Το κοινοβουλευτικό σαββατοκύριακο αποτύπωσε την κόπωση και την αμηχανία που διατρέχει εγκάρσια το πολιτικό σύστημα. Η πρόταση μομφής που κατέθεσε η αξιωματική αντιπολίτευση καταψηφίστηκε με την αναμενόμενη οριακή κυβερνητική πλειοψηφία· η σχετική συζήτηση διεξάχθηκε με οξείς τόνους, όπως αναμενόταν, αλλά χωρίς να λάβουμε μια καινούργια, μια ουσιαστική απάντηση, για το ένα και μοναδικό καυτό ερώτημα: Πώς θα απεγκλωβιστεί η χώρα από το θανάσιμο σπιράλ της ύφεσης και της ανεργίας;

Ο πρωθυπουργός περιέγραψε τη χώρα σαν να βγαίνει από την κρίση, σαν να έχει ανακοπεί ήδη η οδυνηρή πτώση· δεν δίστασε μάλιστα να υποσχεθεί ότι, αν καταστεί δυνατόν, ένα μικρό μέρος του πλεονάσματος θα δοθεί για ανακούφιση. Ωστόσο, η υπαρκτή πραγματικότητα και όσα φέρνουν τα νέα μέτρα λιτότητας δεν έχουν καμία σχέση με τη χώρα που περιέγραψε ο κ. Σαμαράς, ούτε με την κενή περιεχομένου αριθμολογία του υπουργού Οικονομικών Γ. Στουρνάρα. Ανεξάρτητοι αναλυτές υπολογίζουν ότι και το 2014 η ύφεση θα παραταθεί για έκτη συνεχή χρονιά, με ρυθμό 2-4%, η ανεργία θα προσεγγίσει το 30%, ενώ οι βασικές οικονομικοκοινωνικές δομές θα εξασθενούν από την απώλεια παγίων επενδυμένων κεφαλαίων, τη διαρροή νεανικού στελεχικού δυναμικού και τη δημογραφική γήρανση. Ολοι οι αναλυτές, εντός και εκτός Ευρώπης, συμφωνούν ότι η συνεχιζόμενη λιτότητα δεν επιλύει την ελληνική-ευρωπαϊκή κρίση, αλλά την επιδεινώνει.

Απέναντι σε αυτή τη ζοφερή προοπτική αργού θανάτου, η αξιωματική αντιπολίτευση στάθηκε περιγραφική. Με ορθή, κατά το μάλλον ήττον, περιγραφή του εθνικού αδιεξόδου, με ορθή επισήμανση της ευρωπαϊκής δυστοκίας, με ορθές επισημάνσεις για την παθογένεια που γεννά η εγχώρια διαπλοκή. Αλλά χωρίς συγκεκριμένες προτάσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίστηκε μαχητικός και με αυτοπεποίθηση, αλλά περισότερο ως οξύς παρατηρητής και ως σκληρά αντιπολιτευόμενος διαχειριστής με αίτημα πολιτικής εναλλαγής· όχι όμως ως φορέας εξουσίας έτοιμος να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας σε μια ιστορική καμπή, για να ανακόψει την πτώση και να οργανώσει τη σωτηρία.

Δεν εξετάζουμε εδώ τα τακτικά οφέλη και τις ζημίες ενός εκάστου· εξετάζουμε τις βραχυμεσοπρόθεσμες δυνατότητες της χώρας για ανάκαμψη. Ως προς τούτο, κατέστη φανερή η κόπωση του πρωθυπουργού, ο οποίος περιορίζεται να συνοψίζει ευφημιστικά ό,τι έχει επιτευχθεί στο δημοσιονομικό πεδίο, χωρίς να απευθύνεται ευθέως στους πολίτες, επειδή δεν μπορεί πλέον να υποσχεθεί πειστικά ότι δεν έρχονται κι άλλες οριζόντιες θυσίες. Είναι φανερή επίσης η δυσχερέστατη πολιτικά θέση του κ. Β. Βενιζέλου, μετέωρος καθώς βρίσκεται ανάμεσα σε μια αντιδημοφιλή κυβερνητική πολιτική και σε μια διαφαινόμενη εκλογική συντριβή. Σε παρόμοια δύσκολη θέση βρίσκεται και ο κ. Φ.Κουβέλης: ο επαμφοτερισμός του οδηγεί σε στρατηγικό αδιέξοδο.

Δυσχερής είναι όμως και η θέση του κ. Αλέξη Τσίπρα. Στο μέτρο που προβάλλει με αξιώσεις ως ο επόμενος πρωθυπουργός, θα έπρεπε ήδη να αρθρώνει άλλο λόγο: ξεκάθαρα ηγεμονικό, ενωτικό και συμπεριληπτικό, με εξειδικευμένες προτάσεις διάσωσης και ανόρθωσης, λόγο ενισχυτικό του συλλογικού φρονήματος αλλά και με σκληρές αλήθειες για τον βίο μεσοπρόθεσμα σε μια οικονομία βαριά λαβωμένη και σε δυσμενές διεθνές περιβάλλον.

Δυστυχώς, η αναμέτρηση εντός του Κοινοβουλίου μετέδωσε κόπωση, όχι μια σύγκρουση για υπέρβαση. Προς το παρόν.

Advertisements