Η χθεσινή πολύωρη σύσκεψη των τριών πολιτικών αρχηγών επαναβεβαίωσε τις φυγόκεντρες τάσεις εντός της κυβέρνησης, οι οποίες ελάνθαναν και φανερώθηκαν με το βίαιο κλείσιμο της ΕΡΤ. Η ρήξη απεφεύχθη προσώρας, τουλάχιστον έως την Τετάρτη που θα ξανασυναντηθούν.

Η δελφική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας βοηθά σε αυτή τη φάση να μην αναδειχθεί κανείς νικητής και κανείς ηττημένος, εκτός ίσως της ΕΡΤ όπως την ξέραμε. Ο μεν πρωθυπουργός μπορεί να χρησιμοποιήσει τη δικαστική απόφαση για να διαμορφώσει μια ενδιάμεση πρόταση για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, έτσι ώστε να μην ταπεινωθεί δια της πλήρους αναδιπλώσεως, αλλά και να αφήσει περιθώρια επαναπροσέγγισης στους κυβερνητικούς εταίρους. Οι δε κ. Βενιζέλος και Κουβέλης μπορούν να συνεχίσουν να εμφανίζονται σταθεροί στις θέσεις τους, τόσο για την ΕΡΤ όσο και για τη γενικότερη λειτουργία της συγκυβέρνησης. Αρα χθες έκλεισε τον ενιαύσιο κύκλο της η τρικομματική κυβέρνηση συνεργασίας, που συγκροτήθηκε τπν περασμένο Ιούνιο, και την Τετάρτη θα γνωρίζουμε είτε το νέο κυβερνητικό σχήμα είτε τη νέα εκλογική περιπέτεια.

Τόσο απλά; Οχι βέβαια. Ο σφοδρός αιφνιδιασμός του κ. Σαμαρά, την περασμένη εβδομάδα, ανέτρεψε την ούτως ή άλλως ασταθή ενδοκυβερνητική ισορροπία και ό,τι κι αν συμβεί εφεξής το τραύμα της ρήξης θα είναι ορατό. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει, ακόμη και τεχνικά, πόσο μάλλον πολιτικά, το πλήθος και τη βιαιότητα των μεταρρυθμίσεων για τις οποίες έχει δεσμευθεί έναντι των δανειστών. Το ατύχημα που εφοβούντο πολλοί έως τον Ιούνιο, συνέβη· και δεν ήταν το μαύρο στην ΕΡΤ, αλλά η παταγώδης αποτυχία στο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και η εξ αυτής αμαύρωση του καλού σεναρίου, αφενός, και η χρηματοδοτική τρύπα, αφετέρου. Η δέσμευση για 2.000 απολύσεις στο δημόσιο έως τα τέλη Ιουνίου, και άλλες πολλές μέσα στο έτος, ασκεί επιπλέον πίεση σε ένα κυβερνητικό σύστημα που ήδη αναπνέει στα όριά του.

Ο κ. Σαμαράς βρίσκεται σε αδιέξοδο. Η φυγή προς τις απαιτητές μεταρρυθμίσεις απαιτεί πολιτική αυτοδυναμία, που δεν την έχει. Ταυτόχρονα, η εφαρμογή των δημοσιονομικών περικοπών του μνημονίου προκαλεί εξακολουθητικά συρρίκνωση της εθνικής οικονομίας και κοινωνικό πόνο. Ο πρωθυπουργός δεν μπορεί να εφαρμόζει επώδυνες αλλαγές χωρίς να προσφέρει μια υλική, απτή ανακούφιση, σαν αντιστάθμισμα. Ταυτόχρονα, όπως δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αγνοεί τις βουλήσεις του ξένου παράγοντος, ιδίως των δανειστών, έτσι δεν μπορεί να αγνοεί ή να περιφρονεί τους κυβερνητικούς εταίρους του. Αυτό είναι το, ασφυκτικό πράγματι, πλαίσιο τακτικών κινήσεων.

Η κατάσταση όμως είναι ακόμη πιο ασφυκτική στο μακροπολιτικό πεδίο. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι η αδυναμία συγκρότησης ενός λόγου, μιας πράξης και ενός οράματος, που να μπορούν να πείσουν, να ενώσουν και να συνεγείρουν επί μιάς ελαχίστης κοινής βάσεως τον χειμαζόμενο ελληνικό λαό, ιδίως τα τμήματά του που έχουν πληγεί καίρια από την κρίση, αλλά και όσα τμήματα απειλούνται. Η τέτοια στρατηγική και διανοητική αδυναμία διατρέχει εγκάρσια όλο το πολιτικό φάσμα, με διαφοροποιήσεις. Η χώρα διαθέτει ανθρώπινες δυνάμεις και φυσικούς πόρους, διαρκώς κερματιζόμενα, διασπαθιζόμενα, σπαταλούμενα. Η χώρα παραμένει παραπαίουσα.

Advertisements