Θα μπορούσε να είναι σενάριο ταινίας του πιο μελαγχολικού νεορεαλισμού ή του πικρότερου νουάρ, γραμμένο από τον Πιερ Πάολο Παζολίνι, τον Τζέιμς Κέιν ή τον Αλμπέρ Καμύ, γυρισμένο από τον Κισλόφσκι του «Ου φονεύσεις». Oχι, το φονικό στην οδό Γερανίου τα ξεπερνά σε ωμότητα, χωρίς καν την παρηγοριά ενός επιμύθιου. Η ζωή έχει τον δικό της αμείλικτο ρεαλισμό. Στο αστυνομικό ανακοινωθέν αναφέρεται ότι ο νεαρός πήγε να ζητήσει απλήρωτα μεροκάματα φίλης του, από τον εστιάτορα της Γερανίου. Λίγο αργότερα έπεφτε ξέπνοος στο πάτωμα, από τις σιδερογροθιές του μπράβου.

Ο εν ψυχρώ φόνος ενός νεαρού επαρχιώτη σε μαγαζί της Ομόνοιας από Τσετσένο μπράβο, σεσημασμένο, δείχνει την Αθήνα σαν δυστοπική μητρόπολη φτώχειας, εξαθλίωσης και βίας. Ο,τι ακούγαμε για υπερκαυκάσιες και βαλκάνιες μαφίες, ό,τι μαθαίναμε ότι επικράτησε στις ανατολικές κοινωνίες μετά την κατάρρευση, τώρα συμβαίνει εδώ.

Ο ενοχλημένος εστιάτορας δεν κάλεσε την αστυνομία να απομακρύνει τον ενοχλητικό νεαρό, δεν του υπέβαλε μήνυση. Δεν ήθελε να αναμιχθούν αστυνομία, εισαγγελέας, δικαστήρια. Εβαλε τον μπράβο να καθαρίσει. Αυτή η απόσυρση στη σφαίρα της αυτοδικίας και της ωμότητας, στην επικράτεια της γυμνής ζωής, ούτε καν της φτηνής ζωής, δεν είναι μεμονωμένο συμβάν. Είναι τροχιοδεικτικό αγριότητας, όπως οι αυξανόμενες αυτοκτονίες είναι τροχιοδεικτικό απελπισίας· είναι καθρέφτισμα μιας γενικευόμενης κοινωνικής εξαχρείωσης, κατά την οποία η ζωή χάνει την αξία της αφού έχει χάσει ήδη το νόημά της.

Η σιδερένια γροθιά του μπράβου, όσο ανατριχιαστική, είναι το εκτελεστικό όργανο, δεν είναι η κινούσα δύναμη. Κινούσα δύναμη είναι η περιφρόνηση προς τη ζωή, είναι η απαξίωση της ζωής, είναι η τιμολόγηση της ζωής στα λίγα κατοστάρικα της απλήρωτης εργασίας, στα λίγα κατοστάρικα του πληρωμένου φονιά.

Αλλοδαπός εφόνευσε ημεδαπό. Δούλευε στις αποθήκες των αγροτικών συνεταιρισμών Ηλείας, είχε ένα παιδάκι. Ακλαυτος.