kkmoiris

Οι Ελληνες κρατάνε την ανάσα τους. Αναπνέουν ήρεμα, υπόκωφα, κρατάνε δυνάμεις για το άδηλο απειλητικό φθινόπωρο, για τον σκοτεινό χειμώνα. Δυο-τρία μπάνια, ολιγοήμερα αγκυροβόλια σε χωριά και φίλους, τα παιδιά στις γιαγιάδες και στις κατασκηνώσεις, μπίρες στους λόφους, ακρόαση τζιτζικιών και παρατήρηση σελήνης.

Η φύση. Ο τόπος, σβησμένος τα περασμένα χρόνια, αυτονόητος και υποεκτιμημένος, ευτυχώς σπεύδει αρωγός: το ελληνικό καλοκαίρι αποκολλάται από τα ποιήματα των μυστών και προσγειώνεται στις ψυχές παρηγορητικό και επώδυνο. Διαυγές. Ενας φίλος συγγραφέας, o Θάνος, γύριζε νύχτα στα καταγωγικά καπνοχώραφα: «Θεωρητικά, αν μπορούσα, δεν θα γύριζα ποτέ ξανά εδώ. Όμως τόσο συκοφάντησα μέσα μου (και έξω μου) τον τόπο που γεννήθηκα, τόσο επιχειρηματολόγησα εναντίον του μέσα στα χρόνια, που στο τέλος άδειασα από λέξεις, σχεδόν βουβάθηκα. Τώρα πια επιστρέφω μόνο κάποια καλοκαίρια, σαν προσκύνημα περισσότερο παρά για διακοπές».

Εστρεψα το βλέμμα σε προσκύνημα κι είδα φωτοστεφή την Ακρόπολη, τον ναό του Ηφαίστου, το Αστεροσκοπείο, καμπαναριά, στα σκούρα εννοούντο ο Κεραμεικός κι η Αγορά, στο βάθος ο Υμηττός και τα όρη. Και παντού άνθρωποι.

Το καλοκαίρι είναι μια εποχή, δεν είναι διαρκής συνθήκη, είναι και υλικότητα εκτός από μεταφυσική. Μαζί με την παρηγοριά φέρνει και γνώση: μας κάνει να ξαναδούμε τον τόπο, τους ανθρώπους, ασυνάρτητα τοπία και αντινομίες, κακίες και λανθάνοντες θησαυρούς. Μας φέρνει στην επίνοια: ότι ο πλούτος που χάθηκε είναι πάντα μπροστά μας, και θα μας ξαναδοθεί εν ετέρα μορφή, με εργασία και σκέψη, με αλήθεια, με συμπόνια για τον ίδιο μας τον εαυτό.

Σιγαλά, χωρίς τη συνήθη αχαριστία, με μια αλλόκοτη θαυμαστή καρτερία, οι περισσότεροι Ελληνες διασχίζουν για λίγο τη χώρα, βαπτίζονται σε διάφανα νερά, βεγγερίζουν κάτω από πλατάνια και κληματαριές, με οίνο, ελαιόλαδο και οπώρες. Συγκλίνουν προς την κορύφωση του Δεκαπενταυγούστου, το Πάσχα του Καλοκαιριού. Αντλούν κουράγιο.

φωτ.: Κ.Κ. Μοίρης
Advertisements