You are currently browsing the monthly archive for Ιουλίου 2013.

«Η μεταπολίτευση δεν έχει και τόσο καλή φήμη στις μέρες μας. Διανοούμενοι όλων των αποχρώσεων τη στηλιτεύουν, αναγνωρίζοντάς την ως πηγή των κακοκδαιμονιών που τυραννούν εδώ και πολύ καιρό, κι ακόμη περισσότερο σήμερα, τη χώρα: από την ισοπέδωση κριτηρίων και αξιών στην παιδεία μέχρι τη διάδοση μιας ξύλινης γλώσσας στα δημόσι απράγματα, κι από την κατάχρηση συνδικαλιστικών και πολιτικών διεκδικήσεων μέχρι τη δημοσιονομική κατάρρευση και την κρίση χρέους».

Περιγράφει ο Κώστας Λιβιεράτος, κατ’ εξοχήν τέκνο της περιόδου, οξυδερκής και εμβριθής μελετητής της «πολιτισμικής» μεταπολίτευσης είτε γράφοντας αυτόνομα είτε αναλύοντας το έργο του φίλου του Χρήστου Βακαλόπουλου. Ο Βακαλόπουλος άλλωστε, μοναδικός παρατηρητής του καιρού του, καμιά εικοσαριά χρόνια νωρίτερα, είχε μιλήσει για «αυτή την παρεξήγηση που ονομάστηκε μεταπολίτευση».

Στο εκτενές μελέτημά του «Ο Χρ. Βακαλόπουλος και οι χαμένοι δρόμοι της μεταπολίτευσης», στο τελευταίο τεύχος της Νέας Εστίας, ο Λιβιεράτος τοποθετεί με ευαισθησία την όλη συζήτηση περί τέλους της μεταπολίτευσης πέραν της αυτομαστίγωσης και της στερεοτυπικής καθολικής ευθύνης. Σαν ακάματος ανασκαφέας των συλλογικών αναπαραστάσεων και των συλλογικών πρακτικών, των καθημερινών σπαραγμάτων του λαϊκού πολιτισμού και της διάσπαρτης ποπ, σαν άγρυπνος ακροατής των υπόγειων ρευμάτων της παράδοσης και της ιστορίας, ο Κ.Λ. βγαίνει τολμηρά υπεράνω της νοσταλγίας για το ροκ συγκρότημα της εφηβείας μας που διαλύθηκε, αλλά και υπεράνω της άγονης καταστροφολογίας.

Προεκτείνω τις σκέψεις του Κ.Λ., συνοδοιπόρου απ’ τα χρόνια του ’80, μέσα στο δραματικό παρόν: Η αθωότητα και η σωματική βίωση του χρόνου τέλειωσε πράγματι πολύ πριν από τη χρεοκοπία. Από τη δεκαετία του ’90 ζούμε διαρκώς αποκολλώμενοι από τη σωματικότητα και την παράδοση, διαρκώς εμβαπτιζόμενοι στη φενάκη και την απληστία, ανιστορικοί και λιμασμένοι. Χωρίς να γινόμαστε περισσότερο ηδονικοί· μάλλον, ματαιόσπουδοι θηρευτές της ατομικότητας και της υλικής πλησμονής. Χάνοντας στο δρόμο την κριτική ματιά, τη ζυγισμένη αποτίμηση, την αποσυμπιεστική ειρωνεία, την αίσθηση της φθαρτότητας. Χάνοντας τη γνώση της παράδοσης και την έγνοια για ανανέωσή της, δηλαδή, όλα όσα με κόπο και ενόραση αποτόλμησαν οι πνευματικοί προπάτορες, από τον ρομαντικό 19ο αιώνα ίσαμε τη γενιά του ’30 και τα φανερώματα του νέου λαϊκού πολιτισμού το ’60.

Ο σημίτειος εκσυγχρονισμός, ας πούμε, ένας βαλκάνιος μπλερισμός, διακηρύχθηκε σαν σπάσιμο των δεσμών με το παρελθόν της μίζερης Ελλάδας, σαν άλμα στο λαμπρό μέλλον των αγορών. Το άλμα συντελέσθηκε πράγματι, πάνω από στάδια, εργολαβίες και ιερά δισκοπότηρα χρηματιστηρίου και ευρώ· όταν πέσαμε όμως δεν υπήρχε ούτε στρώμα ούτε χώμα. Υπήρχαν τα καρφιά της ματαίωσης. Χωρίς καταγωγικό ίχνος, δίχως τη χαρά του μικρού και του τοπικού, χωρίς έγκαιρο ενοφθαλμισμό του παγκόσμιου στο μικρό μας σώμα, όταν έσπασε η πολυετής φούσκα βυθιστήκαμε διαδοχικά στην κατάπληξη, την οργή, την αυτοϋποτίμηση, τον φόβο, το μίσος. Οι πληγωμένοι και εμβρόντητοι, οι έντρομοι, αποτινάσσουν το βάρος μισώντας κάθε τι πέρα από τον πυρήνα του φόβου τους: τον διπλανό του, τον άλλο, τα ίδια τους τα σωθικά.

Ακόμη και μια ιστορική περίοδος, μια άυλη υπόσταση ποικίλως οριζομένη, όπως η μεταπολίτευση, συγκεντρώνει την καταλαλιά και το μίσος. Αν όμως ακούσουμε προσεκτικά ποιοι φωνάζουν, θα αντιληφθούμε ότι οι περισσότεροι ποτέ άλλοτε δεν φώναξαν, δεν μίλησαν, δεν άσκησαν κριτική, κατά το μακάριο παρελθόν. Σαν τους μελετηρούς επί δικτατορίας, τότε δεν ήξεραν τίποτε για το έγκλημα. Οι περισσότεροι σημερινοί τιμητές της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας, στα χρόνια της κραιπάλης εδόξαζαν λόγω και έργω τον κυνισμό του λάιφστάιλ, τον ατομικιστή άρπαγα, την αναδιανομή του Χρηματιστηρίου, τα ελληνάδικα, ανέχονταν τη διαφθορά, ήταν συγκαταβατικοί με τη γενικευμένη ξιππασιά. Οσοι, ολίγοι, μιλούσαν για την εν τω βάθει παρακμή και την πολιτισμική παράλυση, χαρακτηρίζονταν μίζεροι, κολλημένοι, μοραλίστ, γραφικοί.

Μα ακριβώς αυτοί οι κριτικοί και οι κολλημένοι, πικρότατα δικαιωμένοι τώρα, καλούνται πάλι να μιλήσουν ψύχραιμα για τα επιτεύγματα της μεταπολίτευσης και όχι μόνο για τις απώλειες και τις αμαρτίες. Μόνο όσοι διέκριναν ακόμη και μες στην ασυδοσία τα φανερώματα της ζωής και τους κόκκους αλήθειας, τολμούν να δουν το σημερινό ναυάγιο με όρους ιστορικούς και πνευματικούς, χωρίς αναθέματα και δαιμονολογία, χωρίς την εύκολη προσφυγή σε νεοφιλελεύθερους μονόδρομους ή εθνικοσοσιαλιστικά τσεκούρια.

Τα δημόσια γραπτά και τα δημόσια λόγια μένουν. Να τα αφήσουμε πίσω, ναι, οπωσδήποτε, αλλά να μη λησμονούμε.

Advertisements

kkmoiris

Οι Ελληνες κρατάνε την ανάσα τους. Αναπνέουν ήρεμα, υπόκωφα, κρατάνε δυνάμεις για το άδηλο απειλητικό φθινόπωρο, για τον σκοτεινό χειμώνα. Δυο-τρία μπάνια, ολιγοήμερα αγκυροβόλια σε χωριά και φίλους, τα παιδιά στις γιαγιάδες και στις κατασκηνώσεις, μπίρες στους λόφους, ακρόαση τζιτζικιών και παρατήρηση σελήνης.

Η φύση. Ο τόπος, σβησμένος τα περασμένα χρόνια, αυτονόητος και υποεκτιμημένος, ευτυχώς σπεύδει αρωγός: το ελληνικό καλοκαίρι αποκολλάται από τα ποιήματα των μυστών και προσγειώνεται στις ψυχές παρηγορητικό και επώδυνο. Διαυγές. Ενας φίλος συγγραφέας, o Θάνος, γύριζε νύχτα στα καταγωγικά καπνοχώραφα: «Θεωρητικά, αν μπορούσα, δεν θα γύριζα ποτέ ξανά εδώ. Όμως τόσο συκοφάντησα μέσα μου (και έξω μου) τον τόπο που γεννήθηκα, τόσο επιχειρηματολόγησα εναντίον του μέσα στα χρόνια, που στο τέλος άδειασα από λέξεις, σχεδόν βουβάθηκα. Τώρα πια επιστρέφω μόνο κάποια καλοκαίρια, σαν προσκύνημα περισσότερο παρά για διακοπές».

Εστρεψα το βλέμμα σε προσκύνημα κι είδα φωτοστεφή την Ακρόπολη, τον ναό του Ηφαίστου, το Αστεροσκοπείο, καμπαναριά, στα σκούρα εννοούντο ο Κεραμεικός κι η Αγορά, στο βάθος ο Υμηττός και τα όρη. Και παντού άνθρωποι.

Το καλοκαίρι είναι μια εποχή, δεν είναι διαρκής συνθήκη, είναι και υλικότητα εκτός από μεταφυσική. Μαζί με την παρηγοριά φέρνει και γνώση: μας κάνει να ξαναδούμε τον τόπο, τους ανθρώπους, ασυνάρτητα τοπία και αντινομίες, κακίες και λανθάνοντες θησαυρούς. Μας φέρνει στην επίνοια: ότι ο πλούτος που χάθηκε είναι πάντα μπροστά μας, και θα μας ξαναδοθεί εν ετέρα μορφή, με εργασία και σκέψη, με αλήθεια, με συμπόνια για τον ίδιο μας τον εαυτό.

Σιγαλά, χωρίς τη συνήθη αχαριστία, με μια αλλόκοτη θαυμαστή καρτερία, οι περισσότεροι Ελληνες διασχίζουν για λίγο τη χώρα, βαπτίζονται σε διάφανα νερά, βεγγερίζουν κάτω από πλατάνια και κληματαριές, με οίνο, ελαιόλαδο και οπώρες. Συγκλίνουν προς την κορύφωση του Δεκαπενταυγούστου, το Πάσχα του Καλοκαιριού. Αντλούν κουράγιο.

φωτ.: Κ.Κ. Μοίρης

H πτώση κάποτε θα τελειώσει. Το 2014 ή το 2015. Θα βρεθούμε σε κάποιο ιστορικό χαμηλό, που θα μετρηθεί τότε. Σημασία έχει λοιπόν να σκεφτόμαστε και να αποφασίζουμε τώρα, διαρκώς, μαζί φυσικά με την αδιάλειπτη φροντίδα για ανακούφιση των πληττομένων, πώς θα είναι η χώρα που φτιάχνουμε. Η κρίση, μαζί με όλα τα δεινά, έδειξε τουλάχιστον με ενάργεια τις αδυναμίες και τα κενά, στη διοίκηση, στην οικονομία, στη δημόσια σφαίρα, στον μακρόπνοο σχεδιασμό. Και η συντριβή έδειξε ότι δεν μπορούμε να πορευόμαστε πλέον με τυχαίες αναπηδήσεις και σκεδασμούς.

