ert

Την Τετάρτη η Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση, ηλικίας 75 ετών, ήταν τρεις μαύρες οθόνες στην τηλεόραση και βουβές συχνότητες στο ραδιόφωνο. Ενα θρυμματισμένο απεργιακό πρόγραμμα έβγαινε ψηφιακά. Η βροχή εμπόδιζε συναυλίες και άλλα υπαίθρια. Οι φίλαθλοι συνωστίζονταν στις οδογέφυρες του Φαλήρου για να δουν τον τελικό Ολυμπιακού – Παναθηναϊκού. Η ζωή συνεχιζόταν με πολλά πρόσωπα.

Αυτή τη βροχερή δυσοίωνη μέρα, ένας δεκαοκτάχρονος μου ζήτησε να του πω με δύο λόγια, τα υπέρ και τα κατά του κλεισίματος της ΕΡΤ. Πολύ περιληπτικά, με δυο λόγια ― επέμεινε. Ηταν πολύ δύσκολο, ιδίως το «πολύ περιπληπτικά». Βρήκα να πω δυο λόγια για την έννοια του δημόσιου αγαθού, ότι δηλαδή το εκπεμπόμενο υλικό της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης προσφέρεται ανταποδοτικά σε όλους τους πολίτες, αφενός. Και αφετέρου η ΕΡΤ δεν είναι μόνο το ενημερωτικό και ψυχαγωγικό της πρόγραμμα, αλλά ένας πολύπλευρος οργανισμός που περιλαμβάνει ορχήστρες, που κρατάει επαφή με τη διασπορά, που τροφοδοτεί το σημαντικότερο οπτικοακουστικό αρχείο του ελληνισμού του 20ού αιώνα. Δηλαδή, τι αρχείο; Με ρώτησε. Να, φαντάσου μια κιβωτό όπου φορτώνονται διαρκώς ενθύμια, τεκμήρια, φωτογραφίες, ταινίες, ηχογραφήσεις, οι σκέψεις και οι πράξεις των ανθρώπων, τα τραγούδια και τα ποιήματά τους, τα θέατρα, οι αθλητικοί αγώνες. Μια ζωντανή κιβωτός με φωτογραφίες του Πουλίδη, ταινίες του Ανδρέα Εμπειρίκου, το παίξιμο του Μινωτή, τον οίστρο της Λιλιπούπολης και τον Κίκι Ντιάμπολι του Κυριακούλη με τη φωνή του Λευτέρη Βογιατζή.

Ο δεκαοκτάχρονος έδειξε ικανοποιημένος. Εγώ όχι. Εν συνεχεία, βρέθηκα σε παρομοίως δύσκολη θέση, όταν συνάδελφοι από ξένα ειδησεογραφικά δίκτυα ζητούσαν δυο λόγια για το τι ακριβώς συμβαίνει στη χώρα. Δεν μπορούσα να χωρέσω σε ένα-δύο λεπτά on camera ό,τι στροβιλιζόταν στο κεφάλι μου επί τρία-τέσσερα χρόνια. Αντιλήφθηκα ότι δεν είχα τρόπο ικανοποιητικό για μένα, να συνοψίσω τι συνέβαινε και γιατί. Αισθάνθηκα την κόπωση σχεδόν τεσσάρων ετών γεμάτων με περιγραφές, εξηγήσεις και σενάρια· με εκρήξεις ανησυχίας, με βυθίσεις στην απαισιοδοξία, με διαδοχικές ανακάμψεις και παραιτήσεις.

Προσγείωση στο συγκεκριμένο, πάλι να καταλάβουμε. Η ΕΡΤ με όλες τις αμαρτίες και τις αδυναμίες της, με τις αδράνειες και τους συντεχνιασμούς της, δεν είναι μια οποιαδήποτε ΔΕΚΟ· είναι ένας οργανισμός με μεγάλο συμβολικό φορτίο, σαν την Εθνική Βιβλιοθήκη, υπό αναλογία. Δεν κλείνει, δεν σβήνει. Μένει αναμμένη, ακόμη και θαμπή, αδύναμη, να τρεμοσβήνει, έως ότου αναταχθεί και αναμορφωθεί, βαθιά ριζικά, χειρουργικά. Αλλά κάτι τέτοιο απαιτεί δουλειά, επιμονή, μέθοδο. Σκέψη. Οραμα.

Ο αιφνιδίως φιμωμένος Τσοπανάκος με έστελνε στο πεδίο του συμβολικού. Η γενίκευση περί «αμαρτωλής ΕΡΤ» μου θύμιζε μια άλλη χυδαία γενίκευση περί «διεφθαρμένης χώρας», σε πρόσφατη κρίσιμη ώρα, πάλι από χείλη πρωθυπουργού, που δεν άντεξε την ιστορική ευθύνη και γύρεψε έναν φταίχτη έξω από τον ίδιο. Και τότε, όπως και τώρα, ηγέτες που δεν έχουν αίσθηση του συμβολικού και της ιστορικότητας, στις χειρονομίες, στους λόγους, στα εκπεμπόμενα σήματα. Ηγέτες που προσέρχονται στον δημόσιο χώρο και τα δημόσια αγαθά σαν προνομιακοί και υπεράνω λογοδοσίας ιδιοκτήτες, και όχι σαν πρόσκαιροι διαχειριστές με βαριά ευθύνη συνέχειας.

Αυτή η ελαφρότης και η αδυναμία διάκρισης με τρόμαζε περισσότερο απ’ όλα, διότι με οδηγούσε να σκεφτώ ότι αυτοί οι ηγέτες μένουν ανέπαφοι από τη δραματικότητα των περιστάσεων, δεν νιώθουν το ιστορικό βάρος σαν τραγικοί πρωταγωνιστές, αλλά σαν παίκτες σε ένα συνηθισμένο παίγνιο τακτικών κινήσεων και πληγμάτων. Ωσάν η χώρα να βρίσκεται ακόμη στον αφρό της ευφορίας του 2004. Σάν να μην έχει περάσει απ’ τη σπονδυλική μας στήλη το υλικό άχθος της πτώχευσης και μιας ψυχικής ήττας.

Η κακομεταχείριση των συμβόλων είναι κακομεταχείριση της συλλογικής ψυχής που αναγνωρίζεται σε αυτά, που αντλεί από αυτά, που βρίσκει ριζώματα και συνέχειες, που τα προεκτείνει στον χρόνο και τα εμπλουτίζει και τ’ αλλάζει. Η βίαιη επέμβαση στα, υποβαθμισμένα έστω, σύμβολα, η υποστολή της σημαίας χάριν τακτικού αιφνιδιασμού των αντιπάλων (ποιων αντιπάλων άραγε;) μπορεί να αποβεί μοιραία, καταστροφική σε στρατηγικό βάθος. Καταστροφική όχι για τους τυχάρπαστους παίκτες που παίζουν ζάρια, αλλά για το διακύβευμά τους: μια παραπαίουσα χώρα. Και έναν ολόκληρο λαό εν συγχύσει, που εναγωνίως αναζητεί ελπίδα και τιμόνι― όχι ζαριές.

φωτ.: murplejane

Advertisements