Κατά την περιγραφή της ελληνικής κρίσης οι δείκτες που προκαλούν αλγεινή εντύπωση και ασφαλώς κατανοούνται ευκολότερα από το ευρύ κοινό είναι οι δείκτες ανεργίας και ύφεσης, αντιληπτοί και στην καθημερινή ζωή, και ακολούθως το κατά κεφαλήν εισόδημα, το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, το έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ, το ιδιωτικό χρέος ως ποσσοτό του ΑΕΠ κ.λπ. Ενας δείκτης που δεν πολυαναφέρεται αλλά που έχει μεγάλη σημασία για την αντοχή της οικονομίας είναι ο δείκτης Σχηματισμού Ακαθάριστου Πάγιου Κεφαλαίου (GFCF – Gross Fixed Capital Formation). Ο δείκτης αυτός, πολύ χονδρικά, περιγράφει τις επενδύσεις μιας εθνικής οικονομίας, εν προκειμένω της ελληνικής, σε πάγια κεφάλαια. Πάγια περιουσιακά στοιχεία, εγκαταστάσεις, τεχνολογικός εξοπλισμός, γραμμές παραγωγής, κεφαλαιουχικά αγαθά. Οχι το διαθέσιμο χρήμα σε τραπεζικούς λογαριασμούς, τα κέρδη από μεταβιβάσεις real estate.

O δείκτης ΣΑΠΚ στην Ελλάδα βαίνει μειούμενος με ραγδαίο ρυθμό από το 2008 και εφεξής, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ (15 Νοεμβρίου 2013), αλλά και σύμφωνα με την Ετήσια Εκθεση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, με στοιχεία της Κομισιόν. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, λοιπόν, τα ακαθάριστα πάγια κεφάλαια άρχισαν να μειώνονται το 2008, κατά -14,8%, και η πτώση συνεχίστηκε όλα τα χρόνια της κρίσης, με αποκορύφωμα το 2012: μείωση -19,2%. Δηλαδή μέσα στα έξι χρόνια της ύφεσης, τα εθνικά πάγια επενδυμένα κεφάλαια μειώθηκαν κατά το ένα πέμπτο. Την τελευταία τριετία μάλιστα, 2010-13, το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ μιλάει για αποεπένδυση, διότι πολλές επιχειρήσεις έπαψαν να λειτουργούν, άρα τα πάγια κεφάλαιά τους έχουν χαθεί οριστικά.

Η απώλεια αυτή είναι ακρωτηριασμός του εθνικού παραγωγικού κορμού με μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες δυσμενείς επιπτώσεις. Μεσοπρόθεσμα επιδεινώνεται περαιτέρω η παραγωγικότητα της εργασίας, στο μέτρο που οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου είναι αυτές που φέρνουν στην παραγωγική διαδικασία τις νέες τεχνολογίες και τις νέες μορφές οργάνωσης της παραγωγής. Οι αλλεπάλληλες μειώσεις μισθών δεν βελτιώνουν την παραγωγικότητα ούτε την ανταγωνιστικότητα ― αυτό είναι πια κατεγεγραμμένο και μετρημένο.

Μακροπρόθεσμα, τα πράγματα είναι ακόμη πιο ζοφερά: καθώς το παραγωγικό δυναμικό της χώρας συρρικνώνεται, όταν και όπως γυρίσει ο καιρός και σταματήσει η ύφεση, και αρχίσει να θερμαίνεται η ζήτηση, τα εργοστάσια και οι εν γένει παραγωγικές μονάδες, αφυδατωμένες από την αποεπένδυση, δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τη ζήτηση, ούτε της εσωτερικής αγοράς ούτε των εξωτερικών αγορών. Τότε η ζήτηση θα στραφεί αλλού, η μεν εσωτερική στις εισαγωγές, η δε εξωτερική σε άλλες χώρες.

Η χώρα υφίσταται ένα τέτοιο αιμορραγικό σοκ, και στο τέλος του σοκ κινδυνεύει να βρεθεί χωρίς ακέραιο οργανισμό, χωρίς τις απαραίτητες δυνάμεις να αντιδράσει και να ανακάμψει γρήγορα. Πολύ περισσότερο, που η ανάκαμψη στηρίζεται κατά μέγα μέρος στην ικανοποίηση της εσωτερικής ζήτησης, όπως έχει δείξει και η εμπειρία της Αργεντινής και έχει επισημανθεί και στις εκθέσεις του ΔΝΤ. Και όχι στην αύξηση των εξαγωγών, τουλάχιστον όχι κυρίαρχα, όπως μονότονα υποστηρίζεται από την τρόικα.

Ενας από τους λόγους της ελληνικής κατάρρευσης ήταν η σταδιακή κάλυψη όλων των εσωτερικών αναγκών με εισαγωγές, και ο σταδιακός μαρασμός της εγχώριας παραγωγής. Δεν παραγόταν πλούτος, καταναλωνόταν πλούτος και εξάγονταν κέρδη σε υπεράκτιους παράδεισους, προς όφελος ενός αμαρτωλού κλειστού κυκλώματος τραπεζών και υπερχρεωμένων βιομηχάνων, και με τη συνδρομή παλαιότερα της δραχμικής κεντρικής τράπεζας και εν συνεχεία, επί ευρώ, με την αλόγιστη χρηματοπιστωτική επέκταση.

Αν με τον νέο οικονομικό κύκλο που θα αρχίσει κάποτε, επανέλθουμε σε αυτό μοντέλο, η ανάκαμψη απλούστατα δεν θα έλθει· η χώρα θα υποβαθμιστεί ιστορικά ακόμη περισσότερο. Ο κίνδυνος δεν είναι ορατός πια, είναι υπαρκτός. Το μοντέλο που προωθείται από το πρόγραμμα διάσωσης της τρόικας μέσω των διαρθρωτικών αλλαγών είναι προς την κατεύθυνση ενός laissez faire μοντέλου ασταθούς χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού με ελαστικότητες, με μικρό κράτος, χωρίς κεντρική τράπεζα φυσικά, και, όπως διαπιστώνεται από τον ΟΟΣΑ και την Κομισιόν, με συρρικνωμένη παραγωγική βάση. Αυτά είναι τα μακροοικονομικά στο ορατό μέλλον, σύντομα.

Στο παρόν βλέπουμε ήδη τα μικροκοινωνικά αποτελέσματα του μοντέλου: ανεργία σε διεθνώς ιστορικά υψηλά, μια χαμένη γενιά, μισθοί στα 400 ευρώ, συντάξεις στα 350, ραγδαία πτώση του βιοτικού επιπέδου, προνοιακές δομές και δημόσια παιδεία υπό κατάρρευση· ας προσθέσουμε τo brain drain και τη δημογραφική φθίση.

Ξανά στην πολιτική. Το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό. Παρόμοια απομείωση του GFCF, αύξηση ανεργίας, μετανάστευσης και φτώχειας, παρατηρείται και στην Ιρλανδία του success story. Παρόμοια στην Πορτογαλία. Στην Ισπανία πορεύονται με άνεργο ανάπτυξη, κι επιπλέον εκεί τα 100 δισ. ευρώ της τραπεζικής ανακεφαλαίωσης δεν φορτώθηκαν στο δημόσιο χρέος όπως στην Ελλάδα, αλλά χορηγήθηκαν μέσω του ΕFSF. Το ελληνικό πρόβλημα είναι ευρωπαϊκό. Κατά τούτο δεν μπορεί να επιλυθεί εκ ολοκλήρου αυτοτελώς.

Η εγχώρια πτυχή του συνίσταται κυρίως στο νοσογόνο κλειστό κύκλωμα των μεγάλων επιχειρήσεων με το τραπεζικό σύστημα, και στην αμαρτωλή διαπλοκή αυτών των δύο με το πολιτικό σύστημα. Το νοσογόνο αυτό τρίγωνο προσπαθεί να επιβιώσει από τα πλήγματα του ξένου παράγοντος, που το βλέπει περιφρονητικά, μεταθέτοντας όλα το κόστος της αναδιάρθρωσης στην κοινωνία. Και υπονομεύοντας όλη την εθνική παραγωγική βάση.