Η πανικόβλητη συρρίκνωση κρατικών δομών και λειτουργιών, ο βίαιος μετασχηματισμός του κοινωνικσού ιστού, η εξίσου βίαιη αναδιάρθρωση της οικονομίας μέσω της εσωτερικής υποτίμησης, όλα αυτά συμβαίνουν υπό την πίεση της χρεοκοπίας και σύμφωνα με τα μάνιουαλ των δανειστών. Οι δανειστές κάνουν σωστά τη δουλειά τους και υπηρετούν τα συμφέροντά τους. Οι Ελληνες τι κάνουν; Ποια χώρα οραματίζονται; Με ποιες δομές οικονομικές και κοινωνικές; Ποια παιδεία; Ποια συλλογική αφήγηση για το μέλλον, η οποία θα τους χωράει όλους, και θα τους κινητοποιεί;

Αυτή η έγνοια δεν φαίνεται πουθενά στις αλλεπάλληλες συρρικνώσεις, αλλαγές, αναδιαρθρώσεις και εξαρθρώσεις της δημόσιας σφαίρας που συμβαίνουν τα τελευταία τρία χρόνια. Αντιθέτως, η σπουδή, η προχειρότητα και το συχνά παράλογο των μετασχηματισμών δείχνουν ότι οι αλλεπάλληλες κυβερνήσεις εκτελούν εντολές εν πανικώ, χωρίς κανέναν μεσοπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Ξεσαβουρώνουν το πληγωμένο πλοίο, πετώντας στη θάλασσα ό,τι βρουν μπροστά τους, αδιαφορώντας για το πώς το πλοίο θα ξαναταξιδέψει, με ποια πορεία, για ποιο σκοπό.

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι ένα από τα πολλά θύματα του τυφλού ξεσαβουρώματος. Ενώ συνιστούν βασικό πυλώνα της εγχώριας οικονομίας και πηγή απασχόλησης, η μεταχείριση που τους επιφυλάσσεται θυμίζει σχέδιο εξόντωσης. Οταν η ζήτηση έχει βυθιστεί και η εικόνα της χώρας συνοψίζεται στα μυριάδες κλειστά, φαλιρισμένα μαγαζιά, και στους εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρηματίες που αδυνατούν πλέον να επιστρέψουν ΦΠΑ και να πληρώσουν ΤΕΒΕ, οποιαδήποτε καθυστέρηση ή ολιγωρία σε δρομολογημένη βοήθεια συνιστά εξόντωση. Ενα τρομακτικό παράδειγμα: η εισφορά αλληλεγγύης την οποία υποχρεώθηκαν να πληρώσουν όλοι οι φορολογούμενοι για την ανακούφιση των μικρομεσαίων επιχειρηματιών, δεν έφτασε σε αυτούς. Ποτέ.

Δεύτερο παράδειγμα. Προχθές ο Ευρωπαίος Επίτροπος Περιφερειακής Πολτικής, Γιοχάνες Χαν, μετά τη συνάντησή του με τον υπουργό Ανάπτυξης Κ. Χατζηδάκη, είπε: «Εχουμε διαθέσει σημαντικά κοινοτικά κονδύλια για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τα οποία δεν έχουν φθάσει ακόμη στο σύνολό τους στους αποδέκτες. Αντιλαμβάνομαι τι ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, αλλά τα χρήματα πρέπει να πάνε στους τελικούς αποδέκτες τους».

Δηλαδή, ο Επίτροπος ωμά και απερίφραστε είπε ότι τα κονδύλια για τις ΜΜΕ λιμνάζουν στις διαμεσολαβήτριες τράπεζες, οι οποίες κωλυσιεργούν και τα παρακρατούν για δικούς τους σκοπούς, την ώρα που η πραγματική οικονομία πεθαίνει. Ογδόντα εκατομμύρια τουλάχιστον από ένα πρόγραμμα διαφημίζει το ΕΤΕΑΝ ότι δανείζει στις ΜΜΕ με ευνοϊκούς όρους. Ποιος τα έχει δει; Οι τράπεζες ζητούν υπέρογκες εγγυήσεις ακόμη και για μικροδάνεια, εξουδετερώνοντας τον κατεπείγοντα χαρακτήρα της σωστικής ρευστότητας.

Θέλει η Ελλάδα να υπάρχουν μικρομεσαίες επιχειρήσεις που θα παράγουν πλούτο και θα προσφέρουν εργασία; Δεν ξέρουμε. Οϋτε ο υπουργός το ξέρει: Ο κ. Χατζηδάκης απλώς εξέφρασε την ελπίδα η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών να λειτουργήσει θετικά κ.ο.κ. Σαν διπλωματικός παρατηρητής τρίτης χώρας.

Πολύπειρος πολιτικός αναλυτής μάς έλεγε προχθές: Ποιος θα μπορούσε να πει πριν από τέσσερα-πέντε χρόνια ότι θα ερχόταν ο Γερμανός υπουργός και θα ερήμωνε προληπτικά η πρωτεύουσα, ενώ θα ερχόταν ο Αμερικανός ομόλογός του και κανείς δεν θα το έπαιρνε είδηση…

Οι διαδοχικές επισκέψεις των υπουργών Οικονομικών της Γερμανίας και των ΗΠΑ και μόνο εκ της ασύμμετρης αναναστατώσεως που προκάλεσαν στη ζωή της Αθήνας υποδεικνύουν μιαν ιστορική αλλαγή. Τα αντιαμερικανικά αισθήματα του ελληνικού λαού έχουν καμφθεί ή εκλείψει, ενώ αντιθέτως φουντώνει η δυσπιστία έναντι της Γερμανίας, συχνά και η εχθρότητα. Υπό μία έννοια, το λαϊκό αίσθημα κατοπτρίζει μια στρατηγική επιλογή της πολιτικής ηγεσίας της χώρας ― ακούσια ή εκούσια, αδιάφορο. Η χρεοκοπημένη Ελλάδα προδήλως έχει προσκολληθεί στη γερμανική σφαίρα επιροοής και έχει εναποθέσει εκεί τις τύχες της.

Μα η αδύναμη Ελλάδα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, επορεύετο πάντα υπό κηδεμονία: στον 20ό αιώνα υπό αγγλική ή αμερικανική. Γιατί να μας πειράζει η γερμανική; Στο κάτω της γραφής, οι Γερμανοί σε αυτή τη φάση βάζουν το χέρι στην τσέπη. Υπάρχουν πράγματι αναλογίες, αλλά και ουσιώδεις διαφορές. Η αμερικανική κηδεμονία μετά τον Β’ Πόλεμο, συνοδεύτηκε από πολλές παρεμβάσεις στον εγχώρια πολιτεία, συχνά και από ωμές επεμβάσεις. Εντούτοις, στην κατεστραμμένη ολοσχερώς Ελλάδα μετά τον πόλεμο, την Κατοχή και τον εμφύλιο, οι ΗΠΑ πρόσφεραν δια του Σχεδίου Μάρσαλ ουσιαστική βοήθεια, ίσως τη μεγαλύτερη αναλογικά σε ευρωπαϊκή χώρα, και βοήθεια ανιδιοτελή υπό οικονομικούς όρους. Το κέρδος των ΗΠΑ ήταν πολιτικό και γεωπολιτικό. Οι ΗΠΑ δεν επέβαλαν τα δικά τους προϊόντα και τις δικές τους επιχειρήσεις· αντιθέτως, προώθησαν τη δημιουργία εθνικής βιομηχανίας και όπου δεν υπήρχε επάρκεια, ενθάρρυναν την εισαγωγή ευρωπαϊκών αγαθών, π.χ. αυτοκινήτων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο άλλωστε, δια της αναπτύξεως, συνέβαλαν έργω στη σύμπηξη και ευόδωση της ενωμένης Ευρώπης μετά τον πόλεμο.

Τι συνδέει εκείνη την νεοκεϋνσιανή και μακράς πνοής πολιτική των ΗΠΑ, απότοκη της συμφωνίας του Bretton Woods, με την παρούσα πολιτική άγριας λιτότητας της Γερμανίας; Μάλλον τίποτε. Η Γερμανία εγγυάται τα δάνεια προς την πτωχευμένη Ελλάδα, αλλά κερδίζει πολλαπλώς από την κρίση χρέους. Επιβάλλει τη δική της ορθοδοξία, απότοκη των τραυμάτων της συνθήκης των Βερσαλιών, χωρίς να διδάσκεται από το πόσο γενναιόδωρα της συμπεριφέρθηκαν οι ΗΠΑ μετά την ολοσχερή καταστροφή του Β’ Πολέμου. Αρνείται να διορθώσει την ασύμμετρη αριχτεκτονική του ευρώ, αρνείται την αναλογική ροή πλεονασμάτων-ελλειμμάτων, αδυνατεί ή αρνείται ―που είναι το ίδιο― να κατανοήσει τις ιδιαιτερότητες των νοτίων οικονομιών και κοινωνιών. Τα θέλει όλα στα δικά της γερμανικά μέτρα.
Κατά βάθος, δεν επιθυμεί τον ηγεμονικό ρόλο που καλείται εκ των πραγμάτων να παίξει, ούτε φυσικά να καταβάλει το συνοδό τίμημα της ηγεμονίας.
Η πολιτική κουλτούρα της γερμανικής κυβερνώσας ελίτ περιορίζεται λίγο-πολύ στη λατρεία της οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος· δεν εμπεριέχει τον διπλωματικό ή δημοκρατικό πλούτο άλλων μεγάλων δυνάμεων του περασμένου αιώνα, των ΗΠΑ, της Αγγλίας, της Γαλλίας. Οι ΗΠΑ λ.χ. επιζητούσαν και την πολιτική φιλία και την πολιτιστική αποδοχή των κηδεμονευομένων. Οι Γερμανοί όχι.

Η συμπεριφορά του κ. Σόιμπλε είναι χαρακτηριστική: δημιουργεί ένα Επενδυτικό Ταμείο, με 100 εκατ. γερμανικά κεφάλαια, και 350-400 εκατ. κεφάλαια ελληνικών δικαιωμάτων, και ζητεί η Γερμανία να διευθύνει τη χρηματοδότηση των ελληνικών επιχειρήσεων. Θεωρεί τους Ελληνες ανίκανους υπηκόους. Ισως έχει δίκιο.

Η κρίση έφερε στην επιφάνεια με πρωτόγνωρη ένταση τις συγκρούσεις και τις αντιθέσεις που εμφιλοχωρούσαν πάντα στο πολιτικό σώμα, αλλά δεν ήσαν εμφανείς. Η ανισότητα στην κατανομή πλούτου, π.χ., βάθυνε: οι φτωχοί πολλαπλασιάζονται γεωμετρικά, ενόσω ο πλούτος συγκεντρώνεται σε όλο και λιγότερους. Η μεσαία τάξη αποδεκατίζεται, τα μέλη της ξεπέφτουν οικονομικά και την οικονομική καχεξία συνοδεύει η κατάρρευση του φρονήματος και η σύγχυση περί την ταυτότητα και την αυτοσυνειδησία. Οι υποτελείς τάξεις εξασθενούν όχι μόνο οικονομικά αλλά και πολιτικά: συρρικνώνονται τα κοινωνικά δικαιώματα, δυσχεραίνεται η πρόσβαση στα, ήδη μειούμενα, δημόσια αγαθά. Κυρίως όμως μένουν έρμαια σε έναν διανοητικό κυκλώνα όπου οι έννοιες και οι λέξεις σημαίνουν άλλα από ό,τι γνώριζαν οι πολίτες ώς τώρα.

Σε αυτή την κούρσα αντιστροφών και ανανοηματοδοτήσεων, ο πολίτης δεν μπορεί να λάβει βοήθεια από το λεξικό. Είναι κουρασμένος, φτωχότερος, ανασφαλής και εντελώς μόνος απέναντι σε έναν καταιγισμό νέας γλώσσας: Μεταρρυθμίσεις, ανταγωνιστικότητα, επενδύσεις, η κρίση ως ευκαιρία, αλλαγή νοοτροπίας, ατομική ευθύνη, προσαρμογή.

Το σοκ της πτώχευσης συνοδεύεται σταθερά από το σοκ των λέξεων. Η κρίση ντύνεται με λέξεις, και οι λέξεις εξηγούν και χειραγωγούν, οδηγούν σε συμπεράσματα αβίαστα με ισχύ φυσικών νόμων, οικοδομούν ένα νέο εννοιακό σύμπαν, όπου όλα έχουν μια προφανέστατη ερμηνεία, και για όλα δεν υπάρχει παρά μία μόνο εναλλακτική οδός: Η πτώση. Με την αμυδρή υπόσχεση της οψέποτε ανάστασης.

Η μεταρρύθμιση είναι η πιο πολυχρησιμοποιημένη και ταλαιπωρημένη. Την ακούμε από την εποχή του εκσυγχρονισμού των κυβερνήσεων Σημίτη, εξακολουθήσαμε να την ακούμε αμείωτα τον πρώτο καιρό των κυβερνήσεων Καραμανλή, την επανέφερε φουριόζα μεταμοντέρνα ο Γ.Α. Παπανδρέου. Είναι η καρδιά των μνημονίων, είναι το μαγικό εργαλείο και η υπόσχεση παραδείσου, το θαυματουργό ραβδί που θα αξιοποιήσει τις αναγκαίες θυσίες. Ομως αν σκαλίσεις την πρόσοψη των περισσότερων μεταρρυθμίσεων, βρίσκεις συνήθως περικοπές, φόρους, ευελφάλεια… Ωστε όταν ακούει ο συνταξιούχος ή ο υποδιπλασμένος εργαζόμενος την επαναλαμβανόμενη ‘μάντρα’ «αναγκαίες μεταρρυθμίσεις-μεταρρυθμίσεις-μεταρρυθμίσεις», ψάχνει το άδειο πορτοφόλι του να δει αν υπάρχει ακόμη.

Παρομοίως, η «ανταγωνιστικότητα» συμπαραδηλώνει μείωση κόστους εργασίας, δηλαδή μείωση μισθών, μείωση ασφαλιστικού κόστους, δηλαδή μείωση παροχών πρόνοιας, αλλά με ποιο στόχο; Ποιοι τομείς ακριβώς της ελληνικής οικονομίας θα γίνουν ανταγωνιστικοί λόγω μειωμένου εργατικού κόστους; Την περασμένη Κυριακή μιλώντας στην «Κ», ο διάσημος οικονομολόγος Τζ. Γκαλμπρέιθ επεσήμανε ότι οι δύο ισχυρότεροι παραγωγικοί τομείς της Ελλάδας δεν εξαρτώνται από τους εθνικούς μισθούς: η μεν ναυτιλία είναι εντελώς διεθνοποιημένη, ο δε τουρισμός εξαρτάται πρωτίστως από το αν έχουν χρήματα να ξοδέψουν οι ξένοι τουρίστες.

Οι επενδύσεις είναι επίσης μια αφορμή κωμικών παρεξήγησεων. Επενδύσεις, ας πούμε, βαφτίζονται οι πωλήσεις δημοσίων εταιρειών ή οικοπέδων, οι οποίες γίνονται αποκλειστικά για ταμειακούς λόγους, για να αποπληρώνεται το χρέος.

Αλλά το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την γλωσσοψυχολογία της κρίσης προσφέρουν τα νεόκοπα κλισέ «η κρίση ως ευκαιρία», «αλλαγή νοοτροπίας», «ατομική ευθύνη», τα οποία συνήθως εκφέρονται μαζί, σε συνδυασμό. Η «κρίση ως ευκαιρία» ακουγόταν πολύ στην αρχή του σοκ, και ευλόγως πολλοί άνθρωποι πίστευαν ότι μέσα από τις θυσίες και τον πόνο, τουλάχιστον θα ανανεωθεί το πολιτικό σύστημα, θα αναγεννηθεί το κράτος. Εις μάτην. Οι μόνοι που κερδίζουν από τις πολλές ευκαιρίες ενός πτωχευμένου κράτους είναι οι δικηγορικοί οίκοι, οι εταιρείες συμβούλων και τα vulture funds.

Η «αλλαγή νοοτροπίας», εν μέρει ορθώς ζητουμένη, ακούστηκε εντούτοις ως πανάκεια δια πάσαν νόσον από τα χείλη ποικίλων Κοέλιο, εντοπιζόμενη χαριτωμένα άλλοτε στην «ευνουχιστική Ελληνίδα μάνα», άλλοτε στο πρoδιαφωτιστικό και άνομο DNA και άλλοτε στη ζοφερή κληρονομιά της Φιλοκαλίας και της καθ’ ημάς Ανατολής. Ως μείγμα βουντού κοινωνιολογίας και self therapy, οι τέτοιες προσεγγίσεις έχουν το γούστο τους.

Και αποζητούν βεβαίως την τελευταία λέξη-κλειδί, την «ατομική ευθύνη». Κι εδώ, μια μερική ορθή διαπίστωση ξεγλιστράει εντέχνως από την ιστορία και την σύνθετη σχέση ατομικού-συλλογικού, αξιώνοντας να γίνει καθολική εξήγηση για κάθε πρόβλημα. Για την χρεοκοπία ευθύνονται όλοι, δηλαδή κανείς. Κακοχωνεμένος φιλελευθερισμός για τις μάζες και ταυτοχρόνως εισπήδηση στους στοχασμούς των πατέρων της εκκλησίας, όσων επάσχισαν να ορίσουν τη σχέση του κτιστού ανθρώπου με τη Θεία Πρόνοια και τις κτιστές ενέργειες ακτίστου φύσεως.

Προσαρμογή, η τελευταία λέξη. Προσαρμοζόμαστε.

Αιωρούμασταν πάνω από το λεκανοπέδιο, βλέποντας πίσω απ’ τα φώτα άγρυπνα όρη αττικά. Το μελτέμι ανακούφιζε σώματα και ψυχές κουρασμένες από την ολοήμερη δουλειά ή τη δυσοίωνη αργία. Στο τραπέζι εδέσματα και κρασιά απ’ όλη την Ελλάδα, ο καθείς έφερνε το κατιτίς του και οι μάγειρες την τέχνη τους. Λευκοτύρι σφήνα Λευκάδας, βασιλομανίταρα Γρεβενών, οι κορυφές.

Η κουβέντα γυρνούσε ανάμεσα σε προπέρσινα νησιά και παλαιές αποδράσεις, ακούγαμε με ορθάνοιχτα μάτια τον Νίκο να μας οδηγεί στη Route 66, στην λευκή έρημο του Νιού Μέξικο, τη Λουιζιάνα, όλη την Καλιφόρνια, τη Νεβάδα, το Κολοράντο, στο Μπέρκλεϊ και το LA. Σχεδόν ακούγαμε και το ράδιο στον σκαραβαίο με το καμένο κύλινδρο καθώς ο Ελληνάς μας οδηγούσε 72 ώρες άυπνος, σαν Χάντερ Τόμσον και Γκίνσμπεργκ μαζί.

Το ιουλιανό spleen οδηγεί ρωμαλέα την ασπόνδυλη κουβέντα προς τα Εκεί. Για θυμηθείτε το καλοκαίρι του 2004, σαν χθες… Για πότε πέρασε… Κι όμως έχουν περάει εννιά χρόνια, δεν είναι χθες. Ολοι θυμόντουσαν εκείνο το καλοκαίρι της μέθης. Μέσα μου άστραψε το σιγανό πρωινό της Κυριακής του Euro, στη Ρόδο, όταν όλα τα πλάσματα κρατούσαν την ανάσα τους.

Μα πιστέψατε ποτέ την ισχυρή Ελλάδα του 2004; Οχι την ισχυρή, αλλά ναι, όλοι είχαν συγκινηθεί στην τελετή ενάρξεως. Τόσο συναίσθημα, τόση αφήγηση ιστορίας, τόσο κάλλος… Τι μεσολάβησε; Μετά τη μέθη αρχίσαμε να βουλιάζουμε, λιγότερο ηδονικά, συχνά με προαισθήματα κακά, με ψυχανεμίσματα. Σαν να γλιστρούσαμε μέσα σε όνειρο.

Τι μας συνείχε τότε; Μόνο ένα ψέμα, η φενάκη; Τι μας ωθούσε; Η αυταρέσκεια; Σκέφτομαι τι θα μπορούσε να μας ενώσει πάλι, ενώπιον των ερειπίων, και όχι ενώπιον της μέθης. Ποιο ποίημα, ποιο τραγούδι, ποιο όραμα, και ποια ρητορική που θα τα περιέχει όλα αυτά αναχωνεμένα και δραστικά, θα μας σηκώσει και θα μας στήσει όρθιους στα πόδια μας; Άνδρες γαρ πόλις, και ου τείχη ουδέ νήες ανδρών κεναί: ο Νικίας ψιθυρίζει μες στη νυχτερινή αύρα.

Στέκαμε αποκαρωμένοι. Περάσαμε δια λόγου απ’ την κατεστραμμένη Κύπρο, ίδια και χειρότερη μας, και προσγειωθήκαμε στο σινεμά: στα δυο αριστουργήματα του Γαλλοκαναδού Ντενί Αρκάν, την «Πτώση της Αμερικανικής Αυτοκρατορίας» (1986) και την «Επέλαση των Βαρβάρων» (2003). Το υπαρξιακό τέλος της γενιάς των ’60s, αφενός, και το πικρότατο ιστορικό τέλος της σοσιαλδημοκρατίας και του κράτους πρόνοιας. Νιώσαμε ότι ζούμε μέσα στην τρίτη ταινία του Αρκάν, αυτή που δεν έχει γυρίσει ακόμη, μετά την επέλαση των βαρβάρων: πώς σβήνουν όλα τα φώτα που γνωρίσαμε, πώς ανατέλλει άγνωστη η νέα παγκοσμιοποιημένη ιστορία πάνω σε αρχαίους βράχους μεσογειακούς. Μετά. Εχουν περάσει οι βάρβαροι και καθόμαστε αποσβολωμένοι στις φερ φορζέ, με μισοάδειο το ποτήρι, και το μελτέμι για παρηγοριά.

