τηλεφωνιόταν για ευχές με τις πληροφοριοδότριες της στην Θράκη και την Κύπρο. Ηξερε γράμματα. Είχε ενσυναίσθηση. Φύτρα αρχαίας Ελληνίδας, με πείσμα, αγάπη, μέτρο, περηφάνια. Φύτρα ανθρώπου που τώρα την χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ· τη δύναμη, την αισιοδοξία, την καθολικότητά της. Φύτρα ποιήτριας: «Η μαγειρική είναι ποιητική διαδικασία και μέσα απ’ αυτήν επιδιώκω την ισορροπία μου σ’ αυτό τον κόσμο. Επίσης πιστεύω με πάθος αυτό που λέει ο Μικρός Πρίγκιπας του Antoine de Saint-Exupéry, ότι ‘μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια’. Τώρα, μετά από τόσα χρόνια, μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι ναι. Μπορεί κανείς να μαγειρέψει τα καλύτερα με όνειρα και συγκινήσεις και σας προτείνω να δοκιμάσετε.»

Εύη, βραχνή φωνή, αστραποβόλα μάτια, story teller, σαμάνος και κήρυκας χαράς.

Ο υπεύθυνος Οικονομικών του γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, Κάρστεν Σνάιντερ, δήλωσε προχθές στους Financial Times: «είναι σαφές ότι θα υπάρξει άλλο ένα πρόγραμμα στήριξης, μέ όρους». Είναι σαφές λοιπόν ότι η νέα κυβέρνηση συνασπισμού κάτι ετοιμάζει για την Ελλάδα.

Ο Κ. Σνάιντερ, που εποφθαλμιά μάλλον το χαρτοφυλάκιο του Β. Σόιμπλε, προβάλλετει το ευρωπαϊκό πρόσωπο του SPD, ωστόσο στην αντιμετώπιση της κρίσης χρέους του Νότου το SPD ζχεδόν ταυτίζεται με το CDU. Κατά την προγραμματική συμφωνία, το SPD εγκατέλειψε την ιδέα του ευρωομολόγου, άρα την αμοιβαιοποίηση των ευρωπαϊκών χρεών, την οποία προτείνουν ενθέρμως άλλοι επιφανείς Γερμανοί, όπως ο πρώην καγκελάριος Χέλμουτ Σμιτ και ο πρώην αντικαγκελάριος Γιόσκα Φίσερ.

Είναι όμως ουσιαστική βοήθεια ένα ακόμη δάνειο, όπως υπαινίσσεται ο Κ. Σνάιντερ, τη στιγμή που η Ελλάδα έχει καταπνίξει την οικονομία της για να αποπληρώνει ομαλά το χρέος της; Την ερχόμενη τετραετία τα ομόλογα που κατέχουν η ΕΚΤ και άλλες κεντρικές τράπεζες θα τραβήξουν από την ελληνική οικονομία περίπου 30 δισ. ευρώ. Αν τα χρήματα αυτά έμεναν στη χώρα, με ένα προσωρινό μορατόριουμ αποπληρωμής χρέους, θα μπορούσαν να διοχετευθούν σε δημόσιες επενδύσεις και ανάπτυξη, ώστε να ανακοπεί επιτέλους η άνοδος της ανεργίας και η ύφεση. Παράλληλα το κράτος θα μπορούσε να προστατεύσει τους αδύναμους και να ελαφρύνει τα φορολογικά βάρη των επιχειρήσεων.

Ο τρέχων στόχος του προγράμματος, για πλήρη αποπληρωμή του χρέους με ταυτόχρονη δημιουργία πλεονάσματος, έχει αποδειχθεί ανέφικτος. Το κράτος απλούστατα υπερφορολογεί μια παγωμένη οικονομία και κοινωνία, δηλαδή τις βυθίζει ακόμη περισσότερο, για να εξυπηρετεί το χρέος και να σημειώνει ένα τυπικό πλεόνασμα.

Είναι βέβαιο ότι και οι Γερμανοί ηγέτες το αντιλαμβάνονται αυτό το απλό. Μένει να αναγνωρίσουν εγκαίρως ότι μια Ελλάδα στα πόδια της θα είναι πιο συμφέρουσα για τους ίδιους, από μια Ελλάδα ερειπωμένη.

Οι Ελληνες καταθέτες έχουν υποφέρει πολύ τα τελευταία χρόνια. Φήμες, φόβοι, ανασφάλεια, υποχρεώσεις οικογενειακές, έκτακτοι φόροι που γίνονται μόνιμοι, ένα παιδί που είναι άνεργο, όλα αυτά έχουν ροκανίσει τις καταθέσεις. Το χειρότερο όλων όμως είναι ότι έχει φθαρεί και η τραπεζική πίστη, και όχι μόνο εξαιτίας φημών.
Το κούρεμα καταθέσεων στην Κύπρο, το οποίο έβλαψε και πολλούς Ελλαδίτες, έφερε τη μεγαλύτερη σύγχυση. Το κυπριακό bail in δεν ήταν φήμη ή αδικαιολόγητος πανικός· ήταν επίσημη πράξη του Eurogroup, του πιο αρμόδιου θεσμικού οργάνου της ευρωζώνης. Και μπορεί οι τράπεζες πράγματι να είχαν παραβεί τα κόκκινα όρια, ωστόσο γι’ αυτό δεν ευθύνονταν οι καταθέτες που έχασαν τα χρήματά τους.

