Φίλος παντρεμένος με Γερμανίδα μου περιέγραφε πόσο αμήχανος ή και σοκαρισμένος νιώθει με τον διάχυτο αντιγερμανισμό. Ο γιος μας είναι μισός Γερμανός, είναι λοιπόν άλλος, παράξενος; αναρωτήθηκε. Απάντησε ο ίδιος: Δυστυχώς ταυτίζουμε τους Γερμανούς με τους ηγέτες τους και με τα στερεότυπα.

Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και κατά την αντίστροφη κατεύθυνση: Οι Γερμανοί κρίνουν τους Ελληνες με βάση τα στερεότυπα της μπυραρίας και τους λιβέλους του λαϊκού τύπου. Οι αμοιβαίες παρεξηγήσεις και η καχυποψία απλώνονται ανάμεσα στον Νότο και τον Βορρά, υπονομεύοντας το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, ένα πρωτότυπο εγχείρημα ιστορικών διαστάσεων. Ο μαγνήτης που τραβάει τα βέλη είναι η Γερμανία· ευλόγως: επιβάλλει προσώρας την πολιτική της βούλησή στα άλλα κράτη και ηγεμονεύει. Αυτό που φουντώνει όμως τα αντιγερμανικά αισθήματα είναι μια ορισμένη ωμότητα στις διατυπώσεις της κυβέρνησης του Βερολίνου όταν απευθύνονται σε ασθενείς εταίρους, και κυρίως το μείγμα κανονιστικής ακαμψίας, ηθικολογίας και υποκρισίας που συνθέτει τον λόγο των Γερμανών ηγετών.

Οι Γερμανοί διανοούμενοι διεθνούς εμβέλειας, όπως ο φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας και ο κοινωνιολόγος Ούλριχ Μπεκ, επισημαίνουν καίρια όχι μόνο τον επαρχιωτισμό και την αλαζονεία των συμπατριωτών τους πολιτικών, τον αντιευρωπαϊσμό τους εντέλει, αλλά και το έλλειμμα δημοκρατικής κουλτούρας στην μετά-BRD μεγάλη Γερμανία και την ανιστορική απάλειψη της ενοχής για την ιστορική ανωμαλία του ναζισμού και του Δευτέρου Πολέμου. Με παρόμοιο τρόπο έχουν ασκήσει δριμύτατη κριτική στην κυβέρνηση Μέρκελ, Σόιμπλε κ.ά., οι βετεράνοι της μεταπολεμικής BRD, ηγέτες σαν τον Χέλμουτ Σμιντ και τον συγγραφέα φίλο του Γκύντερ Γκρας· αυτοί είναι οι τελυταίοι της γενιάς που έζησε τη φρίκη του πολέμου και συμμετείχαν στην ανοικοδόμηση όχι μόνο της χώρας αλλά και της πρώτης δημοκρατίας με διάρκεια και σφρίγος.

Επανέρχομαι στην αγωνία του φίλου με τον Ελληνογερμανό γιο. Η πρόκληση είναι αμφίδρομη: πώς θα καταλάβουμε εμείς τους Γερμανούς και πως αυτοί θα καταλάβουν εμάς. Δυστυχώς η σφοδρή κρίση, οικονομική και πολιτική, εξουδετερώνει γοργά τους πολλούς και επίπονους δεσμούς αλληλοκατανόησης και προσέγγισης που κατορθώθηκαν μεταπολεμικά, στη μακρά διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ισως επειδή η κρίση απεκάλυψε ότι οι δεσμοί ήσαν κυρίως οικονομικοί, τεχνοκρατικοί και νομοκανονιστικοί, χωρίς την αναγκαία εμβάθυνση στην πολιτική και τον πολιτισμό. Ισως επειδή η σύγκλιση και η αλληλεγγύη, η έως πρόσφατα κυρίαρχη ρητορική της Ε.Ε., δεν υπερπήδησε ποτέ βαθιά ριζωμένες, καλυμμένες, αντιλήψεις αποικιοκρατίας και προκαταλήψεις οριενταλισμού. Ισως επειδή υποτιμήθηκαν τα φαντάσματα του ναζισμού και του φασισμού, και εξορκίστηκαν επιπόλαια οι μνήμες του πολέμου.

Παρ’ όλ’ αυτά: ο μισός αιώνας κοινής πορείας δεν μπορεί να πάει χαμένος. Πολύ περισσότερο που η σημερινή γεωγραφία δυνάμεων αναγκάζει τα ευρωπαϊκά κράτη να παραμείνουν κοντά, ενωμένα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, για να ανταποκριθούν στις ιστορικές προκλήσεις. Ακόμη κι αν διαλυθεί ή μετασχηματιστεί η ζώνη του κοινού νομίσματος, η Ευρωπαϊκή Ενωση θα πρέπει να βρει έναν άλλο τρόπο συνέχειας της κοινής πορείας, πολιτικά, εμπορικά, πολιτιστικά. Βέβαιο είναι ότι πρέπει να συνεχιστεί ελικρινέστερα η ανακοπείσα προσπάθεια για αλληλοκατανόηση. Και να αποδεχθούμε την συνύπαρξη με τις διαφορές μας· μας ενώνουν πολλά περισσότερα. Τα διπλής καταγωγής παιδιά μας μαρτυρούν περί της δυνατής συνύπαρξης.

Advertisements