συνεδριο

Οι περισσότεροι ψηφοφόροι απ’ όσους έδωσαν το ιστορικό 27% στον ΣΥΡΙΖΑ περίμεναν από το συνέδριο ένα μήνυμα συνέγερσης και ελπίδας, σκληρές αλήθειες και δεσμεύσεις επί του πρακτέου, επί του αμείλικτου πραγματικού. Αυτοί οι 1,8 εκατομμύρια εκλογείς, οι μη τυπικά αριστεροί, περίμεναν ένα ενιαίο κόμμα ευρύχωρο και ανοιχτό, εξωστρεφές, όχι για να τους χωρέσει όλους, αλλά για να τους σκεφτεί, και κυρίως για να τους ανοίξει ένα παράθυρο στο μέλλον.

Αυτό συνέβη μόνον εν μέρει. Στο συνέδριο του Φαλήρου ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να συγκροτηθεί ως ενιαίο κόμμα, με ενιαίες καταστατικές αρχές και πολιτικές θέσεις, ανέδειξε και τυπικά πρόεδρο τον de facto ηγέτη Αλέξη Τσίπρα, με απευθείας εκλογή, κήρυξε το τέλος των συνιστωσών. Είναι βήματα αυτά, σημαντικά σε άλλο, ομαλό καιρό, αλλά βήματα μάλλον δειλά υπό την παρούσα ιστορική συγκυρία, δεν είναι βήματα που οδηγούν αποφασιστικά στο ραντεβού με την ιστορία, τη μεγάλη, όχι την κομματική. Ας πούμε: Η αυτοδιάλυση των εναπομεινασών συνιστωσών πήρε πίστωση χρόνου («εύλογο διάστημα»), η απευθείας εκλογή προέδρου συνάντησε αντιστάσεις, στην εκλογή της κεντρικής επιτροπής κατέβηκαν λίστες, η εσωτερική αντιπολίτευση θεσμοθετήθηκε σαν παρουσία, παρότι οι πολιτικές της θέσεις καταψηφίστηκαν. Τέλος, ο χαρισματικός Αλέξης Τσίπρας, παρά τις υποχωρήσεις και τους ισορροπισμούς του, ή μάλλον εξαιτίας τους, εισέπραξε 20% λευκές ψήφους, μισόκαρδης αμφισβήτησης.

Το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ δεν υπερέβη ολοκληρωτικά την εσωστρέφεια. Δεν μίλησε θαρρετά και ανοιχτά στον εξωκομματικό κόσμο, στους ψηφοφόρους και συμπαθούντες, στους προσβλέποντες, δηλαδή στους πολίτες. Η περισσότερη ενέργεια των 3.800 συνέδρων αναλώθηκε στο πώς θα πλασαριστούν καλύτερα στο νέο τοπίο ενδοκομματικής εξουσίας οι διαλυόμενες φράξιες και συνιστώσες. Το κόμμα αναδύθηκε ενιαίο μεν, διστακτικά δε, με δυσπιστία προς την ισχυρή ηγεσία και τις ρεαλιστικές απαντήσεις στο εδώ και τώρα της σφοδρής κρίσης, με αποφυγή του πρωτογενούς, ρηξικέλευθου, συνθετικού λόγου για τον ταραγμένο καιρό, με καταφυγή είτε σε δοξασίες Τρίτης Διεθνούς είτε στον αμυντικό κινηματισμό των δικαιωμάτων.

Υπό μία έννοια, τα ιστορικά στελέχη του Συνασπισμού και των συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ, προέβησαν σε ξεκαθάρισμα λογαριασμών του συνομοσπονδιακού και κομμουνιστογενούς παρελθόντος, αναγκαίο ίσως, αλλά δεν τόλμησαν να ανοίξουν παράθυρα στο μέλλον, δεν εξέπληξαν. Η τέτοια προσέγγιση προδίδει μια στατική αντίληψη του ρευστού και πολυκίνδυνου παρόντος, τοπικού και γεωπολιτικού. Προδίδει μια ιδεολογική και αμυντική προσέγγιση των καινοφανών πολιτικών προβλημάτων του 2013, με τη χώρα χρεοκοπημένη στα πρόθυρα κατάρρευσης, με την Ευρώπη διαιρεμένη και αδύναμη, με τη Μεσόγειο ασταθή ή φλεγόμενη.

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πιθανόν να πρωτεύσει και να κληθεί να σχηματίσει κυβέρνηση. Για να συμβεί αυτό, πρέπει όχι μόνο να κάμψει την καχυποψία όσων δεν τον εψήφισαν πέρυσι και να κερδίσει την ανοχή ή τον σεβασμό τους, αλλά να αναπτερώσει το φρόνημα των πολλών, των φίλων, συμπαθούντων, ουδετέρων. Δηλαδή, των πληγέντων και έμφοβων Ελλήνων πολιτών. Η κυβέρνηση θα είναι κυβέρνηση όλων των Ελλήνων, όχι των αριστερών. Για να το επιτύχει αυτό, δεν αρκούν ο κομματικός πατριωτισμός και οι καλές προθέσεις, απαιτείται υπέρβαση εαυτού, απροκατάληπτη εμβάπτιση στην κοινωνία, συναίσθηση της βαριάς ιστορικής ευθύνης μες στο εργαστήρι του μέλλοντος.

Η πολιτική περιμένει έξω από την υπόγεια αρένα του συνεδρίου· εκεί όπου πάντα βρισκόταν.

jimi_hendrix

Tέτοιο καιρό, παλιά, στην αναλογική εποχή, δηλαδή πάρα πολύ παλιά, ετοιμάζαμε δυο-τρεις κασέτες για τις διακοπές. Εξηντάρες, διότι τις ενενηντάρες τις μάσαγαν τα στοιχειώδη κασετοφωνάκια. Στην εξηντάρα χωρούσαν έως είκοσι κομμάτια, μάξιμουμ, άρα η επιλογή έπρεπε να είναι πολύ προσεκτική. Ο Ιούλιος μου τα θύμισε, και η νοσταλγία ξεχείλισε, όμως, ψυχρή, συμπαγής, με άλλοτε ακριβείς ενθυμήσεις κι άλλοτε τρεμουλιαστές ανάμεσα σε χρόνους και τόπους.

Σαράντα χρόνια μετά τις πρώτες μου κασέτες, σήμερα θα έφτιαχνα δυο-τρεις, σε φόλντερ με mp3 ή ακόμη και με λίστες YouTube για να τις χαρίσω σε συνομήλικους, που τις νιώθουν ίδια ψυχρά δραματικά με μένα, στον ΚΚΜ, τον Θας, τον Γιωργο Γ., ας πούμε, αλλά και σε πολύ νεότερους, έως και στην ηλικία των γιων μου, για να πορεύονται και να ευφραίνονται.

Θα ξεκινούσα από τα πρώτα εξώφυλλα δίσκων LP που είδα στο Παραντάιζ Μυκόνου, κάμπινγκ χίππηδων, το 1973. Pink Floyd το The Dark Side of the Moon, Frank Zappa το Hot Rats, Rolling Stones το Let it Bleed. Δούλευα σερβιτόρος γενικών καθηκόντων και συχνά ξέμενα βράδια, όταν έστηναν ηχητικά κι έπαιζαν τα βαριά αμερικάνικα βινύλια. Θυμάμαι σαν τώρα το Time και το Money, το ανεπανάληπτο Peaches en Regalia με το οποίο ξεκινούσε τις εκπομπές του ο Γιάννης Πετρίδης στο Δεύτερο, το Gimme Shelter που το ακούσαμε πολύ ωραίο και από τον Πουλικάκο στο ιστορικό crazy love Ζωγράφου το 1979. Και το μελαγχολικό You Can’t Always Get What You Want.

Το φθινόπωρο του ιδίου έτους στο μικροσκοπικό κασετόφωνο Philips, το πρώτο μαζικό της εφευρέτριας του μέσου, έπαιζαν δύο κασέτες BASF, δώρο από Ελβετούς φίλους του καλοκαιριού. Περείχαν δύο ροκ ορόσημα και ένα σόουλ: Jimi Hendrix, Janis Joplin, Ike & Tina Turner. Μυητήρια τελετή στα μπλουζ, τον ηλεκτρισμό, την ψυχεδέλεια, το άπαν του ρωμαντισμού των σίξτις: κεραυνοβολημένος εισήλθα στην νεωτερικότητα της ποπ, και έκτοτε τίποτε δεν ήταν ίδιο. Συγκρατώ: Hey Joe, Purple Haze, Cry Baby, River Deep Mountain High.

Από τον χειμώνα 73-74 οι κασέτες γέμιζαν το σπίτι, ό,τι μπορούσε να βρεθεί στη στενόχωρη ελληνική αγορά. Λίγο αργότερα ήρθε ένα πορτοκαλί φορητό πικάπ Philips· πάνω του έπαιξαν ώρες χιλιάδες, δίσκοι δανεικοί φερμένοι απ’ έξω, από ναυτικούς: θυμάμαι το σοκ David Bowie και τους Genesis. Από τον Μπόουι κρατάω πρώτο το Lady Grinning Soul (She’ll come, she’ll go/ She’ll lay belief on you / Skin sweet with musky oil), που ήταν το τραγούδι της γυναίκας της ζωής μου χωρίς να το ξέρω τότε. Και από τους Genesis το I know what I like, and I like what I know ― δεν καταλάβαινα όλους τους στίχους, αλλά το ρεφρέν κάπως με εξέφρραζε.

Μετά το ’74-’75, τα ορόσημα λιγοστεύουν, αλλά δεν λείπουν. Την ώρα, ας πούμε, που μεταδίδονταν ραδιοφωνικά τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων, εγώ άκουγα The Clash και Sex Pistols σε σπίτι φίλων. Μας διέκοψαν για να μου πουν ότι πέρασα στο πανεπιστήμιο, και συνεχίσαμε. Τον πρώτο φοιτητικό χρόνο ήρθε μια άλλη epiphany: καθόμουν καλοκαίρι βράδυ στο εργένικο δώμα και το Πρώτο Πρόγραμμα είχε την εκπομπή Η Παγκοσμιότητα της Τζαζ. Σάκης Παπαδημητρίου. Η τζαζ ήταν για μένα ένα μυστήριο, ένα απρόσιτο σύμπαν, σαν τη μουσική του Βάγκνερ. Επαιξε το Africa του John Coltrane και ώσπου να τελειώσει το 16λεπτο έπος της free είχα περιπέσει σε έκσταση. Θα το έβαζα μαζί με το My Favorite Τhings σε αλλεπάλληλες εκτελέσεις.

Θα έβαζα ουρά κανα-δυο του συνομήλικου Nick Cave, το Stranger than Kindness ανυπερθέτως και το Carny από τα Φτερά του Ερωτα του Βέντερς. Και διάφορα από τη στάγδην ενηλικίωση σε όλη τη διάρκεια του ’80, έως τον δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας. Το Wild is the Wind και το Nature Boy σε όλες τις εκτελέσεις, το Suspicious Minds μόνο με τον Ελβις, ένα-δυο κοριτσίστικα μονοφωνικά του Phil Spector που τα έβαζε πάντα ο Σκορσέζε στις μαφιόζικες ηθογραφίες, to Il cielo in una Stanza της Μίνας, και κάπου ανάμεσα στα λυρικά το Δρόμοι Παλιοί, των Μίκη Θεοδωράκη – Μανώλη Αναγνωστάκη, σταθερή εμμονή από το εβδομήντα-κάτι.
Ετσι ακούστηκαν σαράντα χρόνια.