Το μήνυμα επαναλαμβάνεται τώρα εμμέσως από τα ευρωπαϊκά όργανα που προχωρούν στην τραπεζική ενοποίηση. Για τη διάσωση των χρεοκοπημένων τραπεζών στην ευρωζώνη, από το 2016, θα κουρεύονται καταρχάς οι μέτοχοι, ομολογιούχοι και καταθέτες, κατά το κυπριακό μοντέλο. Εφόσον δεν επαρκούν τα ίδια μέσα, θα επιστρατεύονται εθνικοί πόροι, και, αν δεν επαρκούν κι αυτοί, κοινοί ευρωπαϊκοί πόροι. Υπενθυμίζεται ότι έως σήμερα, στην ευρωζώνη έχουν εφαρμοστεί όλες οι εκδοχές διάσωσης τραπεζών: στην Ελλάδα επιβαρύνθηκε με 50 δισ. το δημόσιο χρέος για να ανακεφαλαιοποιηθούν οι τράπεζες, στην Ισπανία διατέθηκαν περίπου 41 δισ. από τον ESM απευθείας στις τράπεζες χωρίς επιβάρυνση του δημόσιου χρέους (σύμφωνα με την ιστορική απόφαση της συνόδου κορυφής τον Ιούνιο 2012), τέλος, στην Κύπρο έκανε πρεμιέρα το bail in, δηλαδή το κούρεμα των καταθετών σαν πρώτο βήμα.

Η απουσία ξεκάθαρης στρατηγικής έχει προκάλεσει σύγχυση στους καταθέτες. Τα χρόνια της κρίσης πολλά χρήματα πέταξαν από τις ελληνικές τράπεζες προς τράπεζες του εξωτερικού ή προς τα σεντούκια. Κι αυτό δεν είναι εγχώριο φαινόμενο: Ακόμη και πριν το κυπριακό bail in, από τις χώρες της χειμαζόμενης ευρωπεριφέρειας (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ελλάδα), από Ιούλιο 2011 έως Ιούλιο 2012, έφυγαν 326 δισ. ευρώ, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg. To ίδιο διάστημα, οι καταθέσεις στις τράπεζες του ευρωπαϊκού Βορρά αυξήθηκαν κατά 300 δισ. ευρώ.

Πώς διαμορφώνεται η κατάσταση; Ο καταθέτης που έχει χρήματα σε ελληνική τράπεζα σήμερα εισπράττει πολύ χαμηλό επιτόκιο. Είναι ασφαλής όμως έναντι κλοπής, ληστείας κ.λπ. Αν χρωστάει στην εφορία, οποιαδήποτε κατάθεσή του, ακόμη και σε κοινούς λογαριασμούς με παιδιά, γονείς, σύζυγο, είναι ευσπρόσβλητη. Αν κάτι πάει στραβά στις τράπεζες, μπορεί να κουρευτούν οι καταθέσεις, ακόμη και κάτω από εγγυημένο όριο των 100.000; Σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος απάντησε σιβυλλικά: Στο προβλεπτό μέλλον δεν θα υπάρξει κούρεμα. Ο Ευρωπαίος επίτροπος Χ. Αλνούνια στο ίδιο ερώτημα απάντησε ότι το κούρεμα επί των εγγυημένων καταθέσεων θα το αποφασίσουν οι εθνικές κυβερνήσεις.

Για το μέγα πλήθος Ελλήνων μικροκαταθετών όμως η αγωνία του κουρέματος μάλλον δεν υπάρχει: Πόσοι έχουν καταθέσεις άνω των 100.000 ευρώ;

evi

Η Ευούλα στον ουρανό «να μαγειρέψει για τον Θεόδωρο Ντοστογιέφσκι, τους Μπητλς, τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Βαν Γκογκ» ― πίστευε πώς μια μέρα θα τα καταφέρει. Θα τους μαγειρεύει.

Απεβίωσε χθες τη νύχτα στην Αθήνα, η πολυαγαπημένη μου και πολυαγαπημένη πολλών Ελλήνων Εύη Βουτσινά, συγγραφέας και μαγείρισσα. Είχαν προηγηθεί μετεγχειρητικές επιπλοκές μετά δύσκολη επέμβαση στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο. Ηταν 63 ετών. Αφησε μια θυγατέρα, τη Ροδιά.

Η Εύη σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, αλλά από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη μαγειρική και το γράψιμο. Εγραψε μια εικοσάδα πρωτότυπων βιβλίων, για τη μαγειρική και τον διατροφικό πολιτισμό της Ελλάδας, ερευνώντας, καταγράφοντας και συνθέτοντας. Ηταν συνεργάτρια της Καθημερινής από εικοσαετίας και του περιοδικού Γαστρονόμου από την ίδρυσή του.

Συγγραφέας-μαγείρισσα με άφθαστες γνώσεις, διακρίθηκε για το μοναδικό της αφηγηματικό στυλ και για τη συστηματική ανάδειξη της παραδοσιακής μαγειρικής, με τα ταπεινά υλικά, τις ξεχασμένες τεχνικές, την τελετουργία της. Ηταν story teller, σαμάνος και κήρυκας χαράς.

Η ίδια αυτοπεριγράφτηκε ως εξής: «Γεννήθηκα στην πόλη της Λευκάδας το 1950 και μεγάλωσα ανάμεσα στις αλυκές και στον αιωνόβιο ελαιώνα, στο γαλάζιο φως του Ιονίου. Πιστεύω ότι η μαγειρική είναι ποιητική διαδικασία και μέσα απ’ αυτήν επιδιώκω την ισορροπία μου σ’ αυτό τον κόσμο. Επίσης πιστεύω με πάθος αυτό που λέει ο Μικρός Πρίγκιπας του Antoine de Saint-Exupéry, ότι ‘μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια’. Τώρα, μετά από τόσα χρόνια, μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι ναι. Μπορεί κανείς να μαγειρέψει τα καλύτερα με όνειρα και συγκινήσεις και σας προτείνω να δοκιμάσετε.»

Τα βιβλία της:
1. «Το ψωμί», εκδ. Τροχαλία, 1995, εκδ. Καστανιώτης, 1996
2. «Γεύση Ελληνική – ψωμιά, κουλούρια, παξιμαδερά, πιτίτσες», Καστανιώτης, 1996
3. «Γεύση Ελληνική – καλούδια», Καστανιώτης, 1996
4. «Γεύση Ελληνική – μεζέδες, φαγάκια», Καστανιώτης, 1996
5. «Γεύση Ελληνική – παστά, καπνιστά, λιόκαυτα, ελιές, τουρσιά, τυριά, γαλακτερά», Καστανιώτης, 1996
6. «Όσες γεύσεις φέρνει ο χρόνος», εκδ. εφημ. Καθημερινή, 2000
7.8.9. «Απλή Μαγειρική της Αγίας Καθημερινότητας», τρίτομο, Καστανιώτης, 2004 10. «Kρόκος-σαφράν», εκδ. Aναγκαστικός Συνεταιρισμός Kροκοπαραγωγών Kοζάνης, 2004.
11. «Άστεων Γεύσεις, Συνταγές από την Αστική Κουζίνα του Ελληνισμού», εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2004
12. «Το Χρυσάφι της Γης», «Συνταγές και Έθιμα στον Κύκλο του Χρόνου και του Σίτου», Καλειδοσκόπιο, 2006
13. «Λευκαδίτικα Μαγειρέματα», εκδ. Fagotto books, 2008 (ελληνικά, αγγλικά)
14. «Άρτος ο περιούσιος», εκδ. Μίλητος, 2008
15. «Ο πολιτισμός του τραπεζιού στο Βόρειο Έβρου», εκδ. Ένωση Συλλόγων Γυναικών Νομού Έβρου (ελληνικά, βουλγαρικά), 2008
16. «Μαγειρική για δύσκολους καιρούς», Καστανιώτης, 2010
17. «Αυθεντική ελληνική κουζίνα», 2010, εκδ. Fagotto books (ελληνικά, αγγλικά)
18. Οι ελληνικές πίτες (επί του πιεστηρίου)
φωτ.: Lifo

Αριστοτέλης Σαρηκωστας

Οτι θα κλείσει το 2013 με ύφεση 4%, για έκτη συνεχή χρονιά, είναι κάτι που το περιμέναμε όλοι λίγο -πολύ. Οτι θα κυλήσει και το 2014 με ύφεση, είναι επίσης κάτι που αρκετοί περιμένουμε· αλλά δεν ξέρω αν το αντέχουμε. Διότι πίσω από τους αμείλικτους δείκτες ύφεσης και ανεργίας ψυχομαχά ήδη μια κοινωνία· εκατομμύρια άνεργοι, απλήρωτοι, μισοπληρωμένοι, χρεωμένοι, ενδεείς. Και εκατοντάδες χιλιάδες νέοι άνθρωποι οι οποίοι αντικρίζουν μπροστά τους τείχη και βάραθρα.

Οσοι έχουν αίσθηση της κοινωνίας, ακόμη κι αν δεν υποφέρουν οι ίδιοι, αντιλαμβάνονται ότι αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ. Ισως ούτε ως το τέλος του 2014, όταν θα τεθεί η αναδιάρθρωση του χρέους, έτσι ή αλλιώς, με κούρεμα ή επιμήκυνση και αναχρηματοδότηση. Η κατάσταση πιθανόν να μην είναι διαχειρίσιμη ακόμη και το καλοκαίρι, εφόσον στις διπλές εκλογές του Μαΐου ανατραπεί ο συσχετισμός πολιτικών δυνάμεων.

Η κατάσταση δεν θα είναι διαχειρίσιμη όχι μόνον λόγω της διογκούμενης δυσαρμονίας μεταξύ κυβέρνησης και λαϊκής βούλησης, αλλά και επειδή μήνα με το μήνα η ανθρωπιστική κρίση πλήττει όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού, σε βαθμό δυσκόλως αναστρέψιμο και σε έκταση που δεν μπορεί να καλυφθεί από το αιφνιδιασμένο και ξεχαρβαλωμένο κράτος. Ενα τρίτο του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, σύμφωνα με την κυβέρνηση («Κ», 6.12.2013). Αλλά και τα άλλα δυό τρίτα του πληθυσμού που δεν βρίσκονται σε ένδεια, δυναστεύονται πλέον από τον φόβο και την ανασφάλεια. Το ένα τρίτο απειλείται να περιέλθει σε ένδεια, εφόσον συνεχίσει να εκτίθεται στο τοξικό μείγμα ύφεσης, ανεργίας, υπερφορολόγησης, αρνητικού πληθωρισμού και αποεπένδυσης. Το λίπος έχει καεί ολοσχερώς.

Αρα; Θα απομείνει μια χώρα διαιρεμένη σε ολίγους ευμερούντες και σε πλήθος ζόμπι των mini jobs; Θα υπάρχουν θύλακοι ευρωζώνης σε μια παλαιοβαλκανική χώρα φτωχών και πεινώντων που θα ψευτοζούν από τα εμβάσματα των ξενιτεμένων; Αυτό το σενάριο, βγαλμένο από την κατάρρευση των ανατολικοευρωπαϊκών καθεστώτων του ’89, είναι πλέον ισχυρό ενδεχόμενο.

Είναι προφανές ότι μια τέτοια ρηγματωμένη κοινωνία απειλείται και με άλλες απώλειες, πλην των υλικών· απειλούνται η συνοχή και η κοινωνική ειρήνη, οι δημοκρατικοί θεσμοί, η εθνική ακεραιότητα. Οταν οι ίδιοι οι πολίτες βλέπουν την ισότητα και τη δικαιοσύνη να χάνονται γι’ αυτούς, παύουν να εμπιστεύονται τη δημοκρατία, την ίδια τους τη χώρα. Πώς λοιπόν θα σεβαστούν αυτή τη χώρα οι ξένοι, πιστωτές, εταίροι ή δύστροποι γείτονες;

Το έχουμε ξαναπεί: ο χρόνος κυλάει τρομακτικά γρήγορα για την Ελλάδα. Η Γερμανία κερδίζει χρόνο και επεξεργάζεται τα δικά της σχέδια, στα οποία πιθανότατα η Ελλάδα εκλαμβάνεται ως οικονομικός χώρος, ως χώρος ευκαιριών και γεωοικονομική λεία, πάντως όχι ως κυρίαρχη χώρα, ως έθνος-κράτος με πολίτες ισότιμους Ευρωπαίους. Λογικό: κοιτάνε το συμφέρον τους. Την αποφασιστική πρώτη κίνηση για αναστροφή του σπιράλ θανάτου πρέπει να την κάνουμε εμείς.

φωτ.: Maggie and Dennis, 1980. (C) Αριστοτέλης Σαρρηκώστας

Το καλοκαίρι του 2004 έφτασα αεροπορικώς στη Ρόδο, καθ’ οδόν προς Σύμη. Λίγο μετά το ξημέρωμα. Ηταν η μέρα του τελικού του Euro. Θυμάμαι ακόμη την ατμόσφαιρα του σιγαλού πρωινού, το ραδιόφωνο που τιτίβιζε, την κατάφυτη διαδρομή, τις ατέλειωτες σειρές τουριστικών καταστημάτων και ξενοδοχείων, κυρίως αυτό που συνέδεε την ακριτική μεγαλόνησο με τη μητροπολτική Αθήνα: όλοι κρατούσαν την ανάσα τους ενόψει του τελικού. Ολοι πίστευαν στο θαύμα. Κι όλα ήσαν σιγανόφωνα και αγουροξυπνημένα. Κατόπιν πήραμε το πλοίο και το βράδυ χορεύαμε με φανελάκια Hellas.

Τον χειμώνα του 2013 ξαναβρέθηκα στη Ρόδο. Αλλος. Ολη η Ελλάδα είναι άλλη. Λίγες μέρες νωρίτερα άνθρωποι είχαν τη ζωή τους στον αυτοκινητόδρομο που περνούσε μέσα απ’ το ρέμα. Πέρασα κι εγώ, χωρίς καταιγίδα.

Η πολιτεία είχε βυθιστεί στη χειμερία φάση· τα γιγάντια ξενοδοχεία είναι κλειστά, οι πινακίδες τυλιγμένες στα νάιλον, τα έπιπλα στα σαλόνια σκεπασμένα με σεντόνια. Σαν μπούνκερ σιωπηλά αντικρίζουν το πέλαγος τα μεγαξενοδοχεία, κυκλώπειες κατασκευές με το ύφος του ’60 και του ’70, του νεομπρουταλισμού και της υπερμεγεθυμένης πολυκατοικίας, με την πρόσοψη να προσπαθεί πεισματικά να βλέπει θάλασσα. Ο δρόμος που διασχίζει τα μεγαθήρια, στέφεται με χιλιάδες πινακίδες και μικρομάγαζα, όλη η δραστηριότητα εν εκτάσει, χωρίς βάθος· αρχετυπική οργάνωση χώρου σαν σκηνικό Τσινετσιτά, χωροταξία τουρισμού, οργάνωση του κόσμου σε σεζόν. Στα διάκενα η φύση ρωμαλέα ακόμη υποβάλλει· εκβιασμένη Μεσόγειος, όμως τόσο ανθεκτική.

Στο κέντρο τα εμπορικά ήταν φωτισμένα, πολλά, φανταχτερά, σαν εικόνες από το παρελθόν. Mε μετρημένα πράγματα στις βιτρίνες. Ομως: Δεν φέρνουμε πια παπούτσια των εκατό ευρώ, δεν τα παίρνει κανείς, ένα πενηντάρι μπορεί να δώσει ο πελάτης, εξηγεί ένας μαγαζάτορας. Τα καφέ μισοάδεια-μισογεμάτα· πέρυσι δεν έπεφτε καρφίτσα εδώ που βλέπεις, εξηγεί άλλος. Νέοι άνθρωποι, οι περισότεροι με iphone.

Το βραδινό μπαρ ανοίγει Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο. Ενα άλλο, την Κυριακή προσφέρει Sunday Nights Ελληνικές Φοιτητικές Βραδιές, στα deck o dj Tassos, τιμή φιάλης 50€, τιμή ποτού 5€. Πάνω στην καλοκαιρινή αφίσα του Καζίνου, επένθετη η χειμερινή αφίσα του Στέλιου Ρόκκου, η μια εποχή διαδέχεται την άλλη, καθεμιά με το ύφος της, η κρίση δεν φανερώνεται παντού με την ίδια ένταση, με την ίδια μορφή. Το Σάββατο προ πάντων δεν φανερώνει τίποτε. Μόνο στο σούρουπο, μαζί με την υγρασία, μια κυριακάτικη μελαγχολία αρχίζει να απλώνεται ψιλή-ψιλή στα προάστια, στα μίνι μάρκετ που περιμένουν τους τελευταίους εργένηδες και στις ψησταριές που ανάβουν τα φώτα.

Το πρωί μες στην ανεμοθύελλα το μεγάφωνο έφερνε από νωρίς θρυμματισμένες ψαλμωδίες. Ενας ιεροκήρυκας ακουγόταν με διαλείψεις: ιταλική κατοχή, τουρκοκρατία, προδοσία. Προς το τέλος έψαλε τον Εθνικό Υμνο.

Στην μεγαλόπρεπη μεσαιωνική καστροπολιτεία όλα κλειστά· το φως της συννεφιασμένης Κυριακής ξέπλενε τη σκόνη του τουρισμού, οι γάτες κυριαρχούσαν στο πεδίο, εδώ κι εκεί ένας ανθρώπινος ήχος. Το μόνο ανοιχτό εστιατόριο μάς υποδέχτηκε με γαλανόλευκες επιγραφές και φωτογραφικά στιγμιότυπα σίξτις με Ωνάση, Μπιθικώτση, Μελίνα ― υπήρξε πράγματι αυτός ο κόσμος της αμεριμνησίας, της αισιοδοξίας, της άνοιξης; Από μια ολόκληρη εξηκονταετία ξεδιαλέγουμε μερικές δεκάδες ενσταντανέ, ασπρόμαυρα ή ektachrome, μια γελαστή επιφάνεια, με ντεκαποτάμπλ αυτοκίνητα, καΐκια, λευκά πουκάμισα, παντελόνια κάπρι, νιάτα, τραγούδια, όλα είναι τραγούδια και φιλμ. Δεν δάκρυζε κανείς στο βάθος; Ποιος να το πεί, αυτά δεν είναι ιστορία, είναι η ζώσα φαντασμαγορία για μεσήλικες, ακατανόητα λείψανα για τους νεαρούς.

Γευματίσαμε μόνοι, σαν να βρισκόμασταν σε αστική τραπεζαρία άλλου χρόνου, άλλου τόπου. Στα μεγάφωνα ένας θρηνώδης Πουλόπουλος σέβεντις, «μην του μιλάτε του παιδιού, αφήστε το να κλάψει», σαν να σχολίαζε την αναμμένη τηλεόραση με φόρους και πλειστηριασμούς. Ρευστά σέβεντις, χούντα, μπουζούκια και παντελόνια καμπάνα γέμιζαν τα κενά του τουρισμού· ένας χείμαρρος εσωστρέφειας και αναδίπλωσης πλημμύριζε επίμονα, αθόρυβα την άδεια πόλη, την άδεια χώρα.

Η ανεμοθύελλα συνεχιζόταν στη βαρύθυμη μητρόπολη. Στο λεωφορείο οι commuters είναι αποσυρμένοι στην κούραση, ισορροπούν ασταθώς με τα ακουστικά του smartphone στ’ αυτιά, ο ύπνος τους παίρνει το κεφάλι, μια τετράδα τριαντάρηδων περιγράφει με ένταση πώς κόπηκαν οι συντάξεις των γονιών τους, οι γραβάτες είναι λυμένες, το κραγιόν σβησμένο.

Στις ερχόμενες αρκετές εβδομάδες, με πρώτο ορόσημο την 18η Δεκμεβρίου, κρίνεται το μέλλον της μικροϊδιοκτησίας στην Ελλάδα. Στις 18 Δεκεμβρίου εκπνέει η νομοθετική προστασία κατά πλειστηριασμών στα σπίτια των μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων· η ελληνική κυβέρνηση και η η Βουλή καλούνται να ανανεώσουν την προστασία ή να επιτρέψουν την απελευθέρωση των πλειστηριασμών. Η πίεση της τρόικας υπέρ της απελευθέρωσης είναι αφόρητη· ευλόγως: ζητά να εφαρμοστεί το μεσοπρόθεσμο που έχει υπερψηφίσει η Βουλή. Η ελληνική πλευρά βρίσκεται, ακόμη μια φορά, απροετοίμαστη, τεχνοκρατικά και πολιτικά.

Εν τω μεταξύ, ένα στα τέσσερα στεγαστικά δάνεια δεν εξυπηρετείται, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν με κατασχέσεις κατοικιών περίπου 80-100 χιλιάδες νοικοκυριά· 80 χιλιάδες δανειολήπτες έχουν ήδη ζητήσει την προστασία του νόμου. Ας εντάξουμε στον συλλογισμό μας ένα στοιχείο, τη φούσκα: τα μισά από τα 350 χιλιάδες στεγαστικά δάνεια πρώτης κατοικίας χορηγήθηκαν την περίοδο της μεγάλης πιστωτικής επέκτασης και της ισχυρής Ελλάδας, την περίοδο 1995-2004, και το ένα τρίτο χορηγήθηκε την περίοδο 2005-2008.
Ταυτοχρόνως, η κυβέρνηση εντάσσει στον προϋπολογισμό του 2014 έσοδα περίπου 2 δισ. από τη νέα φορολόγηση ακινήτων.

Ο συνδυασμός των δύο ενεργειών, της απελευθέρωσης πλειστηριασμών και της οριζόντιας, καθολικής υπερφορολόγησης ακινήτων, προκαλεί μια ασύλληπτης έντασης μόχλευση στην ελληνική κοινωνία. Μετά την εξουθένωση που έχουν επιφέρει η εξαετής ύφεση, η απομείωση του εισοδήματος έως και κατά το ήμισυ, και η ανεργία του 27%, οι Ελληνες απειλούνται με συρρίκνωση ή και απώλεια της ακίνητης περιουσίας τους.

Πρόκειται για ανθρωπολογικό σοκ, στο μέτρο που οι μεσογειακές κοινωνίες, και όχι μόνο η ελληνική, σε βάθος πολλών αιώνων είναι διαρθρωμένες υλικά και συνειδησιακά γύρω από την μικροϊδιοκτησία, ως το πιο πρόσφορο μέσον αποταμίευσης, διασφάλισης προσόδου, αλλά και συγκρότησης μιας πολιτισμικής ταυτότητας. Η μικροϊδιοκτησία, μαζί με το ελεύθερο επάγγελμα, τη μικρομεσαία επιχείρηση, τις πολυσθενείς οικονομικές δραστηριότητες μικρής κλίμακας, τα οικογενειακά και τοπικά δίκτυα, την επένδυση στη γνώση και την κινητικότητα, διασφάλιζαν τη συνοχή, την αντοχή και τη λειτουργικότητα των μεσογειακών κοινωνιών σε ένα γεωπολιτικό και γεωοικονομικό περιβάλλον κατεξοχήν ρευστό και ευμετάβλητο.

Στην παρούσα φάση της παρατεταμένης κρίσης βιώνουμε όχι μόνο ύφεση και ανεργία, αλλά επίσης την κατεδάφιση/απαγόρευση όλων των παραδοσιακών δυνατοτήτων εργασίας, επιχειρηματικότητας και κατοχής περιουσίας. Αυτό συνιστά πρωτοφανή κοινωνικό μετασχηματισμό, επιβαλλόμενο εκ των άνω, βιαίως και σε εξαιρετικά βραχύ χρόνο, χωρίς μάλιστα να προσφέρονται άλλες εναλλακτικές οδοί, άλλοι τρόποι ανάκαμψης και ανάπτυξης· πρακτικά, δεν έχει υποβληθεί απολύτως κανένα πειστικό σχέδιο ανασυγκρότησης της χώρας, πλην διαφόρων αδέσποτων θραυσμάτων περί τουρισμού και ενέργειας, και διαφόρων ευχολογίων περί καινοτομίας.

Το μοναδικό ορατό και εφαρμοστέο σχέδιο είναι η μαζική και ταχύτατη ρευστοποίηση των μικρομεσαίων στρωμάτων, της μικροϊδιοκτησίας και της μικροεπιχειρηματικότητας· ουσιαστικά, η υπεξαίρεση όλων των ιδιωτικών πόρων τους για την εξυπηρέτηση του μη βιώσιμου και διαιωνιζόμενου δημόσιου χρέους.

Η πιο πικρή γνώση που αποκομίζουμε από την πολυετή κρίση είναι η διαλυτική επίδραση από τη χρόνια απουσία ή την απίσχνανση των θεσμών και από την πνευματική ή και ηθική ανεπάρκεια της πολιτικής τάξης. Πολύ πικρή γνώση πράγματι: αποκτάται με πόνο και δάκρυα, στο έδαφος ενός πολυεπίπεδου μετασχηματισμού με δυστοπικά χαρακτηριστικά.

Οι θεσμοί παρέμειναν καχεκτικοί με κύρια ευθύνη της πολιτικής τάξης που κυβερνούσε, για να έχει στη διάθεσή της τον δημόσιο χώρο ως πεδίο αυθαιρεσίας. Δεν είναι άμοιροι ευθύνης όμως και οι κυβερνώμενοι, ο κυρίαρχος λαός, στο μέτρο που εκχωρούσε την ισοπολιτεία και την ισονομία, την κυριαρχία του, για βραχυπρόθεσμα ιδιοτελή οφέλη και βυθιζόταν όλο και βαθύτερα στην εξαχρείωση και στον ανδραποδισμό, ό,τι φάνηκε γυμνό κατά τη φάση της πτώσης. Την ώρα της πτώσης ο ετερόνομος, εθελόδουλος λαός έμεινε γυμνός και ανυπεράσπιστος, χωρίς ασπίδα θεσμών, και βεβαίως χωρίς τον πρόθυμο εταίρο της αμοιβαίας διαφθοράς: ο πρώην εκμαυλιστής είχε μεταμορφωθεί σε δυνάστη και εκτελεστή.

Καθημερινά, οι πράξεις και οι λόγοι της πολιτικής τάξης διαμορφώνουν ένα σκηνικό μαύρης κωμωδίας, στο οποίο επικρατεί εντέλει το μαύρο. Λόγου χάριν, ο δημόσιος λόγος του υπουργού Οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα: σφραγίζεται από ένα μείγμα αφελούς αισιοδοξίας και ανεδαφικότητας, το οποίο αναρωτιέται κανείς αν είναι ένας άτεχνα καμουφλαρισμένος κυνισμός. Είναι ο τυπικός λόγος του τεχνοκράτη που δεν νιώθει την παραμικρή ανάγκη για δημόσια λογοδοσία, εφόσον δεν ζητάει καν πολιτική νομιμοποίηση από το ακροατήριό του.

Η πεποίθησή του ότι οι Ελληνες δεν υπερφορολογούνται ήταν η κορυφαία σε μια σειρά ανάλογων μαργαριταριών. Φυσικά, ο κ. Στουρνάρας δεν είναι αφελής ούτε αισιόδοξος· γνωρίζει ότι η χώρα βυθίζεται, γνωρίζει, αν και ίσως ασαφώς, ότι πολλοί συμπολίτες του υποφέρουν ή δεν πρόκειται να σηκώσουν κεφάλι στο ορατό μέλλον, γνωρίζει ότι η παραγωγική βάση της χώρας αποσαθρώνεται. Ισως να έχει αρχίσει να υποψιάζεται κιόλας ότι βρισκόμαστε ενώπιον ανθρωπιστικής κρίσης. Ολα αυτά τα γνωρίζει πιθανότατα. Αλλά έχει κάνει μία θεμελιώδη παραδοχή: δεν υπάρχει άλλος δρόμος, παρά ο δρόμος μιας δημιουργικής καταστροφής, μάλιστα όπως τον υποδεικνύουν οι δανειστές, ούτε καν όπως θα μπορούσαν να τον έχουν σχεδιάσει Ελληνες για Ελληνες. Το πιστεύει, δεν μπορεί παρά να το πιστεύει, για να παραμείνει σε αυτή τη θέση.

Συμμετέχει λοιπόν ενεργά, με ενθουσιασμό, στην καταστροφή, θεωρώντας την ως αναγκαία πρώτη φάση. Η, σε δεύτερο χρόνο, δημιουργία δεν τον απασχολεί: δεν θα βρίσκεται σε αυτή τη θέση, επικεφαλής υπουργός. Αν η δημιουργική φάση επιτύχει, θα μπορεί να πει ότι η δική του καταστροφή συνέβαλε αποφασιστικά· αν η δημιουργική φάση αποτύχει, θα μπορεί να υποστηρίξει ότι δεν ήσαν ικανοί οι διάδοχοι και χαράμισαν τις θυσίες του ελληνικού λαού. Win-win. Ετσι ακριβώς έδρασαν και οι περισσότεροι υπουργοί της κυβέρνησης Παπανδρέου και όλοι οι υπουργοί της κυβέρνησης Παπαδήμου, εμφορούμενοι από ένα ποικίλης δοσολογίας μείγμα ιδεαναγκασμού και κυνισμού.

Ο υπουργός Παιδείας Κωνστ. Αρβανιτόπουλος πολιτεύεται πιο παραδοσιακά, με τυπικές παλινωδίες, υπαναχωρήσεις, προχειρότητες, υστεροβουλίες και, εντέλει, τυπικά καταστροφικά αποτελέσματα. Η βεβιασμένη και οριζόντια αποψίλωση των πανεπιστημίων από διοικητικό προσωπικό, χωρίς αξιολόγηση και μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό, τυπική εφαρμογή των υποδείξεων της τρόικας, οδήγησε σε απώλεια του διδακτικού εξαμήνου και σε δική του πλήρη υποχώρηση και συντριπτική προσωπική ήττα. Ταλαιπωρία και ευτελισμός, χωρίς κανένα όφελος για κανέναν.

Τέλος, η πολιτική ως τηλεοπτικό bullying. H περίπτωση του υπουργού Υγείας Αδ. Γεωργιάδη. Ο κ. Γεωργιάδης λέγεται ότι κατά τον σχηματισμό της δικομματικής κυβέρνησης επελέγη διότι μόνο αυτός, ως «τρελός», θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τις απολύσεις και περικοπές στον ευαίσθητο χώρο της δημόσιας υγείας. Πράγματι, με τις φωνές του στα κανάλια και τον προκλητικό, οιονεί αντισυμβατικό, λόγο του, συχνά και με την απαξιωτική αντιμετώπιση των συνομιλητών του, ο κ. Γεωργιάδης κερδίζει το παιχνίδι του επικοινωνιασμού. Ξεπερνά κατά πολύ τον προκάτοχό του Ανδρέα Λοβέρδο, αριστεύσαντα στις δημόσιες εκδραματίσεις: O bully υπερτερεί της drama queen.

Ο λόγος του κ. Γεωργιάδη, καταγόμενος ταυτοχρόνως από τους τηλευαγγελιστές, τις τηλεπωλήσεις, τους ατακαδόρους των καφενείων και τους καβγάδες στα πηγαδάκια, αρχαϊκός και μεταμοντέρνος μαζί, επιβάλλεται ήδη ως επιτυχημένο στυλ στο απέραντο πρωινάδικο που είναι η ελληνική δημόσια σφαίρα. Αυτή είναι η Ελλάδα.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Χρονική υστέρηση ή κενό επικοινωνίας ή … twitter.com/USAmbPyatt/sta… 2 weeks ago
  • Όσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναβάλλει να ψηφίσει τα μνημόνια εφαρμογής της Συμφωνίας Πρεσπών η Τουρκία αγκαλιάζει Β.… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Στο αυτόφωρο ο δήμαρχος Μυκόνου, επειδή τα ξημερώματα ο Δήμος απομάκρυνε αυθαίρετες επεμβάσεις στην παραλία Καλό Λι… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Η Δεξιά είναι απενοχοποιημένη και αδίστακτη. Η Αριστερά, ας κρατήσει αυτό το χρήσιμο δίδαγμα, όταν θα γκρεμίζει τις… twitter.com/i/web/status/1… 2 months ago
  • O Xρυσοχοΐδης εφαρμόζει το πόρισμα. https://t.co/iVG6oHqxCo 6 months ago
  • Απετράπη η νυκτερινή αστυνομική εισβολή στο ΑΠΘ. Προς το παρόν. Ασπίδα φοιτητών και καθηγητών. #Χρυσοχοιδη_παραιτησου 6 months ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.019.123 hits
Αρέσει σε %d bloggers: