papak

Τι σκεφτόταν ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου όταν διέγραφε τα ονόματα των συγγενών του από τη λίστα Λαγκάρντ; Εφόσον φυσικά αποδειχθεί η παραποίηση των στοιχείων, η αναρώτηση περί των κινήτρων του πρώην υπουργού θα επανέρχεται και δεν θα βρίσκει εύκολη απάντηση.

Η πρώτη απάντηση που έρχεται στον νου είναι η αλαζονία. Η υπέρμετρη, τυφλή, τοξική, αλλά και εντός της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αλαζονία. Αλαζονία φυσική ίσως, προϋπάρχουσα, αλλά στην παρούσα περίπτωση ενισχυόμενη από τη μέθη της εξουσίας και μια αίσθηση παντοδυναμίας και μη ελέγχου.
Μια εξήγηση για την αλαζονία μπορεί να αναζητηθεί στον τρόπο που ανέρχονται στο πολιτικό στερέωμα άνθρωποι σαν τον κατηγορούμενο υπουργό: σαν κομήτες. Με ελάχιστο ή και μηδαμινό πολιτικό ίχνος, χωρίς κοινωνική παρουσία, χωρίς ιδιαίτερες επιστημονικές ή επαγγελματικές διακρίσεις, απλώς με ένα αξιοπρεπές βιογραφικό σπουδών, στο οποίο περιλαμβάνονται ένα ακριβό ιδιωτικό σχολείο και μεταπτυχιακό στο LSE.

Η πολιτική άνοδος, ακόμη και στο πηδάλιο του κορυφαίου υπουργείου, οφείλεται άρα σε έναν συνδυασμό ελιγμών, δημοσίων σχέσεων, και κυρίως σε πλασάρισμα πλάι στο κατάλληλο ισχυρό πρόσωπο, την κατάλληλη στιγμή. Η τέτοια ανέλιξη, χωρίς έκθεση στην λαϊκή ετυμηγορία, χωρίς κοινωνική καμίνευση, χωρίς καν φιλτράρισμα από κομματικούς μηχανισμούς, συγκροτεί αφεύκτως μια παρα-δημοκρατική πολιτική συνείδηση: εκτός ελέγχων, άνευ νομιμοποίησης, άνευ λογοδοσίας. Αυτή είναι εν πολλοίς η περίπτωση του Γ. Παπακωνσταντίνου, έτσι όπως και ο ίδιος την έχει διατυπώσει, λ.χ. στη μακρά τηλεοπτική συνεντευξή του στον Αλέξη Παπαχελά (23 Μαίου 2011): αντλεί νομιμοποίηση μόνο από τον πρωθυπουργό, τον ηγέτη-φύλαρχο, και λογοδοτεί μόνο σε αυτόν· η Βουλή, οι δημοκρατικοί θεσμοί, ο λαός, η κοινωνία, η πατρίδα δεν προσφέρουν νομιμοποίηση ούτε βέβαια ζητούν λογοδοσία. Ιδού: «Θα κριθώ και κρίνομαι καθημερινά καταρχάς από τον Πρωθυπουργό που μου ανέθεσε αυτή τη δουλειά να τη κάνω, θα την κάνω όσο θεωρεί ότι πρέπει να την κάνω εγώ και όχι κάποιος άλλος.»

Στο ίδιο πλαίσιο, η διακυβέρνηση, οι πολιτικές αποφάσεις σε μια δραματική στιγμή, χαρακτηρίζονται απλώς «δουλειά», η οποία εκτελείται ερήμην της πολιτικής βούλησης και της ιστορίας, πάντα υπό τη σκέπη του ηγέτη: «Μου έχει ανατεθεί μια δουλειά, θα την κάνω, όσο θεωρεί ο Πρωθυπουργός, βεβαίως οι πολίτες που κρίνουν, ότι αυτή η δουλειά γίνεται σωστά. Εάν κάποια στιγμή κριθεί ότι η αξιοπιστία του συγκεκριμένου Υπουργού έχει τρωθεί, είναι μια απόφαση που θα την πάρει ο Πρωθυπουργός και κανένας άλλος.»
Η «δουλειά» λοιπόν… Αnd the Good Fellas.

Δεν υπάρχει πολιτική, αποφάσεις ιστορικής σημασίας για τις ζωές γενεών, αλλά «δουλειά» ουδέτερη, άχρωμη, αυτονομημένη από πρόσωπα, πάθη, βούληση, επιλογές· οι πράξεις του είναι σαν φυσικό φαινόμενο, αναπόδραστο, συνοψιζόμενες όλες στο δικό του ‘There is no alternative’: «Έστω ότι εγώ φεύγω αύριο το πρωί. Και λοιπόν; Θα υπάρχει μια άλλη οικονομική πολιτική; Αυτός ο οποίος θα με αντικαταστήσει, θα κάνει μια διαφορετική πολιτική;»

Δεν έπεσε και πολύ έξω. Εκτός του ότι η «δουλειά» του θα τον εξευτέλιζε τόσο.

Advertisements