Η ανακοινωθείσα πώληση των μεγάλων εταιρειών υδάτων, ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ, εντός του τελευταίου τριμήνου του έτους, πρέπει να συνεκτιμηθεί μαζί με τις πρόσφατες δηλώσεις του Επιτρόπου Ελεύθερης Αγοράς, Μισέλ Μπαρνιέ, και τις προτροπές του απελθόντος επικεφαλής του Eurogroup, Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ.

Πριν από μερικές ημέρες ο επίτροπος Μπαρνιέ, απαντώντας στην ευρωπαϊκή οργάνωση Right2Water, δήλωσε: «Η ιδιωτικοποίηση του πόσιμου νερού δεν ήταν ποτέ στις προθέσεις της ΕΕ, δεν υπήρξε ποτέ πραγματικότητα». Η οργάνωση είχε συγκεντρώσει 1,5 εκατομμύριο υπογραφές, ζητώντας από την Ε.Ε. να μην ιδιωτικοποιήσει τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης. Ο κ. Μπαρνιέ υποσχέθηκε ότι θα εισηγηθεί να εξαιρεθεί το πόσιμο νέρο από τις ιδιωτικοποίησεις και είπε ότι αντιλαμβάνεται γιατι εξαγριώνονται οι πολίτες όταν ακούνε ότι οι υπηρεσίες ύδρευσης θα ιδιωτικοποιηθούν. Ηταν σαφής.

Ο κ. Γιουνκέρ επίσης, προ ημερών, σε δημόσια ομιλία του στην Αθήνα, ενώπιον του πρωθυπουργού και όλης της πολτικής ηγεσίας, ήταν επίσης κατηγορηματικός: «Μην πουλάτε τα νησιά σας. Είμαι υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων, αλλά τις δημόσιες επιχειρήσεις να τις πουλήσετε στην τιμή που εσείς θέλετε».

Γιατί λοιπόν η τόση σπουδή να πουληθούν τα νερά; Είναι δέσμευση του νέου μνημονίου. Ιδού το παράλογο: η τρόικα, στην οποία μετέχει η Ευρωπαϊκή Ενωση, επιβάλλει στην Ελλάδα να παραβεί την κοινοτική βούληση και την επιδιωκόμενη κοινή πολιτική. Να είναι άραγε τόσο μεγάλο το τίμημα που θα ελαφρύνει το δημόσιο χρέος; Μα υπολογίζεται σε ολίγες εκατοντάδες εκατομμύρια, τη στιγμή που η εταιρεία έχει λαμβάνειν από απλήρωτους λογαριασμούς του δημοσίου περί τα 800 εκατ. Είναι ζημιογόνος μήπως; Το 2012 είχε τζίρο 360 εκ. και αύξηση προ φόρων κερδών κατά 43,6%, στα 51 εκ. Το δε εργασιακό κόστος περικόπηκε κατά 50%.

Με δεδομένη τη διαμορφούμενη πολιτική υδάτων στην Ε.Ε., η πώληση των ΕΥΔΑΠ-ΕΥΑΘ θέτει την Ελλάδα εκτός ευρωπαϊκής τροχιάς…

Κάθε υπουργός Παιδείας, στη συνήθως βραχύχρονη θητεία του, φιλοδοξεί να κάνει μια μακρόπνοη μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης. Να γίνει Ελευθέριος Βενιζέλος ή Ε. Παπανούτσος. Συνήθως κάθε τέτοια μεταρρύθμιση ακυρώνει ή στρεβλώνει ή επικαλύπτει ή αγνοεί την προηγούμενη, η κατάσταση ισορροπεί ασταθώς για δυο-τρία χρόνια, και ύστερα έρχεται άλλος Μέγας Μεταρρυθμιστής και τα αλλάζει όλα.

Ο νυν υπουργός (και για πόσο ακόμη;) Κων. Αρβανιτόπουλος φιλοδοξεί να υπερβεί κάθε προκάτοχό του, σε προχειρότητα και ζημιές, εντός μόλις ενός έτους. Αγαπημένο θήραμα του υπουργού είναι η τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση. Μέσω του σχεδίου Αθηνά κατήργησε και συγχώνευσε δεκάδες τμήματα ΤΕΙ, εν μέρει εξυγιαίνοντας μια νοσηρή πελατειοκεντρική δομή, αλλά στην πορεία τα πελατειακά δίκτυα, οι τοπικοί πολιτικοί και άλλες δυνάμεις αναίρεσαν πολλές από τις συγχωνεύσεις, άλλες ορθώς και άλλες όχι. Οποιο ΤΕΙ είχε ισχυρό λόμπι, κέρδιζε, όποιο δεν είχε λόμπι, έκλεινε. Στο τέλος, θύμα ήταν η ανώτατη τεχνική εκπαίδευση, με περικοπή χιλιάδων σπουδαστικών θέσεων και υποβάθμιση πολλών ειδικοτήτων, όπως π.χ. οι τουριστικές. Αντιθέτως, δεν περικόπηκαν θέσεις στα ΑΕΙ· οι περίφημες σχολές διορισμού παρέμειναν λίγο-πολύ άθικτες.

Είχαμε επισημάνει τότε ότι η αναδιάρθρωση των ΑΕΙ-ΤΕΙ θα έπρεπε να έπεται, και όχι να προηγείται, ενός εθνικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης. Τουλάχιστον, να συμβαδίζει. Δυστυχώς, όχι μόνο δεν υπάρχει εθνικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης, αλλά και η εκπαίδευση, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, ταλαιπωρείται άνευ στρατηγικής και οράματος. Τα λύκεια, τα ΤΕΙ και τα πανεπιστήμια συστελλοδιαστέλλονται, μεταμορφώνονται, μετακομίζουν, καταργούνται, παιδιά και γονείς βασανίζονται και αιμορραγούν οικονομικά, και κανείς δεν γνωρίζει πού πάει, πού θα φτάσει, τι γράμματα θα μάθει, τι δουλειά θα κάνει, αν θα βρίσκει δουλειά.

Τελευταία πράξη σε ένα ασυνάρτητο έργο που δεν έχει τελειώσει ακόμη, το μεταρρυθμιστικό πλήγμα στα επαγγελματικά λύκεια (ΕΠΑΛ). H απόλυση 2.000 εκπαιδευτικών από τα ΕΠΑΛ και η κατάργηση 50 ειδικοτήτων οδηγεί αφεύκτως σε αδιέξοδο περίπου 15.000 μαθητές και τις οικογένειες τους. Οι μαθητές αυτοί, που θα πάνε το φθινόπωρο στη Β’ και στη Γ’ Λυκείου, μένουν χωρίς ειδικότητα, εφόσον ακολουθούσαν τον πολυπληθή κλάδο των επαγγελμάτων Υγεία-Πρόνοιας, τις Γραφικές Τέχνες, την Κομμωτική και την Αισθητική. Θα αναγκαστούν είτε να αλλάξουν ειδικότητα είτε να πάνε στο Γενικό Λύκειο. Είτε να συνεχίσουν σε ιδιωτικά σχολεία, με δίδακτρα 3 έως 6 χιλιάδες ευρώ.

Υποτίθεται ότι το μεταρρυθμισμένο ΕΠΑΛ θα ανακοινωθεί αργότερα· προς το παρόν καταργούνται υπάρχοντα. Φοβούμεθα όμως ότι δεν υπάρχει σχέδιο βελτίωσης, υπάρχουν μόνον βεβιασμένες δημοσιονομικές περικοπές, με θύμα τα νιάτα και τη χώρα. Σαν την ΕΡΤ: πρώτα η βίαιη κατάργηση, η απόλυση όλων, κι ύστερα βλέπουμε. Φοβόμαστε ότι η βεβιασμένη νομοθέτηση τέτοιων κατεδαφίσεων χωρίς άμεση δημιουργία νέων ελπιδοφόρων δομών, χωρίς σαφές όραμα για το ποια παιδεία και ποια χώρα επιδιώκουμε, μπορεί να οδηγεί σε ιστορικά σφάλματα με επικίνδυνες επιπτώσεις. Αυτό δείχνει η βάναυση μεταχείριση όχι μόνο του συμβολικού κεφαλαίου, όπως στην ΕΡΤ, αλλά και του πιο πολύτιμου ανθρώπινου κεφαλαίου, της νεολαίας. Με τη νεανική ανεργία στο εφιαλτικό 60% κανείς δεν νομιμοποιείται να πειραματίζεται και να αυτοσχεδιάζει.

Ο υπουργός, ως καθηγητής πολιτικής επιστήμης, ας αναλογιστεί ποιες ήταν οι πρώτες ενέργειες του Ιωάννη Καποδίστρια στο νεοσύστατο κράτος: ίδρυσε «χειροτεχνεία», τεχνικά σχολεία. Είχε ένα όραμα προκοπής για την Ελλάδα.

Η αποχώρηση της Δημοκρατικής Αριστεράς από την κυβέρνηση σήμανε αλλαγή πολιτικής του κεντροαριστερού κόμματος: παύει να αναλαμβάνει ευθύνες που δεν μπορεί να τις αντέξει ηθικά, ιδεολογικά αλλά και υλικά. Η απαγκίστρωσή του από τη διακυβέρνηση προκαλεί κλυδωνισμούς στο εσωτερικό του, αλλά ίσως αυτή η αναστάτωση οδηγήσει σε αποσαφήνιση της φυσιογνωμίας του και ουσιαστικότερη σχέση με την εκλογική του βάση, ωφέλιμη εν όψει πολλαπλών ανακατατάξεων. Αν δεν εμπλακεί σε έριδες και πόλωση, η πολιτική πείρα των στελεχών του και, ιδίως, η ιδεολογική τους συγκρότηση, θα είναι η μαγιά για ανασυγκρότηση του χαμένου σοσιαλδημοκρατικού πόλου, στην οποία μάλλον αποκλείεται πια να παίξει ρόλο το ΠΑΣΟΚ.

Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η ΔΗΜΑΡ θα πλησιάσει προς τον φυσικό της όμορο και ετεροθαλή αδελφό, τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος αυτές τις μέρες με το ιδρυτικό του συνέδριο παύει να είναι ιδιότυπη ομοσπονδία συνιστωσών και συγκροτείται ως πολυτασικό μεν, πλην ενιαίο κόμμα, με πρόεδρο μάλιστα αντλούντα ισχύ και νομιμοποίηση απευθείας από το συνέδριο. Δεν είναι λίγοι άλλωστε όσοι υποστηρίζουν ότι η ανάδυση της μεγάλης κεντροαριστεράς δεν μπορεί παρά να συνυπολογίζει σαν πυρήνα τον ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Υπό το φως αυτών των εξελίξεων, μπορούμε να πούμε ότι μόλις τώρα αρχίζει να φαίνεται ο πυρήνας μιας εναλλακτικής διακυβέρνησης. Εως τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ, εκπλαγείς από το εντυπωσιακό εκλογικό του σκορ, δεν είχε κατορθώσει να συνθέσει μια πρόταση διακυβέρνησης, αν όχι ολοκληρωμένη και τολμηρή, τουλάχιστον ρεαλιστική και πειστική. Ηταν διστακτικός διττά: και ως προς την πρόταση εξουσίας και ως προς την άντληση ζωτικότητας και ιδεών από την κοινωνία. Η οργανωτική και κυρίως η πνευματική του δομή δεν προέβλεπαν τέτοιο άλμα μεγέθυνσης, μαζί με τα συνοδά αμφίπλευρα ανοίγματα και τις αυτοϋπερβάσεις.

Το συνέδριο πιθανότατα θα τερματίσει την εσωστρέφεια του μικρού αριστερού κόμματος, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό· το νέο κόμμα πρέπει να απαντά στην κοινωνία. Ο ΣΥΡΙΖΑ προσείλκυσε ψήφους πολιτικά αστέγων και προσφύγων που εξέφραζαν ταυτοχρόνως οργή, απόγνωση, προσδοκία. Θα πρέπει να διασκεδάσει τον φόβο και την απόγνωση και να ανταποκριθεί στην προσδοκία, στην ελπίδα για παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, για κοινωνική δικαιοσύνη, για μεταρρύθμιση του κράτους: αυτά άλλωστε εμπεριέχονται ιστορικά στο πρόγραμμα και της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής αριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας. Κάποιες από τις εξυγιαντικές του πελατειακού κράτους μεταρρυθμίσεις, λ.χ., που ζητούνται από την τρόικα, θα μπορούσαν να είναι μέρος του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ· και σίγουρα μπορεί να διεκδικήσει να είναι αυτός ο κατεξοχήν φορέας αλλαγής και μεταρρυθμίσεων.

Υπό μία έννοια, πρόκειται για την παραγωγή ενός μοντέρνου ουσιώδους λαϊκισμού ανάλογου προς τον Ομπάμα του 2008, ριζικά διάφορου από το ελληνικό ’80, με αναφορές στις εθνικές, δημοκρατικές και κοινοτικές παραδόσεις, αλλά και με τολμηρές απαντήσεις στους παρόντες καταναγκασμούς της μόνιμης κρίσης και της «μη υπάρχουσας εναλλακτικής». Ναι, υπάρχει ζωή χωρίς κρίση ― αυτό.

Μπορεί να τα συλλάβει, να τα πιστέψει και να τα αναπτύξει αυτά ο νέος ΣΥΡΙΖΑ με τους όποιους συμμάχους του; Θα δούμε σύντομα, ο καιρός δεν περιμένει. Πάντως αυτά περιμένει το χειμαζόμενο πλήθος: τόλμη, ηθική ακεραιότητα, συνθέσεις, υπερβάσεις, ειλικρίνεια, παρρησία. Αυτή είναι η ιστορική πρόκληση, και η ευθύνη.

trianti

Αν γυρέψουμε να βρούμε μια παραδειγματική ιστορία σπατάλης και αστόχαστης πολιτικής, που να εμπεριέχει τα περισσότερα συμπτώματα της malaise grecque, της ελληνικής νόσου του 1990 και 2000, αρκεί ένα πέρασμα από τη Βασιλίσσης Σοφίας. Αρκεί μια ματιά στο Μέγαρο Μουσικής: καταρχάς σε ό,τι είναι ορατό και υπέργειο, στο απροσδιορίστου αρχιτεκτονικής ταυτότητας κτίριο-μνημείο με τα τεράστια μπανερ στην πρόσοψη. Ενα ογκώδες, επιβλητικό, μάλλον βλοσυρό τοπόσημο, πλάι στις καθαρές μοντερνιστικές γραμμές του Γκρόπιους επί της Αμερικανικής Πρεσβείας.

Ενα κτίριο εξωστρεφές και ενδοστρεφές ταυτόχρονα, δημόσιο και ιδιωτικό, αμφίσημο, όπως ακριβώς ήταν και το Μέγαρο ως οργανισμός. Ιδιωτικά γούστα με δημόσιο χρήμα· ανοιχτό κατ’ ανάγκην και κατά σύμβασιν, αλλά επιλεκτικό, ημίκλειστο, κατ΄ουσίαν. Το όραμα, η ενεργητικότητα και το καπρίτσιο ενός ανθρώπου, ενός ντιλετάντε, που καλλιμάχεια εσίκχαινε πάντα τα δημόσια, εκδήλως τη δημοσιότητα, κυρίως δε τον δημόσιο έλεγχο και τη λογοδοσία, πλην όμως δεν έχθαιρε το δημόσιο χρήμα, απεναντίας το θεωρούσε αυτοδικαίως κτήμα, εργαλείο και μέσο του πεφωτισμένου για την διαπαιδαγώγηση των μαζών, όπως ο ίδιος την αντιλαμβανόταν.

Το Μέγαρο, ως δοχείο όπερας και υψηλού πολιτισμού, ήταν η κλίση και η κλήση του Χρήστου Λαμπράκη, η αποστολή και το έργο του. Και χτίστηκε, στη διάρκεια πολλών δεκαετιών, για να υπηρετήσει αυτό το όραμά του. Ηταν ανιδιοτελής, κατά τεκμήριον, και αφιέρωσε όλες τις δυνάμεις και την επιρροή του για τον σκοπό του: έναν ναό για την όπερα και την κλασική μουσική.

Η Αθήνα πράγματι χρειαζόταν ένα υψηλών προδιαγραφών κτίριο για να στεγάσει τις παραστάσεις της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και τις συναυλίες της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, μεταξύ άλλων. Ωστόσο το Μέγαρο δεν σχεδιάσθηκε με τους δημόσιους καλλιτεχνικούς οργανισμούς κατά νου· στην πράξη, και παρά τη συμβατική του υποχρέωση, το Μέγαρο δεν φάνηκε ποτέ φιλόξενο ή φιλικό προς την ΕΛΣ και την ΚΟΑ. Ο Οργανισμός του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, εντελώς ανεξάρτητος και αδέσμευτος, σχεδίαζε και υλοποιούσε τη δική του πολιτική πολιτισμού, εντελώς αποκομμένη από οποιονδήποτε εθνικό σχεδιασμό και ανάγκη. Ετσι, η ΕΛΣ παρέμεινε στο νοίκι, στο ταπεινό θέατρο Ολύμπια της οδού Ακαδημίας, ενώ η ΚΟΑ έκανε πρόβες στα υπόγεια του Ωδείου Αθηνών, επίσης με νοίκι.

Η διοίκηση του Μεγάρου, παρά την απόλυτη εξάρτηση από το ελληνικό Δημόσιο για το κτιριακό του πρόγραμμα και την παχυλή ετήσια επιχορήγηση, σχεδίαζε και δρούσε ως ανεξάρτητο πριγκιπάτο. Ορθώς, μέχρι ένα σημείο: ποιος υπουργός Πολιτισμού και ποια κρατική γραφειοκρατία θα μπορούσαν να συντηρήσουν με συνέπεια και συνέχεια μια πολιτική για το Μέγαρο; Από την άλλη, η ιδιωτική διοίκηση του κρατικοδίαιτου ΟΜΜΑ επολιτεύετο βάσει των πεποιθήσεων και εντέλει του προσωπικού γούστου της, και όχι βάσει κοινώς αποδεκτών κριτηρίων και κανόνων. Καλό γούστο ομολογουμένως, και ακριβό: προσανατολισμένο κυρίως στις μετακλήσεις αστέρων και διάσημων συνόλων, και σε ολίγες πολυδάπανες παραγωγές.

Το ζενίθ του Μεγάρου συνέπεσε με τη μέθη της ισχυράς Ελλάδος και τη χρηματοπιστωτική φούσκα· σχετικά εύκολα η διοίκησή του προσείλκυσε μεγάλες χορηγίες από τις τράπεζες και τις μεγάλες εταιρείες· στην πραγματικότητα, σάρωνε τις εταιρικές χορηγίες και άφηνε ψίχουλα για όλους τους υπόλοιπους.
Είπαμε: το Μέγαρο ήταν χρήσιμο, υπό άλλους όρους λειτουργίας ενδεχομένως. Οχι όμως και η δεύτερη φάση του, η εξωφρενική κτιριακή επέκτασή του υπογείως, καμουφλαρισμένη ως συνεδριακό κέντρο για απορροφηθούν κοινοτικοί πόροι και δανεισμός από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Για να γίνει αυτή η επέκταση, με αισθητική μεταξύ ταφικού μνημείου και ξενοδοχείου του Ντουμπάι, απαιτήθηκε ένας υπέρογκος δανεισμός από το ελληνικό δημόσιο, ύψους 245 εκατ. ευρώ. Δύο διαδοχικές κυβερνήσεις της ισχυράς Ελλάδος έσπευσαν να συνδράμουν, το 2003, με φόντο τους Ολυμπιακούς,και το 2007, λίγο πριν από τη χρεοκοπία.

Σήμερα, η πτωχευμένη Ελλάς αδυνατεί να εξυπηρετήσει τα δάνεια, και το άλλοτε ευκλεές, σνομπ Μέγαρο αδυνατεί να πληρώσει μισθούς. Σήμερα η Αθήνα διαθέτει δύο μεγάλες σύγχρονες σκηνές όπερας στη Β. Σοφίας, που αδυνατεί να συντηρήσει· και σε λίγο χρόνο άλλη μία υπέρλαμπρη στο Φάληρο, με την υπογραφή Ρέντσο Πιάνο, η οποία όμως δεν δαπανά δημόσιο χρήμα.

Και τώρα; Τώρα κινδυνεύει να χαθεί όποιο συμβολικό κεφάλαιο σωρεύθηκε επί δύο δεκαετίες, και να απαξιωθεί όλο το συγκρότημα, εφόσον δεν βρεθεί ένα μοντέλο βιώσιμο και λειτουργικό, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο. Τουλάχιστον, ας διδαχθούμε πικρά για την απληστία και την ξιπασιά, ιδιωτική και δημόσια.

φωτ.: Αλεξάνδρα Τριάντη ((1896-1977)

KOUTSAFTIS

Η κατάσταση της χώρας μπορεί να γίνει ορατή σήμερα όχι μόνο από τα κλειστά μαγαζιά και τη έλλειψη ρευστότητας, αλλά κυρίως από την βαθμιαία κατάρρευση του δημόσιου χώρου. Αρκεί να σταθείς απ΄το πρωί σε μια ουρά, στην εφορία, στη ΔΕΗ, στον ΕΟΠΠΥ, για διακανονισμό οφειλής ή για ένα παραπεμπτικό. Να δεις τους εκατοντάδες εξουθενωμένους ανθρώπους, να στέκονται σε διαδρόμους, κλιμακοστάσια και πεζοδρόμια επί ώρες, να αερίζονται με έναν φάκελο, με τα χαρτιά της υπόθεσής τους, να διαπληκτίζονται μεταξύ τους και με τους λιγοστούς υπαλλήλους, να αυτολοιδορούνται, να μεψιμοιρούν, να σιχτιρίζουν, συχνότερα να σιωπούν, να βυθίζονται σε μια βουβή κατάθλιψη.

Η προϊούσα, συχνά ραγδαία, φθορά του δημόσιου χώρου εικονίζει την υλική πτώχευση, ότι οι δημόσιοι και κοινωφελείς οργανισμοί λειτουργούν οριακά, με λιγότερο προσωπικό, για πολλαπλάσιες υποθέσεις πτωχευμένων ή αναγκεμένων πολιτών· ότι τα ακτοπλοϊκά δρομολόγια είναι πολύ πιο αραιά φέτος, με πιο αργά πλοία, με στιριμωξίδι από τον Ιούνιο· ότι τα σκουπίδια σωρεύονται συχνότερα, οι δρόμοι γεμίζουν λακούβες. Παρατηρώντας τις αντιδράσεις του κόσμου, αντιλαμβάνεσαι και την ψυχική φθορά: οι άνθρωποι αισθάνονται εγκαταλειμμένοι, ότι τίποτε δεν λειτουργεί εύρυθμα, όλα έχουν ρετάρει και κινούνται στο όριο, ότι κανείς δεν νοιάζεται, ότι όλα πάνε πίσω, χαμηλά.

Η διάχυτη αίσθηση ανημπόριας και απόγνωσης μπροστά στην πρωινή ουρά που ξεχειλίζει ώς το ισόγειο και το πεζοδρόμιο, εκτείνεται διαφοριζόμενη: εκδηλώνεται με μεμψιμοιρία, με ηττοπάθεια, με ενδοβεβλημένη την ήττα ακόμη και χωρίς αγώνα, με εκπομπή μίσους προς πάσαν κατεύθυνση, με διαρκή επιθετικότητα, με μια κρούστα κατάθλιψης να καλύπτει τα πρόσωπα. Κυρίως με ολοσχερή επικράτηση της αίσθησης ότι δεν μπορούμε να ορίσουμε τη μοίρα μας, σαν ένα αόρατο χέρι να μας αρπάζει και να μας πετάει στα βράχια· οι άνθρωποι βουλιάζουν στην ετερονομία, περιμένοντας έναν ηγεμόνα, έναν σωτήρα, έναν μεσσία, να τους βγάλει από το κακό όνειρο.

Πρόκειται για αργή, πλην διαρκή, καταστροφή ανθρώπινου κεφαλαίου. Πρόκειται για το χειρότερο ίσως αποτέλεσμα της μακράς κρίσης, εικόνα βαθιάς ηθικής και πολιτικής παρακμής, σύμπτωμα νόσου της συλλογικής ψυχής και της συλλογικής βούλησης. Πώς θα επιτευχθεί ανάσχεση και εν συνεχεία ανάδυση; Παρότι δεν είναι απλώς πρακτικό πρόβλημα, μερικές πρακτικές κινήσεις της πολιτικής ηγεσίας θα μπορούσαν να σημάνουν την έναρξη κάποιας τάσης αντιστροφής. Η άμεση ενίσχυση, π.χ., των οργανισμών που δέχονται τις μεγαλύτερες πιέσεις θα ελάφραινε το κλίμα. Οι εφορίες, το ΙΚΑ, η ΔΕΗ αδειάζουν από έμπειρους υπαλλήλους. Προσωπικό λείπει κυρίως, αυτοί που έφυγαν με πρόωρη συνταξιοδότηση για να προλάβουν το εφ’ άπαξ όσο ακόμη υπάρχει. Τι βλέπουμε όμως; Η περίφημη κινητικότητα, αφού επωάσθηκε επί μακρόν, δεν εφαρμόζεται με ενίσχυση των τομέων που καταρρέουν, αλλά μεταφέροντας 4.000 δημοτικούς αστυνομικούς στην ΕΛΑΣ. Προχειρότητα και πανικόβλητες κινήσεις υπό την πίεση της τρόικας, ή σκοπούμενη ενίσχυση των δυνάμεων ασφαλείας ερήμην των κοινωνικών αναγκών; Σε κάθε περίπτωση, οι πολίτες θα συνεχίσουν να εξαθλιώνονται στις ουρές για να ρυθμίσουν οφειλές, χαράτσια, συνταγές.

Γιατί όμως δεν κάνει κάτι η κυβέρνηση, τουλάχιστον απ’ όσα μπορούν να γίνουν χωρίς οικονομικό κόστος; Η αυθόρμητη απάντηση: Δεν μπορούν και δεν θέλουν. Η αυθόρμητη απάντηση, που θα έδινε και το πλήθος στις ουρές, είναι η πλησιέστερη στην αλήθεια. Για πολλούς λόγους, οι πολιτικές ελίτ που κυβερνούν τον τόπο, με άνετες πλειοψηφίες συνήθως, έχουν φθαρεί ανεπίστρεπτα, περισσότερο κι από τους άνεργους και τους κατεστραμμένους της κρίσης. Οι ολίγες, ούτως ή άλλως, ικανότητές τους φαίνονται εντελώς ανεπαρκείς τώρα ενώπιον των ιστορικών προκλήσεων. Πέραν αυτού, νοητικά και ψυχικά είναι προσανατολισμένοι σταθερά στην αυτοαναπαραγωγή τους και στην αναπαραγωγή ενός κράτους χαμηλών προσδοκιών, υπό απόλυτο έλεγχο, εργαλείο για τις δικές τους επιδιώξεις. Δεν ξέρουν και δεν επιθυμούν κάτι άλλο.

Επιπλέον, και τούτο το χαρακτηριστικό διατρέχει εγκάρσια το πολιτικό σύστημα, δεν είναι σε θέση να επιχειρήσουν συγκλίσεις και συνθέσεις, πόσο μάλλον υπερβάσεις. Δεν είναι σε θέση να αποκριθούν στις κατεπείγουσες κλήσεις της ιστορίας. Η ενεργητικότητα και οι δυνάμεις τους όλες αναλώνονται στη διαπάλη για τη νομή της εξουσίας· μακριά από την εξουσία, η συντριπτική πλειονότητα δεν μπορεί καν να αναπνεύσει.

Στην παρούσα οριακή φάση εντούτοις το πολιτικό παίγνιο αποκτά για πρώτη φορά μετά πολλές δεκαετίες εξόχως συγκρουσιακό χαρακτήρα. Η αμβλεία πόλωση του μεταπολιτευτικού δικομματισμού συνέβαινε τελετουργικά ανά τριετία-τετραετία, με έπαθλο έναν αχανή ρευστό κεντρώο χώρο. Η δικτατορία είχε συμβάλει άλλωστε στην προσέγγιση όχι μόνο των αριστερών με τους δεξιούς αντιστασιακούς, αλλά και τη συνομιλία αστών και λαϊκών στρωμάτων πάνω στο κοινό εθνικό-δημοκρατικό πεδίο. Το σοκ της πτώχευσης και της ύφεσης εξαφάνισε την πολυτέλεια της μετριοπάθειας, της αρμονικής συνύπαρξης των τάξεων, της, έστω συμβατικής, συναίρεσης των αντιθέτων. Η πόλωση τώρα λαμβάνει άλλα χαρακτηριστικά, σχεδόν ψυχροπολεμικά. Η προφανής αιτία της μεταπτωχευτικής πόλωσης είναι η επιδίωξη ηγεμονίας· μάλλον, η διάθεση απόλυτης κυριαρχίας, με εξουθενωμένο τον αντίπαλο ― τον εχθρό, κατά Καρλ Σμιτ, έτσι όπως τίθεται από την ακροδεξιά ρητά και συνειδητά.

Κατά τούτο, η προϊούσα πόλωση υπερπηδά το παλαιό δίπολο ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, φορτίζεται με ιδεολογική σφοδρότητα και επιθέσεις σε συμβολικές μορφές όπως του Ανδρέα Παπανδρέου, επικαλείται τον εθνικό κίνδυνο και τον δυτικό προσανατολισμό, αλλά φαίνεται να αγνοεί ένα νέο χαρακτηριστικό που έφερε στην επιφάνεια η κρίση: τη βαθιά ταξικότητα. Οι διαιρέσεις πλέον δεν συμβαίνουν σε επίπεδο ιδεολογίας, οικογενειακής ή τοπικής παράδοσης, πελατειακότητας, αλλά πάνε βαθιά, στον πυρήνα των υλικών προϋποθέσων της βιοτής, και της απορρέουσας αυτοσυνείδησης. Οσοι επιδιώκουν άρα τον διχασμό με όρους ιδεολογικούς ή διαχείρισης φόβου, θα πρέπει αργά ή γρήγορα να απαντήσουν καίρια στις υλικές ανάγκες των θυμάτων της κρίσης. Και είναι πολλά τα θύματα, μπορούν να γείρουν τη ζυγαριά.

 

Φωτ.: Αγέλαστος πέτρα, still από την ταινία. Φίλιππος Κουτσαφτής, 87 min, 2000.

Η Γερμανία θέλει να βλέπει την Ελλάδα σταθερή και συνετή, πιστή στο δρόμο της δημοσιονομικής προσαρμογής και των μεταρρυθμίσεων. Αυτή την εντύπωση διαχέουν τις τελευταίες ημέρες στη γερμανική και ελληνική κοινή γνώμη ο υπουργός Οικονομικών Β. Σόιμπλε και ο υπουργός Εξωτερικών Γκ. Βέστερβελε, λίγα εικοσιτετράωρα πρίν το Eurogroup αποφασίσει για την εκταμίευση της δόσης.

Προφανώς η Γερμανία επιθυμεί να στείλει μήνυμα σταθερότητας στις ανήσυχες αγορές και να διασκεδάσει τους φόβους για κυβερνητική αστάθεια στον Νότο της ευρωζώνης, καθώς επίσης και για τα σημάδια ότι τα προγράμματα λιτότητας δεν «βγαίνουν». Προφανώς η Γερμανία επιθυμεί να βαδίσει ήσυχα στις δικές της κρίσιμες εκλογές, για να αναδιατάξει τις δυνάμεις της και την πολιτική της, χωρίς απρόβλεπτα ατυχήματα έως το φθινόπωρο.

Είναι προφανές επίσης ότι η Γερμανία μόλις τώρα, τρία χρόνια μετά το ξέσπασμα της πρωτοφανούς κρίσης, αρχίζει να αφουγκράζεται τους νότιους εταίρους, μόλις τώρα αρχίζει να αντιλαμβάνεται για τα καλά ότι η εμμονή στη δημοσιονομική πειθαρχία δεν μπορεί να συνιστά θεραπεία. Μόλις τώρα αρχίζει να κατανοεί ότι το δικό της παράδειγμα προσαρμογής, με την Ατζέντα 2000, δεν μπορεί να εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση, ιδίως μετά την τεράστια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και μέσα στην ασύμμετρη αρχιτεκτονική του ευρώ. Πολύ αργά.

Πίσω από τα φουσκωμένα καλά λόγια, τα μόνα ευοίωνα σημεία είναι ότι, αφενός, στην Ευρώπη ξανανοίγει δειλά η συζήτηση για έκδοση ευρωομολόγου και, αφετέρου, η εκδηλωθείσα διάθεση να στηριχτεί ένα Ελληνικό Αναπτυξιακό Ταμείο, με τη συμμετοχή της γερμανικής κρατικής τράπεζας ΚfW, στο μέτρο βεβαίως που το Ταμείο θα προικιστεί με ρευστό και θα δράσει αμέσως. Διότι τα λόγια δεν χορταίνουν. Η πραγματική οικονομία πεθαίνει κάθε μέρα και, δυστυχώς, η μεν τρόικα επιμένει στη λιτότητα, η δε ελληνική κυβέρνηση δεν έχει να προβάλει ούτε μία ιδέα για ανάπτυξη.

Η απειληθείσα κατάρρευση της κυβέρνησης στην Πορτογαλία, λίγες μόνο ημέρες μετά τον κλονισμό και τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης στην Ελλάδα, δείχνει ότι η έξοδος από την κρίση απέχει πολύ ακόμη στην ευρωζώνη. Και οι δύο λαοί έχουν υπομείνει καρτερικά πολλές θυσίες επί μια τριετία, η Ελλάδα μάλιστα κατέχει το πανευρωπαϊκό μαύρο ρεκόρ στην ανεργία και την ύφεση. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, και οι δύο χώρες θα βγουν από τη δανειακή ομπρέλα του Μνημονίου, αλλά δεν είναι διόλου βέβαιο ότι θα μπορούν να δανειστούν από τις αγορές. Ισως χρειαστεί ένα νέο πρόγραμμα, εκ νέου αναδιάρθρωση χρέους, νέα χρηματοδότηση με τον άλφα ή βήτα τρόπο. Η δοκιμασία θα συνεχιστεί.

Και όμως, οι πολίτες έχουν υπομείνει πολλά. Σε προχθεσινή έκθεσή της, η Eurobank αναφέρει ότι η δημοσιονομική προσαρμογή που πέτυχε η Ελλάδα είναι η μεγαλύτερη που έχει πετύχει ποτέ χώρα του ΟΟΣΑ σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο. Στην έκθεση επισημαίνεται όμως και η παρενέργεια της κολοσσιαίας προσαρμογής: η ανεργία απειλεί την κοινωνική συνοχή, καταστρέφεται φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο.

Θα προσθέταμε: απειλείται πλέον και η εύρυθμη λειτουργία της δημοκρατικής πολιτείας. Απειλείται η ουσία της ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας ελευθέρων κρατών, ο κοινός ευρωπαϊκός χώρος για ισότιμους πολίτες. Η κρίση διόγκωσε την ανισότητα με κάθε έννοια, υλική και πολιτική. Οι πληττόμενοι της κρίσης αποκλείονται σταδιακά από την εργασία, την πρόνοια, τον κοινωνικό χώρο, και αποσύρονται επίσης, εκόντες άκοντες, από το πεδίο της δημοκρατίας. Αποσύρονται στη σιωπή ή στις κραυγές της μνησικακίας και του μίσους.

Πίσω από τους καλούς αριθμούς της δημοσιονομικής προσαρμογής και τους κακούς αριθμούς της ανεργίας βρίσκονται άνθρωποι. Οι άνθρωποι συνιστούν τις πόλεις, τα δημοκρατικά κράτη. Οι αποκλεισμένοι και δυστυχούντες άνθρωποι συνιστούν δυστυχή κράτη, δυστυχείς δημοκρατίες. Αυτή η ιστορική δυστυχία δεν αντιμετωπίζεται με ευχές αριθμών και ξόρκια από μάνιουαλ, με μάντρα και μονολόγιστες προσευχές: μεταρρυθμίσεις, μεταρρυθμίσεις, λιτότητα, λιτότητα, ανταγωνιστικότητα, ανταγωνιστικότητα. Ποιες μεταρρυθμίσεις, για ποιους; Πόση λιτότητα και από ποιους; Ανταγωνιστικοί έναντι ποίων, με ποιο τίμημα, για ποιο σκοπό;

Οι άνθρωποι δεν ζουν με ευχές, ζητούν εργασία, πραγματική οικονομία, περίθαλψη, αξιοπρέπεια, κι ένα τόσο δα δικαίωμα στο όνειρο για τα παιδιά τους. Δεν τα λαμβάνουν· δέχονται υποσχέσεις εναλλάξ με ενοχοποίηση και φόβο. Ζητούν ειρήνη και σταθερότητα, γιατί παντού γύρω τους βλέπουν πολέμους, επαναστάσεις, εξεγέρσεις, πραξικοπήματα. Η Ελλάδα αίφνης, από μαύρο πρόβατο και παρίας της ευρωζώνης, βρέθηκε μαζί με την εξουθενωμένη Κύπρο να είναι το ανατολικότερο σταθερό άκρο του δυτικού κόσμου· στην άλλη ακτή της Μεσογείου μαίνονται πόλεμοι, κλονίζονται πολυετή καθεστώτα και κοσμοείδωλα.

Σ’ έναν κόσμο που αλλάζει με τεκτονικές μετατοπίσεις και κοινωνικούς σπασμούς, η Ευρώπη δεν έχει πια κανένα περιθώριο να αναβάλλει τις αποφάσεις και να υποκρίνεται ότι η κρίση θεραπεύεται με ημίμετρα και τιμωρητικές αγωγές. Η Ελλάδα και η Πορτογαλία κουτσά-στραβά θα βγάλουν το καλοκαίρι, ίσως και το χρόνο, ενδεχομένως να φτάσουν ώς τον Μάιο των κρίσιμων ευρωεκλογών και της τελευταίας μνημονιακής δόσης. Κατόπιν, ποιο είναι το σχέδιο;

Ε2Α_2012

Οσοι έχουν δουλειά, έχουν και θερινή άδεια. Το ελληνικό καλοκαίρι παρασύρει ήδη σώματα και πνεύματα στην δική του γλυκιά χαύνωση, χαλαρώνει τα τανυσμένα νεύρα, διοχετεύει ευφορία, ακόμη και εγκαρτέρηση και αγάπη, μια θυμόσοφη διάθεση έναντι της σκληρής ζωής. Αν ανατρέξουμε στους ποιητές και τους φιλόσοφους του μεσογειακού κόσμου, θα βρούμε περιγραφές και εξηγήσεις αυτής της ωκεάνειας αίσθησης, της διεύρυνσης των αισθήσεων και της ευρυχωρίας του πνεύματος.

Και πόσο τα χρειαζόμαστε τέτοια αισθήματα… Πώς μας γειώνουν στην ζεστή πέτρα και το δροσερό νερό, σε έναν σμαραγδένιο κολπίσκο κυκλάδος νήσου, κάτω από μια καλαμωτή με τζιτζίκια, την πιο ψηλή ώρα του μεσημεριού ή στο μυστήριο του δειλινού, κάτω από σκιερά δέντρα σε ρίζες βουνών. Ολοι οι Ελληνες και οι παρεπιδημούντες κοινωνούν αυτή την αίσθηση καλοκαιριού.

Και πόσο ανάγκη την έχουμε την καλοσύνη που σταλάζει στις φλέβες το θέρος… Πρώτα απ’ όλα μήπως και αποσυμπιεστεί η οργή, το μίσος που χύνεται από κάθε πλευρά και έχει θολώσει κρίση, νου και βλέμμα. Με τον καθένα μας να ψάχνει έναν φταίχτη απέναντι, έναν άλλο, να ψάχνει το φταίξιμο, την κύρια και πρώτη αιτία του κακού, και να ’ναι τόσος ο πυρετός που παντού γύρω ν’ αντικρίζεις κακό και φταίχτες. Η μεγαλύτερη ζημιά της κρίσης είναι η πανδημία μίσους· πίσω της φωλιάζει η ήττα, σαν βουβή φλεγμονή.

Πώς χρειαζόμαστε χρόνο, έστω τον γρήγορο χρόνο του καλοκαιριού, να μαλακώσει τις ψυχές, να διαυγάσει τις διάνοιες. Κάθε καλοκαίρι απ΄το ’09 και μετά είναι επείγον, κάθε φορά και περισσότερο, και του ’13 πιο επείγον απ’ όλα. Η κρίση είναι η μόνη σταθερά πλέον, και η κορύφωσή της διαρκής. Μία μία οι σταθερές κλονίζονται, ραγίζουνε και σπάνε· η υλική επάρκεια, η κανονικότητα του καθ΄ημέραν βίου, η μέριμνα της κοινωνίας, η προστασία της οικογένειας, η πολιτεία η ίδια κλονισμένη κι αυτή.

Ο πιο ανησυχητικός κλονισμός: ο ηθικός κλονισμός και ο κλονισμός της δημοκρατίας ως ροής· η εγκαθίδρυση της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης ως κανονικότητας, η κατάσταση εξαίρεσης ως διαρκής συνθήκη βίου. Καλοκαίρι ’10: χρεοκοπία και μνημόνιο. Καλοκαίρι ’11: πλατείες και διαδηλώσεις. Καλοκαίρι ’12: εκλογές και νέα γεωγραφία, χωρίς ορατή ανάκαμψη. Καλοκαίρι ’13: εξωγενές ατύχημα Κύπρου, ενδογενές ατύχημα ΕΡΤ, η ανάκαμψη μακραίνει ακόμη.

Προσβλέπουμε λοιπόν στο χρόνο του καλοκαιριού: για ανακούφιση των κατάκοπων νεύρων και για νοητική ανασύνταξη. Καταφυγή στο φως και τη θάλασσα, μακριά από την κουρασμένη ασήκωτη πόλη, απ’ τα μελαγχολικά πρωινά και τις πυρετικές νύχτες. Με τα ελάχιστα ― και θα γυρίσουμε πλήρεις, άνευ μίσους. Κρατώντας ένα φτενό κλειδάκι, κληρονομιά του Οδυσσέα Ελύτη:

«Στις Κυκλάδες οι μικρές εκκλησίες αφθονούν και λάμπουν όπως τα βότσαλα. Άλλου πουθενά χριστιανοί δεν εφάνηκαν ποτέ τόσο ειδωλολάτρες. Και είναι με το μέρος τους ο Θεός».

φωτ.: Κωνσταντίνος Μάνος

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Να αλλάξει η βαθιά νοοτροπία διαφθοράς που διέπει τη δραστηριότητα γύρω από τη δόμηση -η ομιλία μου στην Ολομέλεια xydakis.gr/?p=9938 17 hours ago
  • Έχουμε το ανθρώπινο δυναμικό, τον τόπο, το κλίμα, παραγωγική βάση, ας κοιτάξουμε μπροστά-στην «Πρώτη Είδηση» το πρωί xydakis.gr/?p=9932 19 hours ago
  • Η αυθαίρετη δόμηση στο παρελθόν έγινε ανεκτή -αν δεν προστατεύθηκε κιόλας- αφήνοντας αρνητικό αποτύπωμα στη φύση, την οικονομία & νοοτροπία 19 hours ago
  • Τώρα στην Ολομέλεια: Οι στρατηγικές κινήσεις απαιτούν χρόνια να ωριμάσουν, το άνοιγμα στην Κίνα ξεκίνησε δέκα έτη πριν και αποδίδει σήμερα 19 hours ago
  • Πριν από λίγο στο Ράδιο Κρήτη 9,84 και τον Γιώργο Σαχίνη για τα μακροχρόνια οφέλη της επίσκεψης του ΠΘ στις ΗΠΑ crete-news.gr/%CE%BD%CE%BE%C… 20 hours ago
  • Η βόμβα διασποράς που κατακερματίζει το πολιτικό σκηνικό κυοφορείτο χρόνια πριν, από τα χρόνια της ευφορίας... xydakis.gr/?p=9927 20 hours ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 989,826 hits
Αρέσει σε %d bloggers: