1280px-John_Everett_Millais_-_Ophelia_-_Google_Art_Project

Το μέλλον της χώρας προεικονίζεται τούτη τη στιγμή στον τρόπο λειτουργίας του δημόσιου συστήματος υγείας και παιδείας, δηλαδή στον τρόπο που αποδιαρθρώνονται: από μια προηγούμενη σχετικά ημισταθερή κατάσταση, με δομικές αδυναμίες, αλλά ευρισκόμενα σε αδιάφορη ισορροπία, σε μια κατάσταση επιταχυμένης εντροπίας, σε μια ισορροπία ασταθή, όπου όλα τα επιμέρους δομικά στοιχεία ωθούνται σε όλο και χαμηλότερη διαφοροποίηση, όλο και χαλαρότερη οργάνωση και συναρμογή, με όσο το δυνατόν μικρότερη δαπάνη ενέργειας, εντέλει σε διάλυση.

Τα πανεπιστήμια λειτουργούν ήδη με τον μισό προϋπολογισμό, με εξανεμισμένα τα αποθέματά τους από το PSI, και τώρα πιέζονται να λειτουργήσουν ουσιαστικά χωρίς διοικητικό προσωπικό. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι αν σήμερα σε πολλές απαιτητικές σχολές υπολειτουργούν εργαστήρια, βιβλιοθήκες, σπουδαστήρια, γραμματείες, του χρόνου οι σχολές αυτές θα πάψουν να λειτουργούν. Ή όλα τα μαθήματα θα είναι προφορικές παραδόσεις με χρήση μαυροπίνακα, αυτό που συμβαίνει ήδη από φέτος.

Στο σύστημα υγείας οι παθογένειες του παρελθόντος συνεχίζονται μισοκρυμμένες και εξίσου καταστροφικές: οι κοστολογήσεις υλικών και υπηρεσιών εξακολουθούν να είναι σουρεαλιστικές και γεννήτριες διαφθοράς. Ας πούμε, από τη δεκαετία ’90 ένα υπερηχογράφημα αγγείου κοστολογείται από το κράτος 75 ευρώ, και μια αγγειοχειρουργική επέμβαση κοστολογείται 45 ευρώ! Το διαγνωστικό κέντρο, λειτουργώντας με τεχνολόγους, θησαυρίζει ακόπως· ο χειρουργός, με 15-20 χρόνια εκπαίδευσης, εξαναγκάζεται στο by pass, στο φακελάκι.

Η διαχειριστική διαφθορά επιδεινώνεται από τη δημογραφική φθίση και τη θεσμική αγκύλωση: στο ΕΣΥ δεν υπάρχουν αξιόμαχοι γιατροί κάτω των 50 ετών! Το ΕΣΥ θα καταρρεύσει, εκτός των άλλων, από έλλειψη γιατρών. Οσοι μπορούν φεύγουν: όχι μόνο οι τριαντάρηδες νεοειδικευμένοι που μεταφέρουν την εθνική και οικογενειακή υπεραξία στη Γερμανία, αλλά φεύγουν και φτασμένοι πενηντάρηδες, οι κορυφαίοι, αυτοί που θα ετοίμαζαν τους διαδόχους τους, διευθυντές και σολίστ. Εμβρόντητος άκουσα από χείλη συνομηλίκων μου γιατρών, με λαμπρές καριέρες στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, να λένε το ίδιο: Τρέμω στη σκέψη ποιος θα περιθάλψει εμένα σε λίγα χρόνια…

Η δημοκρατία κρίνεται σε δύο κρίσιμα πεδία: στην υγεία και στην παιδεία. Εκεί κρίνεται η ισότητα του παρόντος και μέλλοντος βίου, υλικότατα, απτά. Και στα δύο αυτά πεδία η Ελληνική Δημοκρατία υφίσταται πανωλεθρία. Η κρίση γκρέμισε ένα ήδη αδύναμο οικοδόμημα, υπονομευμένο από ιδιοτελή συμφέροντα, παρασιτισμό, αδράνεια, ανικανότητα, κυνισμό· η πτώχευση τα μεγέθυνε και πρόσθεσε τον πανικό και την εθελοδουλία.

Οι λεγόμενες μεταρρυθμίσεις φιλοδοξούν να αυξήσουν την προσφορά, την ώρα που η ζήτηση έχει νεκρώσει, πάνω σε ένα τοξικό υπόστρωμα ύφεσης, ανεργίας και λιτότητας. Είναι παράλογο. Αλλά ας δεχτούμε ότι αρκετές δομικές μεταρρυθμίσεις είναι αναγκαίες, αρκετές έπρεπε να είχαν γίνει την περασμένη δεκαετία. Γίνεται όμως ακόμη πιο παράλογο όταν τέτοιες ριζικές, επώδυνες αλλαγές, ζητείται να εφαρμοστούν από έμφοβους και ανεπαρκείς ανθρώπους, χωρίς πείρα, χωρίς βούληση, χωρίς σχέδιο.

Είναι φανερό πια, το οσμίζεσαι παντού στη δημόσια σφαίρα, ότι πατάμε το κατώφλι μιας μείζονος αλλαγής ή μιας μείζονος κατάρρευσης. Η πτώχευση ανέδειξε με σφοδρότητα, με τεράστιο κοινωνικό πόνο, το βαθύ πολιτικό πρόβλημα. Η χώρα δεν μπορεί να επιβιώσει με κυβερνητικές νοοτροπίες κοτζαμπάσηδων, με λεηλάτες ολιγάρχες και συμβατικά γιατροσόφια τεχνοκρατών· και με ανάθεση της ζωής μας σε τρίτους· αυτά οδηγούν σε ιστορική υποβάθμιση, σε κοινωνικό και δημογραφικό μαρασμό, σε απρόβλεπτες ρηγματώσεις.
Απαιτούνται ρηξικέλευθες δράσεις, καινοτόμες ιδέες, τολμηρή ανασυγκρότηση του συλλογικού φαντασιακού πάνω στα νέα αμείλικτα δεδομένα της τοπικής δυσχέρειας και της διεθνούς ανακατάταξης. Απαιτούνται σκληρές αλήθειες και ανάληψη της ευθύνης ενός εκάστου και όλων μαζί.

Αντίπαλος μας πρώτος κατά σειράν είναι η διάχυτη κατάθλιψη, η εδραιωμένη δυσφορία, που εκδηλώνεται ήδη σαν παραίτηση, σαν αυτοκαταστροφική ολίσθηση, και σαν αυτό που ο Φρόιντ ονόμαζε «ψυχολογική αθλιότητα της μάζας». Είναι σαν να μας βαραίνει τα βλέφαρα ακαταμάχητα ο γλυκός ύπνος του ξεπαγιασμένου μες στο χιόνι· αυτόν τον ύπνο-θάνατο αποτινάσσουμε πρώτα.

Ξεπαγώνει ο νους, θερμαίνεται το φρόνημα, πυροδοτείται η βούληση για ζωή. Η ήττα, το πλήγμα, η θανάσιμη απειλή μετουσιώνονται σε δημιουργικές ενορμήσεις, σε ανάπλαση βίου. Αντικρίζουμε κατάματα τη σκληρή πραγματικότητα, κατανοούμε τους τρέχοντες παραλογισμούς, τα σφάλματα, δικά μας ή εκ καταναγκασμού, αναλογιζόμαστε εξαρχής, ριζικά, τους όρους κυριαρχίας, την ελευθερία, την ηθική και ιστορική ευθύνη απέναντι στις νεότερες γενιές. Προ πάντων, ξεπαγώνουμε.

εικον.: John Everett Millais, Ophelia.