Η Γερμανία θέλει να βλέπει την Ελλάδα σταθερή και συνετή, πιστή στο δρόμο της δημοσιονομικής προσαρμογής και των μεταρρυθμίσεων. Αυτή την εντύπωση διαχέουν τις τελευταίες ημέρες στη γερμανική και ελληνική κοινή γνώμη ο υπουργός Οικονομικών Β. Σόιμπλε και ο υπουργός Εξωτερικών Γκ. Βέστερβελε, λίγα εικοσιτετράωρα πρίν το Eurogroup αποφασίσει για την εκταμίευση της δόσης.

Προφανώς η Γερμανία επιθυμεί να στείλει μήνυμα σταθερότητας στις ανήσυχες αγορές και να διασκεδάσει τους φόβους για κυβερνητική αστάθεια στον Νότο της ευρωζώνης, καθώς επίσης και για τα σημάδια ότι τα προγράμματα λιτότητας δεν «βγαίνουν». Προφανώς η Γερμανία επιθυμεί να βαδίσει ήσυχα στις δικές της κρίσιμες εκλογές, για να αναδιατάξει τις δυνάμεις της και την πολιτική της, χωρίς απρόβλεπτα ατυχήματα έως το φθινόπωρο.

Είναι προφανές επίσης ότι η Γερμανία μόλις τώρα, τρία χρόνια μετά το ξέσπασμα της πρωτοφανούς κρίσης, αρχίζει να αφουγκράζεται τους νότιους εταίρους, μόλις τώρα αρχίζει να αντιλαμβάνεται για τα καλά ότι η εμμονή στη δημοσιονομική πειθαρχία δεν μπορεί να συνιστά θεραπεία. Μόλις τώρα αρχίζει να κατανοεί ότι το δικό της παράδειγμα προσαρμογής, με την Ατζέντα 2000, δεν μπορεί να εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση, ιδίως μετά την τεράστια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και μέσα στην ασύμμετρη αρχιτεκτονική του ευρώ. Πολύ αργά.

Πίσω από τα φουσκωμένα καλά λόγια, τα μόνα ευοίωνα σημεία είναι ότι, αφενός, στην Ευρώπη ξανανοίγει δειλά η συζήτηση για έκδοση ευρωομολόγου και, αφετέρου, η εκδηλωθείσα διάθεση να στηριχτεί ένα Ελληνικό Αναπτυξιακό Ταμείο, με τη συμμετοχή της γερμανικής κρατικής τράπεζας ΚfW, στο μέτρο βεβαίως που το Ταμείο θα προικιστεί με ρευστό και θα δράσει αμέσως. Διότι τα λόγια δεν χορταίνουν. Η πραγματική οικονομία πεθαίνει κάθε μέρα και, δυστυχώς, η μεν τρόικα επιμένει στη λιτότητα, η δε ελληνική κυβέρνηση δεν έχει να προβάλει ούτε μία ιδέα για ανάπτυξη.

Advertisements