Χρειάστηκε, δυστυχώς, το αίμα ενός αθώου για να αφυπνισθούν η πολιτεία και η κοινή γνώμη, για να αντιληφθούμε ότι ο κίνδυνος εκφασισμού του δημόσιου βίου είναι υπαρκτός και σοβαρός. Αφυπνισθήκαμε όμως; Και αν ναι, η αφύπνιση θα οδηγήσει σε αποτελεσματικό χειρισμό του κινδύνου;

Η αντιμετώπιση του νεοναζιστικού φαινομένου δεν μπορεί να είναι μονομερώς ποινική ή πολιτική. Απαιτούνται και οι δύο απαντήσεις συγχρόνως και συμπληρωματικά: Οι εγκληματικές πράξεις αντιμετωπίζονται ως τέτοιες, βάσει των υπαρχόντων νόμων, και οι ιδέες, όσες και όπως υπάρχουν, αντιμετωπίζονται πολιτικά, με ιδέες και επιχειρήματα, με αποκάλυψη των ψεμάτων, με αντιπαράθεση των ευγενέστερων ιδεών της δημοκρατίας.

Οι προς αντιμετώπιση ιδέες μπορεί να είναι ιδέες μίσους, θανατολατρίας, τυραννίας, δεν παύουν όμως να είναι ιδέες, και σαν τέτοιες πρέπει να απαντιούνται, με ιδέες. Οχι με προληπτικές απαγορεύσεις, με δίκες προθέσεων, όχι με τα όπλα του τυραννικού και ολοκληρωτικού αντιπάλου, διότι τότε θα είσαι ίδιος με τον σκοτεινό αντίπαλο, δεν θα είσαι ο εαυτός σου. Νόμοι υπάρχουν αρκετοί.

Αλλωστε, η ίδια η συνεπής εφαρμογή των νόμων, προκειμένου να προσδιοριστούν και να τιμωρηθούν οι εγκληματικές πράξεις, είναι έργο διδακτικό, με ιδεολογική σημασία και πολιτικό αποτέλεσμα. Οταν οι εθνοκάπηλοι καταδεικνύονται ως ιδιοτελείς εγκληματίες, με ταπεινά ελατήρια και μεθόδους εκτός δικαιικού πολιτισμού, το συμπέρασμα απομένει στη νοημοσύνη και την ηθική του λαού, του κρίνοντος και εντέλει κυρίαρχου υποκειμένου στη δημοκρατία.

Με αυτές τις σκέψεις οδηγούμαστε σε έναν άλλο προβληματισμό. Είναι ουδέτερο το κράτος; Είναι απλώς ένας ουδέτερος μεσολαβητής μεταξύ διαφορετικών συμφερόντων; Ή είναι εγγυητής δημοκρατικών ελευθεριών, ισότητας και δικαιωμάτων; Για τη λυσιτελή αντιμετώπιση των εχθρών της δημοκρατίας, θεσμική και πολιτική, μάς ενδιαφέρει το δημοκρατικό κράτος, ο εγγυητής των ελευθεριών. Ο οπαδός του ολοκληρωτισμού και αρνητής της δημοκρατίας προφανώς υποστηρίζει ένα κράτος που εφαρμόζει μονολιθικά το δίκαιο του ισχυρού, τη μία αλήθεια, τη μία δόξα. Αρα, στην παρούσα ιστορική συγκυρία, της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, για την αντιμετώπιση του νεοναζιστικού αρνητή της δημοκρατίας, το κράτος δεν μπορεί να είναι ουδέτερος παρατηρητής και διαμεσολαβητής, οφείλει να εγγυάται και να προασπίζει έργω τις δημοκρατικές ελευθερίες και αξίες. Πρακτικά, αυτό θα μπορούσε να εκφραστεί ως εξής: η δημοκρατία δεν μπορεί να επιτρέψει στους αρνητές της να κάνουν τις ιδέες τους πράξεις.

Τούτων λεχθέντων, και με δεδομένη την πλημμύρα πληροφοριών, φημών, γεγονότων, με δεδομένη τη συνθήκη ανάγκης, πενίας και φόβου, που έχει επιφέρει η κρίση, μένει ένας ακόμη προβληματισμός: Μπορούν να φέρουν εις πέρας τούτο το λεπτό και επίπονο έργο οι παρόντες φορείς εξουσίας του δημοκρατικού κράτους; Διαθέτουν το ηθικό έρμα, την πολιτική ευφυΐα και το αίσθημα ιστορικής ευθύνης, για να αντιμετωπίσουν τη νεοναζιστική απειλή νικηφόρα, αλλά και χωρίς να βλάψουν την ουσία της δημοκρατίας, τις θεμελιώδεις ελευθερίες και την πίστη των πολιτών προς αυτές;

Σε αυτό το ακανθώδες ερώτημα, στο ποιος δίνει τη μάχη της δημοκρατίας και της ελευθερίας, οφείλει να απαντήσει σύσσωμη η πολιτική κοινωνία, όλοι οι πολίτες: Και οι αγωνιώντες δημοκράτες, και οι πλανημένοι ψηφοφόροι των νεοναζί, και οι αντιφασίστες του καφενείου, και οι αριστεροί του καναπέ, και οι καιροσκόποι απολιτίκ, και οι α λα καρτ φιλελεύθεροι. Ολοι μας. Κανείς δεν θα σώσει τη δημοκρατία για λογαριασμό μας.

Advertisements