You are currently browsing the monthly archive for Δεκέμβριος 2012.

The WordPress.com stats helper monkeys prepared a 2012 annual report for this blog.

Here’s an excerpt:

About 55,000 tourists visit Liechtenstein every year. This blog was viewed about 180,000 times in 2012. If it were Liechtenstein, it would take about 3 years for that many people to see it. Your blog had more visits than a small country in Europe!

Click here to see the complete report.

Yπερωκεάνιον Πατρίς

Yπερωκεάνιον Πατρίς

Στο τέταρτο ταξίδι μου στην Αμερική, αξιώθηκα να επισκεφθώ το Ελις Αϊλαντ. Στο πλοίο γιαπωνέζες ντυμένες χάι-τεκ Μπάρμπι φωτογραφίζονταν αδιάκοπα. Περιπλανηθήκαμε με δέος στις μεγάλες αίθουσες και στα φωτογραφικά τεκμήρια, φουστανελάδες με μουστάκες, εβραίοι χασιδίτες, μαντιλοδεμένες βαλκάνιες με σαλβάρια.

Περισσότερο από περιέργεια, κάθισα στον υπολογιστή να βρω στα αρχεία τα ίχνη του Ελληνα προγόνου μου, που είχε φτάσει εδώ έναν αιώνα πριν από μένα, μετανάστης και όχι περιηγητής. Τον βρήκα.

***

Την 14η Μαρτίου 1911, ο παππούς μου Γεώργιος (Γιώρης) Ξυδάκης αποβιβάστηκε από το υπερωκεάνιο ‘Πατρίς’, της Εθνικής Ατμοπλοΐας της Ελλάδος, στο Ελις Αϊλαντ της Νέας Υόρκης. Ηταν 29 ετών. Τον παρέλαβε ο αδελφός του Νικηφόρος και αναχώρησαν για το Spokane, Washington, στο Βορειοδυτικό άκρο της αμερικανικής ηπείρου. Μου τύπωσαν τη σχετική σελίδα από το κατάστιχο.

Spokane, Washington. Τι να έκανε εκεί το 1911; Τόπος για κυνηγούς και χρυσοθήρες. Πού δούλεψε, πώς ζούσε; Ορυχεία, υλοτομία, σιδηρόδρομοι; Λίγο απ’ όλα.

Δύο χρόνια αργότερα ο Γεώργιος επέστρεψε στη γενέτειρά του Μύκονο. Παντρεύτηκε την Κατερίνα Γαλάτη, καταγόμενη από οικογένεια μαστόρων του Αϊβαλιού, τάζοντάς της ότι θα την πάρει στην Αμερική. Αντ΄αυτού, ο ΓΞ αφοσιώθηκε στην καλλιέργεια των αμπελιών, στην Κούτελα, πατρογονικών από τον 17ο αιώνα, και στην αγροκτηνοτροφία στις Μεγάλες Δήλες (Ρήνεια).

Θεοσεβής και πράος, έχων στην έρημο Ρήνεια ως απογευματινή συντροφιά ένα εξημερωμένο γεράκι (τον ‟Ζουγανέλο”), έκανε έξι παιδιά και δεκάδες εγγόνια και δισέγγονα, κι έφτασε τα ενενήντα τρία, πίνοντας κρασί και καπνίζοντας μισαδάκια Εθνος άφιλτρο σε καλαμένια πίπα.

Πολλές δεκαετίες μετά το μόνον της ζωής του ταξίδιον, έλεγε στα εγγόνια του ότι όπου να ‘ναι θα ξαναπάει στην Αμερική, υπαινισσόμενος τον Αλλο Κόσμο. Τέτοια, σκοτεινή, ήταν η Νέα Γη, στην εμπειρία του. Ο αδελφός του Νικηφόρος δεν επέστρεψε ποτέ ούτε έμαθαν πότε πέθανε.

Η γιαγιά μου η γαλανομάτα μέχρι που απόθανε, στα ενενήντα εφτά της, έλεγε: Ο κύρης σας με εγέλασε και αντί να με πάει στην Αμερική, μ’ έκλεισε στο χωριό.

***

Eνας αιώνας από το πρώτο κύμα μετανάστευσης· μισός αιώνα από το δεύτερο. Η ξενιτιά έχει περιοδικότητα μισού αιώνα. Τώρα άρχισε το τρίτο κύμα.

Στα δικά μας χρόνια, για δύο γενιές περίπου, η ξενιτιά έστεκε μισοαπολιθωμένη στα δημοτικά τραγούδια, στα ρεμπέτικα του μετανάστη Κατσαρού το Μεσοπόλεμο, και στα λαϊκά του 1960. «Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο / η ξενιτιά σε χαίρεται κι εγώ ‘χω τον καημό σου / Τα ξένα τρων τα νιάτα σου, τρώνε την λεβεντιά σου», και «Μη με στέλνεις μάνα στη Αμερική / θε να μαραζώσω, να πεθάνω εκεί».

Την είχαμε απωθήσει. Μάλιστα ως μοντέρνοι και κοσμοπολίτες, χλευάζαμε τη νοσταλγία των αποδήμων, τον παλαιάς κοπής πατριωτισμό τους, το kitsch των μπρούκληδων, τα γκρίκλις της Αστόριας και της Μελβούρνης. Τους θεωρούσαμε καθυστερημένους, κολλημένους στα χρόνια της φτωχής πικρής Ελλάδας, όπως την άφησαν και μίσεψαν για να επιζήσουν. Διότι εν τω μεταξύ η χώρα αναπτύχθηκε, τόσο που οι Ελλαδίτες της ευμάρειας να πηγαίνουν στη Νέα Υόρκη για ψώνια και να τα βρίσκουν όλα φτηνά με το ισχυρό ευρώ τους. Εως πρόσφατα.

Αυτά τα πρόσφατα χρόνια οι Ελλαδίτες υποδέχονταν άλλους φτωχούς αναγκεμένους, εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες, που έπαιρναν τις βαριές δουλειές, χωρίς πράσινη κάρτα, χωρίς χαρτιά. Παράνομοι μα χρήσιμοι, όπως ο σχεδόν μυθιστορηματικός Ανδρέας Κορδοπάτης, που απεπέμφθη στα λιμάνια εισόδου και απελάθηκε και ξαναπροσπαθούσε αδιάκοπα να πάει στην Αμερική. «Ταξίδευα τριάμισι μερόνυχτα. Χωρίς φίλους, χωρίς Έλληνες να κουβεντιάζω, μόνος μου σαν σακί δεμένο» (Θανάσης Βαλτινός, Συναξάρι Ανδρέα Κορδοπάτη). Φοβισμένοι και σκοτεινοί, όπως ο Τσερκεζής στο Λος Αντζελες: «Οι φίλοι μου με ηρώτων τι είχα και διατί τόσον σκεπτικός, αφού άλλοτε όταν ευρισκόμεθα εις τας Αθήνας ήμην πάντοτε εύθυμος και διασκεδαστικός εις την παρέαν, διατί τώρα μελαγχολώ;» (Σάββας Τσερκεζής, Ημερολόγιον του βίου μου: Αρχόμενον από του 1886).

Ανά πενήντα έτη ξεριζωμός και ξαναρίζωμα. Ο φίλος ποιητής Νίκος μου απαγγέλλει Λόρκα καθώς νυχτοπερπατάμε στο Μπάτερι, και Νικόλα Κάλα στην Αστόρια· ο Στέλιος μου δείχνει πού ήταν τα ελληνικά ανθοπωλεία και τα tenements, οι εργατικές πολυκατοικίες του πρώτου κύματος· ο Βαγγέλης μου αποκαλύπτει τις ενορίες και τους μπίζνεσμεν της Φιλαντέλφια. Ριζώματα σε ντάινες και Ivy League πανεπιστήμια: το τρίτο κύμα είναι γιατροί, μηχανικοί, υπερπροσοντούχοι επήλυδες και ικέτες. Κάθε πενήντα χρόνια, το υπερωκεάνιον Πατρίς μεταφέρει ένα κύμα νοσταλγών.

Ας μη βιαστούμε να συμπεράνουμε. Η δικαστική και κοινοβουλευτική έρευνα, τώρα πια, θα δείξουν ποιοι παρανόμησαν ή απίστησαν κατά τον χειρισμό της λίστας Λαγκάρντ. Και ασφαλώς θα αποδοθούν ευθύνες. Εως τότε, ας παραμείνουμε νηφάλιοι και κριτικοί: η οργή είναι κακός σύμβουλος. Και η μνησικακία ακόμη χειρότερος.

Φυσικά δεν μπορεί να δικαιολογηθεί καμία ενδεχόμενη πλαστογραφία, απόκρυψη ή απιστία, καμία πράξη ή παράλειψη που έβλαψαν το δημόσιο συμφέρον. Ούτε πρέπει να υποτιμηθεί η παιδευτική και εκτονωτική λειτουργία των θεσμισμένων διαδικασιών προς απόδοσιν δικαιοσύνης. Αλλωστε η ιδιοτελής έκνομη συμπεριφορά ενός κορυφαίου υπουργού στο έλασσον δίνει το μέτρο της υπευθυνότητας του ανδρός και στο μείζον· το ίδιο πρόσωπο που χειρίζεται μια λίστα, με την ίδια ηθικοπνευματική συγκρότηση, χειρίζεται τις τύχες μιας χώρας και μιας-δυο γενεών. Και δεν είναι ένας ο κορυφαίος, ούτε ενός η ιδιοτέλεια και η ολιγωρία.

Αυτή είναι η μία εξήγηση: άνθρωποι μικροί σε μεγάλες θέσεις, σε μεγάλες στιγμές· που δεν λογοδοτούν σε κανέναν, παρεκτός στον εαυτό τους και σε έναν νομιμοποιό αφέντη, πρίγκιπα-ηγεμόνα ή αφανή ολιγάρχη, πάντως όχι στον λαό, στους δημοκρατικούς θεσμούς, στην ιστορία, στην έγνοια για το όλον. Η άλλη εξήγηση, χλωμή ωστόσο, θα ήταν ο ντοστογιεφσκικός ήρωας: ο ικανός ταυτοχρόνως για το υψηλό και το βδελυρό. Πολύ χλωμή.

Παρ’ όλ’ αυτά: αν δοθούμε ολόψυχα στην καταδίωξη, κινδυνεύουμε να περιπέσουμε στην υπερβολή του παλλαιού «δίκιου», και να χάσουμε το δίκιο του παρόντος και του μέλλοντος. Υπάρχει μια δυσδιάκριτη πλην κρίσιμη γραμμή μεταξύ του δίκιου και της μνησικακίας, μεταξύ της απαιτητής τάξης και του εκτονωτικού κανιβαλισμού. Οι τελετές εκδίκησης αποσυμπιέζουν προσωρινά, αλλά κατόπιν το άχθος επανέρχεται οδυνηρότερο, διότι εν τω μεταξύ ο χρόνος τρέχει αμείλικτος, η ζωή βαριοκυλάει με άλλες δεσμεύσεις και ήττες. Να μη λησμονούμε το παρελθόν, αλλά να μην ξεχνιόμαστε κιόλας από τα παρόντα.

smog_Larios

Τον φετινό χειμώνα θα τον θυμόμαστε από μια εικόνα και μια οσμή: την αιθαλομίχλη να σκεπάζει το λεκανοπέδιο και την οσμή του καμένου ξύλου. Μια έξοχη αισθητικά φωτογραφία που ανέβασε ο Γιάννης Λάριος στο Φέισμπουκ, έδειξε την Αθήνα όπως ήταν το Λονδίνο του smog, στη δεκαετία του ’50, και όπως θα ήταν την εποχή του Καρόλου Ντίκενς και του ορφανού Ολιβερ Τουίστ.

Δεν νομίζω ότι ο κ. Λάριος «πείραξε» ψηφιακά την εικόνα, διότι και άλλες παρόμοιες που ανέβηκαν τις προηγούμενες μέρες, στο ντεμπούτο της αιθαλομίχλης, παρόμοια ζοφερό έδειχναν τον ορίζοντα. Αλλωστε η οσμή καιομένου ξύλου, αισθητή σε μεγάλο μέρος του λεκανοπεδίου, ήταν πιο πειστική από την εικόνα. Σε κάθε περίπτωση, η φωτογραφία της νυκτερινής Αθήνας στεφανωμένης από το λευκό σεντόνι της αιθαλομίχλης είχε μια άγρια ομορφιά, που έθελγε και ταυτόχρονα φόβιζε. Ηταν μια εικόνα αποκαλυπτική για το τι ζούμε: τη σύγχυση και το σοκ.

Η κρίση θέρμανσης, που απασχόλησε και το ειδησεογραφικό δίκτυο Bloomberg, συμπυκνώνει με τον τρόπο του τη σύγχυση που κατατρώει την ελληνική κοινωνία. Το κράτος, χωρίς σοβαρή πρόβλεψη των οικονομικών μεγεθών, χωρίς κατανόηση των αναγκών και των δυνατοτήτων των πολιτών, φορολόγησε εκτάκτως το πετρέλαιο θέρμανσης, ανεβάζοντας την τιμή του κατά 48%. Το αποτέλεσμα: το κράτος δεν έχει εισπράξει ούτε το ένα πέμπτο των προβλεπομένων φόρων, πολλές επιχειρήσεις καυσίμων θα κλείσουν, ο αστικός πληθυσμός στα διαμερίσματα παγώνει με σβηστά καλοριφέρ, οι μαθητές στα σχολεία του Βορρά παγώνουν, οι περισσότεροι καίνε ξύλα και όλοι μαζί αναπνέουμε αιθάλη και φονικά μικροσωματίδια. Επιπλέον φουντώνει η λαθροϋλοτόμηση, όχι μόνο στην ύπαιθρο αλλά και στα περιαστικά δάση.

Αναζητώντας αναλογίες από την ιστορική εμπειρία, μόνο στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου μπορείς να βρεις κάτι παρόμοιο. Και στην ημετέρα Κατοχή. Αλλά πόσες ουσιώδεις διαφορές με το 1941-44: πόσο μεγαλύτερος ο σημερινός πληθυσμός, πόσο πιο απαιτητικός και καλομαθημένος, πόσο πιο ανέτοιμος να αντέξει τη σπάνη, πόσο ανέτοιμος ακόμη και να την αντιληφθεί για να την αντιμετωπίσει. Κυρίως: τότε παρενεβλήθη πόλεμος, ήττα, κατοχή. Τώρα; Ποιος είναι ο πόλεμος, ποιες μάχες δόθηκαν, με ποιους εχθρούς; Μήπως η πτώχευση είναι ένα είδος πολέμου; Αθόρυβος μεν, αναίμακτος ίσως, αλλά αναλόγως καταστροφικός για τις ζωές των ανθρώπων και τις προσδοκίες τους; Εξίσου καταστροφικός για το περιβάλλον και τους φυσικούς πόρους όσο και για τον εθνικό και ιδιωτικό πλούτο.

Ασφαλώς δεν είναι ίδιες οι καταστάσεις· η κατοχική εμπειρία, η φρίκη του λιμού και της ανελευθερίας ήταν μοναδική. Και ο εχθρός ήταν ορατός: ο κατακτητής. Τώρα σαν να ζούμε μια εσωτερική κατάκτηση, μια άλωση εκ των έσω: με κύρια χαρακτηριστικά τη σύγχυση και τον φόβο των ανθρώπων, την παράλυση του κράτους, και μια ενδοβεβλημένη ήττα σε πολλά επίπεδα. Ολα αυτά σχηματίζουν την ψυχική αιθαλομίχλη πάνω από τέσσερα εκατομμύρια Ελληνες: τη βλέπουμε, τη μυρίζουμε.

φωτ.: Γιάννης Λάριος
Λούλα και Τσίπρας.

Λούλα και Τσίπρας.

Η προσεκτική ανάγνωση των δημογραφικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών των εκλογέων του περασμένου καλοκαιριού (π.χ. εδώ και εδώ) και των ευρημάτων πρόσφατων δημοσκοπικών ερευνών (εδώ και εδώ) δείχνει την ελληνική κοινωνία να μετατοπίζεται μαζικά κατά την πολιτική της έκφραση, έστω και στο σχετικά περιορισμένο πλαίσιο που συνθέτουν οι υπάρχοντες κομματικοί σχηματισμοί.

Οι μετακινήσεις δεν έχουν να κάνουν μόνο με τις πολιτικές προτιμήσεις, όσο με τις ραγδαίες ανακατατάξεις στην οικονομική και κοινωνική πυραμίδα. Η ύφεση και η ανεργία δεν είναι απλώς οικονομετρικοί δείκτες, αλλά φαινόμενα που κατεξοχήν και απευθείας επηρεάζουν τις ζωές των ανθρώπων. Τα πολυπληθή στην Ελλάδα μικροαστικά στρώματα ήταν τα πρώτα που ένιωσαν στο πετσί τους τις επιπτώσεις της βαθιάς παρατεταμένης ύφεσης: καταστράφηκαν οικονομικά, κατρακύλησαν ταξικά, υποβαθμίστηκαν οι προσδοκίες τους. Οι νεόπτωχοι, άνεργοι ή ημιαπασχολούμενοι, μαζί με την εργασία και το εισόδημά τους, σε δυόμισι χρόνια έχασαν κάθε δυνατότητα παρέμβασης στο παρόν και κάθε δυνατότητα σχεδιασμού του εγγύς μέλλοντος. Αυτοί ακριβώς, οι πληγέντες και οι αισθανόμενοι προδομένοι, οι συνθέτοντες τον παραγωγικό κορμό της χώρας, μετακινούνται τώρα μαζικά στο πολιτικό φάσμα. Πού πάνε;

Η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ άφησε τα μικροαστικά στρώματα και τις παραγωγικές ηλικιακές ομάδες όχι μόνο χωρίς πολιτική στέγη, αλλά και κοινωνικά υποβαθμισμένα και ψυχικά εξαγριωμένα. Η συντριπτική πλειονότης κινείται προς τον ΣΥΡΙΖΑ: μισθωτοί ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, ελεύθεροι επαγγελματίες, νέοι, άνεργοι, και όλες οι παραγωγικές ηλικίες. Μόνο οι αγρότες και οι συνταξιούχοι, οι πιο συντηρητικές ομάδες πληθυσμού, δεν μετακινούνται πλειοψηφικά προς τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά προς τη Νέα Δημοκρατία.

Με τις παραγωγικές και κατά τεκμήριο πιο δυναμικές ομάδες να κινούνται πολιτικά εκτός των κομμάτων του κυβερνητικού τόξου, γεννάται εύλογα το ερώτημα: Ποιο εναλλακτικό κυβερνητικό σχήμα μπορεί να εκφράσει τους μετακινούμενους, και να εκπληρώσει τις προσδοκίες τους για απόκρουση της φτώχειας και στοιχειώδη αξιοπρέπεια; Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ;

Το παράδοξο είναι ότι πολλοί απ’ όσους ψήφισαν ή κλίνουν προς τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν τον θεωρούν έτοιμο να κυβερνήσει, δηλαδή να εκπληρώσει τις προσδοκίες τους. Αυτό σημαίνει δύο τινά: Πρώτον, ο περισσότερο κόσμος αντιλαμβάνεται ότι έχει συντελεστεί ήδη μια ανεπανόρθωτη καταστροφή, ότι δεν υπάρχει επιστροφή στα παλιά· άρα απαιτούνται νέα εργαλεία και ριζικά νέο πολιτικό σχέδιο.

Δεύτερον, ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει να αντιπολιτεύεται κυρίως, και λιγότερο να προβάλλει ως επόμενη κυβέρνηση και ως ηγεμονική δύναμη στο πολιτικό πεδίο. Ο πυκνός χρόνος τον αιφνιδίασε. Δεν έχει προλάβει να αντλήσει ψυχοπνευματικές δυνάμεις από το άμορφο πλήθος των απογοητευμένων αλλά πολύτιμων ανένταχτων μονάδων που κινούνται φωτοτακτικά προς αυτόν. Ενώ ήταν τολμηρή και ορθή η διεθνοποιημένη προσέγγιση της κρίσης, οι κινήσεις του στο εσωτερικό στηρίζονται σε εννοιολογήσεις του παλαιού θνήσκοντος κόσμου: παραδοσιακές συμμαχίες με πρόσωπα που δεν εκπροσωπούν κανέναν, τακτικές μανούβρες διεμβόλισης, υψηλή ρητορεία, σε συνδυασμό με αμφίθυμη διγλωσσία και πολυφωνικό βόμβο σε κομβικά ζητήματα υψηλής πολιτικής.

Με τις διαδικασίες βάσης και αιμοδότησης από τη βάση να απαιτούν άλλο χρόνο από τον διατιθέμενο, αναπόφευκτα το βάρος για παραγωγή πολιτικής σύνθεσης πέφτει στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, την ηγεσία ενός πρώην μικρού κόμματος πολύχρωμης διαμαρτυρίας. Αρα το ερώτημα τίθεται κι έτσι: Μπορούν ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγετική ομάδα;

balafas_benaki1

Δεν έχω τίποτε να γράψω που να μην έχει ήδη γραφτεί, από άλλους, καλύτερα. Κι όμως γράφω και γράφω, γιατί αυτή η δουλειά μου έλαχε· όσο κι αν μικρός έγερνα το παραθυρόφυλλο και το ‘σκαγα, για να μη γράψω, να φύγω απ’ τη μυρωδιά του χαρτιού και της μελάνης Πάρκερ. Κι αν πέρασε μισός αιώνας από την πρώτη παντοτινή απόδραση, γράφω ακόμη, ταγμένος να ξαναπλάθω όσα έχουν ήδη ειπωθεί από μαέστρους, αυτούς που μου μετέδωσαν φως και φωνή, ευλογία και καταδίκη.

Χαϊδεύω ράχες γερασμένων τόμων σε σανιδένια ράφια, σε πειραιώτικη αυλή και συριανό ημιϋπόγειο, σε δημοτικές βιβλιοθήκες και πατώματα αρχαία που τρίζουν, μυθιστορήματα και κλασικά εικονογραφημένα ανάμικτα με κατάστιχα νοταριακών πράξεων, με φως ανελέητο έξω απ΄τους χοντρούς τοίχους, με βυθίσεις μεσημβρινές σε ρήματα και χίμαιρες βαπόρια. Κι οι ποιητές τσουρούφλιζαν έφηβους πόθους με μολύβι στο περιθώριο, ταξιδεύοντας από δώμα σε δώμα, διαρκή φυλαχτά ανάμικτα με κοχύλια ναυτίλους και βινύλια φρανκζάππα.

Είναι αφόρητα μπανάλ η νοσταλγία των εορτών, η καταισχύνη κάθε αισθητή, αλλά και το αποκούμπι του μεσήλικος· ξέρεις πια πότε να σκύβεις ταπεινά, όχι από ήττα ή συμβιβασμό, αλλά για ν’ αποδώσεις τις πρέπουσες τιμές στην ηλικία και στις φωνές που σ’ έπλασαν. Ας πούμε μια φωνή που την άκουσα μεγάλος:

«Tο γράψιμο, όμοια προς όλες τις εκδηλώσεις που αφορούν τη μνήμη, έχει ανάγκη οικείου κοινού. Σε όλα τα μνημόσυνα, όπως και στις ονομαστικές επέτειες, τα ποικίλα και διάφορα κεράσματα αποτελούν συνήθεια. Γράφοντας, έχω την εντύπωση, ότι επεξεργάζομαι τον καρπό της καρυδιάς, για να επανέλθω πάλι στο δέντρο. […] Ο βαρύς από τον καημό άνθρωπος, νομίζει, ότι θα πάψει υφιστάμενος αν δεν τελέσει όλα τα εθιμοτυπικά, που του είναι κατά βάθος μεγάλη παρηγορία. Παρά ταύτα όμως, η συνέχιση των καθημερινών απασχολήσεων, του είναι δύσκολη και βυθίζεται στη σιωπή. Σιωπώ και εγώ. Δεν γίνεται αλλοιώς.»
Ο Πεντζίκης απάντησε κάποτε γιατί γράφω.

Κι ύστερα γυρνώ στους ανθρώπους του καιρού μας. Τι περισσότερο να πω για τους πονεμένους των δρόμων απ’ όσα έγραψε ο Νίκος Καρούζος;
«Γυρίζει μόνος
στα χείλη του παντάνασσα σιωπή
συνέχεια των πουλιών τα μαλλιά του.
Ωχρός
με βουλιαγμένα όνειρα κι ανέγγιχτος
νερό τρεχάμενο στα ρείθρα, ωχρός
έλληνας. […]
Mην του μιλάτε είναι άνεργος
τα χέρια στις τσέπες του
σαν δυο χειροβομβίδες.
Mην του μιλάτε δε μιλούν στους καθρέφτες.»

Τι πληρώνει ο ωχρός έλληνας; Ποιον αδίκησε πάρεξ τον εαυτό του; «Και οι δίκαιοι κατά την Θεία Γραφή πόσοι είναι; Και συλλογίζοντας αυτό, επέσανε τα μάτια μου στα χέρια μου οπού ήτανε απιθωμένα στο φιλιατρό. / Και θέλοντας να μετρήσω με τα δάχτυλα τους δίκαιους, ασήκωσα από το φιλιατρό το χέρι μου το ζερβί, και κοιτώντας τα δάχτυλα του δεξιού είπα: Τάχα να είναι πολλά;» (Διονύσιος Σολωμός)

Γυρνώ στους εθιμοτυπικούς δρόμους, φωτισμένους για ν’ αντέξουμε τη σκοτεινιά, φωτισμένους σαν την Kodachrome φωτογραφία του Μπαλάφα από την φαντασμαγορική οδό Σταδίου τον Δεκέμβρη του ’60, χειμωνιάτικη Αβάνα και Τσάινατάουν· σίγουρα με περπάτησε εδώ μικρό παιδί η Μανταλένα να δω τον τροχονόμο μες στη φαντασμαγορία και ακουγότανε η άρπα του Τέλλου Αγρα:

«Mε χωρίς φωτοχυσίες, μ’ ολίγους ήχους
βρέχει, ‘επί δικαίους και αδίκους’…
βρέχει στην πλατεία, στη φυλακή,
– οικουμενική βροχή, ευαγγελική.

Bρέχει στα βαγόνια (ώ ευθυμία)
που γυρνάνε απ’ τα Nοσοκομεία·
και στις προφητείες του Kαζαμία
(‘τροπή του καιρού προς νότον… τρικυμία…’).»

Φωτοχυσίες Βερολίνου και όρθροι κυκλαδικοί σε καλντερίμια, γιρλάντες μπαλκονιών αθηναϊκών, και τραπεζώματα ευφρόσυνα με βαφτιστήρια, σύντεκνους και αποστάγματα ορεινά, με τον πρωτότοκο να περπατάει ασταθής το χαλί εγκάρσια από τον καρυδένιο μπουφέ ώς τον καναπέ, όλα ξετυλίγονται κι απλώνονται, ξανοίγονται πέρα, μπροστά, μάς λέει ο Ελύτης:

«Ίσως κάτι που μου ανήκει ανέκαθεν να διεκδικώ
Μπορεί και απλώς μια θέση μες στα Ερχόμενα
Που είναι το ίδιο· ένδυμα καμωμένο από φωτιά ψυχρή
Πράσινα του χαλκού και βυσσινιά βαθιά της Παναγίας
Στέκω με το δεξί μου χέρι στην καρδιά
Πίσω μου δύο ή τρία κηροπήγια
Το μικρό τετράγωνο παράθυρο πάνω στην καταιγίδα
Τα Πέραν και τα Μέλλοντα.»

Η παύση των ακροάσεων για τη λίστα Λαγκάρντ ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, που αποφάσισαν προχθές κατά πλειοψηφία οι βουλευτές μέλη της Επιτροπής, γεννά κάποιες σκέψεις για τη λειτουργία της Βουλής και για την ενε γένει λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Οι καταψηφίσαντες τη συνέχιση της έρευνας, με προσωπικές τοποθετήσεις, υποστήριξαν ότι την έρευνα πρέπει να συνεχίσει είτε η Επιτροπή για το πόθεν έσχες, είτε μια άλλη εξεταστική επιτροπή συγκροτημένη ειδικά για το θέμα. Ο καταψηφίσας βουλευτής της Χρυσής Αυγής υποστήριξε ότι η περαιτέρω έρευνα στερείται νοήματος και εν πάση περιπτώσει ας αφεθεί η υπόθεση στην δικαστική οδό. Ο κ. Απ. Κακλαμάνης υπερθεμάτισε: «Υπάρχουν και άλλα θέματα με τα οποία οφείλουμε να ασχοληθούμε».

Το μήνυμα είναι οδυνηρό. Η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας είναι αυτή που αποκάλυψε τις αντιφάσεις, τις ασύγγνωστες παραλείψεις και την αδράνεια δύο υπουργών και δύο επικεφαλής ΣΔΟΕ κατά τον χειρισμό της λίστας Λαγκάρντ, επί δύο περίπου χρόνια. Δια του αποκαλυπτικού έργου της Επιτροπής, η Βουλή διεμήνυσε στον ελληνικό λαό ότι κάνει τη δουλειά της και το καθήκον της, σε μια περίοδο κατά την οποία το κύρος του νομοθετικού σώματος βαίνει μειούμενο και οι βουλευτές λετουργούν υπό καθεστώς εκτάκτου ανάγκης.

Πράγματι, η χώρα βρίσκεται σε σφοδρή οικονομική κρίση, η οποία συμπαρασύρει τους πολιτικούς θεσμούς, αλλά το ευρέως συνομολογούμενο υπόβαθρο της κρίσης είναι η αδιαφάνεια, η διαφθορά, η επιλεκτική μεταχείριση, η συγκάλυψη, η ολιγωρία, τα οποία επέδειξαν κατά συρροήν κορυφαίοι της πολιτικής πυραμίδας. Οθεν, η διαλεύκανση της υπόθεσης της Λίστας θα βοηθούσε αποφασιστικά στην ανάκτηση του τρωθέντος κύρους των δημοκρατικών θεσμών και στην αποκατάσταση του αισθήματος δικαιοσύνης μεταξύ των πολιτών.

Ο έλεγχος της λίστας καταθετών πιθανόν να μην οδηγούσε σε μεγάλη φοροδιαφυγή, άρα ούτε σε αξιόλογα έσοδα. Η απόκρυψή της όμως και η απολύτως καμία χρήση της έπληξαν σοβαρά τα ηθικά και πολιτικά θεμέλια του συστήματος, του ήδη εξασθενημένου λόγω της κρίσης και λόγω ανάλογων ανορθόδοξων χειρισμών. Διότι συνιστά ανηθικότητα η απώλεια του πρωτοτύπου και απιστία η απόκρυψη της λίστας, που απέφερε καρπούς στα χέρια κυβερνήσεων άλλων χωρών. Στην ελληνική περίπτωση δε, οι καρποί θα ήταν απείρως πολυτιμότεροι, όχι τόσο κατά το υλικό σκέλος, όσο κατά το ηθικό: θα έδιδε το περιζήτητο μήνυμα της ισονομίας και της ισοπολιτείας, σε έναν λαό που δοκιμάζεται αγρίως από την ύφεση, την ανεργία και την ανισότητα.

Λεφτά δεν υπάρχουν, ούτε για πελατειακή εξαχρείωση ούτε, φευ, για ανακούφιση ― το ξέρουν όλοι. Αξιοπρέπεια όμως; Δικαιοσύνη; Υπάρχουν;

aithali

Το σαββατοκύριακο ο αττικός ουρανός έχασε τη γλαυκή του διαύγεια. Βαριά αιθαλομίχλη, διοξείδιο και μονοξείδιο του άνθρακος σκέπασε την πόλη. Τζάκια, ξυλόσομπες και καυστήρες έκαιγαν κούτσουρα, κλαδιά, δαδιά, μπρικέτες πέλετ και πορτοπαράθυρα υλικά κατεδαφίσεων. Το αιθαλοσέντονο σιωπηλό, απειλητικό, πνιγηρό, πολυσήμαντο εσκέπαζε τη μητρόπολη των μικρομεσαίων, γυρνούσε τους επήλυδες κατοίκους της στις αγροτοποιμενικές τους ρίζες, στο λησμονημένο παρελθόν της σπάνης και τη ανάγκης.

Υπάρχει βεβαίως στοιχείο υπερβολής. Πλάι στους πράγματι αναγκεμένους με τη δεξαμενή του πετρελαίου άδεια, θα υπήρχαν και οι απλώς μεζονετούχοι που ανάβουν τζάκι τέτοια εποχή να νιώσουν γιορτές. Αλλά το νέφος που έκρυψε τα βουνά δεν εξηγείται, εκτός κι αν τις μεζονέτες των δανείων κατοικούν ήδη νεόπτωχοι, που είναι πιθανόν.

Πίσω από την υπερβολή, υπάρχει η πραγματικότητα. Στη μητρόπολη των τεσσάρων εκατομμυρίων πάλλεται αγωνιώσα η καρδιά της Ελλάδας. Οι κάτοικοι του λεκανοπεδίου βρίσκονται εγκλωβισμένοι σ’ ένα αχανές αστικό πεδίο, πρώην πεδίο εργασίας και ανάπτυξης, πεδίο εκπαίδευσης και πολιτισμού, αλλά τώρα μια ημιέρημος χωρίς δουλειές, χωρίς αποκούμπι. Οι περισσότεροι κάτοικοι των Αθηνών, παλαιοί και νέοι επήλυδες οι περισσότεροι, είναι αποκομμένοι από την ενδοχώρα: δεν έχουν πια ρίζες εκεί, δεν έχει απομείνει περιουσία. Αλλά κι αυτοί που έχουν κάποια περιουσία, ένα σπίτι, μερικά στρέματα γη, ολίγες εκατοντάδες λιόδεντρα, δεν παίρνουν εύκολα την απόφαση να πάνε στην επαρχία τους. Η ζωή πράγματι είναι φτηνότερη στην επαρχία, αλλά κι εκεί ο παραγωγικός ιστός έχει αποδιαρθρωθεί. Σε πολλούς τόπους, γεωργία και κτηνοτροφία έχουν ατονήσει, η μεταποίηση είναι αδύναμη· ζούσαν με οικοδομή και υπηρεσίες: Ο τουρισμός της ευκολίας και της αρπαχτής, απευθυνόμενος συχνότατα στην εσωτερική κατανάλωση, αντιπροσωπείες, κατανάλωση.

Μερικοί το αποφασίζουν. Μετακινούνται στην επαρχία. Αλλοι με πείσμα να ξεκινήσουν μια μικρή αγροτική ή μεταποιητική μονάδα, μια μικρή κυψέλη· άλλοι μεταφέροντας και το επαγγέλμά τους· όλοι χαμηλώνοντας τις απαιτήσεις τους και αλλάζοντας τρόπο διαβίωσης. Σε αρκετές περιπτώσεις περιοριζόμενοι στα απολύτως αναγκαία: δεν πληρώνουν νοίκι, κάνουν πέντε-έξι μεροκάματα το μήνα, στήνουν κοτέτσι και μπαξέ, υλοτομούν τα γύρω δάση.

Η αιθαλομίχλη του Δεκεμβρίου 2012 στο λεκανοπέδιο Αττικής μπορεί να σημαίνει, και αυτή μαζί με άλλα συμβάντα, μια ιστορική αλλαγή: από μια ιστορική πίστα σε μια άλλη, σε άλλο τρόπο διαβίωσης, σε άλλες σχέσεις κοινωνικής συμβίωσης και πολιτικής έκφρασης, σε άλλες σχέσεις με τη φύση. Η αιθαλομίχλη που σκέπασε τα βόρεια προάστια δείχνει αυτή τη νέα σχέση με τη φύση: σε κατάσταση φτώχιας, το περιβάλλον γίνεται παρανάλωμα της ανάγκης ― ή του πανικού. Ο λιγνίτης της ΔΕΗ φαντάζει πράσινος.

Στο κέντρο της πόλης, που δεν έχει τζάκια, οι νέοι περπατούν ζωηρά κάτω από τον γενναιόδωρο ήλιο. Φοράνε πολύχρωμα κασκόλ επιμελώς δεμένα, και ακουστικά. Ακούνε ένα πειραγμένο xριστουγεννιάτικο του Στέλιου Σπεράντσα: «Στη γωνιά μας κόκκινο / τ’ αναμμένο τζάκι / Τούφες χιόνι πέφτουνε / στο παραθυράκι » κ.λπ.

implosion

Η έλευση της δόσης χαιρετίζεται ως αρχή του τέλους της βαβυλώνειας αιχμαλωσίας. Ο πονεμένος λαός επιστρέφει πάλι στη γη Χαναάν, του δίδεται η χάρις της ευρωπαϊκής του οικογένειας. Μακάρι να είναι έτσι. Μακάρι να πλησιάζουμε σε ένα ορατό πέρας. Η δύσκολη χρονιά που ανοίγεται μπροστά μας θα είναι κρίσιμη από κάθε άποψη, θα δοκιμάσει τις υλικές και ψυχικές αντοχές μας, και δεδομένης της πλούσιας ήδη εμπειρίας βασάνων και δοκιμασιών, θα έχουμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε αν φτάνουμε σε ένα ανακουφιστικό τέλος.

Εν τω μεταξύ, η συνολική πολιτική κίνηση εντός της Ευρώπης και εντός του κόσμου μάς δείχνει ότι η επιστροφή στην προτέρα κατάσταση, προ κρίσεως, δεν είναι απλή ούτε κοντινή. Η μείζων ιστορική κίνηση που ξεκίνησε το 1989-90, με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, ακολουθήθηκε από σκληρούς περιφερειακούς πολέμους και αναστατώσεις. Η μείζων χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 κορύφωσε την αστάθεια σε όλο τον κόσμο, και αρχής γενομένης με την ελληνική πτώχευση, μεταφέρθηκε σφοδρή και μεταμορφωμένη στο εσωτερικό του ευρωπαϊκού σχηματισμού ως κρίση χρέους και ως κρίση κυριαρχίας. Για πολλούς λόγους, αυτή η ευρωπαϊκή κρίση μπορεί να θεωρηθεί όχι παροδική και επιλυόμενη με τεχνικά-οικονομικά εργαλεία, αλλά δομική, στάδιο ενός μείζονος ιστορικού μετασχηματισμού, κατά τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ενωση και τα έθνη που την απαρτίζουν καλούνται να επαναπροσδιορίσουν ριζικά τη θέση τους στον κόσμο, τις σχέσεις μεταξύ τους, τις εθνικές ταυτότητες, την ταυτότητα της ομοσπονδίας, και πάνω απ’ όλα τις σχέσεις ηγεμονίας και εξουσίας εντός του όποιου ομοσπονδιακού μορφώματος.

Στην Ελλάδα έχουμε το τραγικό προνόμιο να ζούμε αυτόν τον μετασχηματισμό πρώτοι και με μοναδική σφοδρότητα. Είμαστε ένα είδος πειραματόζωου, πάνω στο οποίο δοκιμάζονται λύσεις και μη λύσεις, αποφάσεις και αναβολές, αν η κοινωνία αντέχει και για πόσο καιρό, αν η κοινωνία και η κρατική δομή μπορούν να μετασχηματιστούν με άνωθεν εντολές και έξωθεν βούληση, αν η δημοκρατία αντέχει να λειτουργεί με παρακάμψεις και δολιχοδρομίες.

Αντέχουμε; Πόσο θα αντέξουμε; Από τη διαπίστωση της πτώχευσης, την άνοιξη του 2010, έως σήμερα, το ερώτημα της κατάρρευσης επανέρχεται διαρκώς, και μαζί του η πιθανολόγηση μιας κοινωνικής έκρηξης. Το ερώτημα περιέχει την υπαρξιακή αγωνία ημών των αυτοχθόνων, που ζούμε την κρίση, που είμαστε η κρίση· αλλά και την ειλικρινή διερώτηση των ετεροχθόνων, πλησιέστερων ή πιο απομακρυσμένων από τα δικά μας πάθη, στο μέτρο που η ελληνική εμπειρία προδιαγράφει εξελίξεις για όλη την Ευρώπη. Εξ ου και η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος.

Τι διαισθάνεται λοιπόν ένας αυτόχθων που βιώνει την κρίση αδιαλείπτως επί τριετία; Κατά την προσωπική μας άποψη, η κατάρρευση είναι πάντα πιθανή, αν και λιγότερο πιθανή όσο περνά ο καιρός και εφόσον η Ευρώπη συνεχίσει να δρά και όχι να αναβάλλει. Ωστόσο γνωρίζουμε ότι έτσι ενεργεί η Ευρώπη, με αναβολές και ημίμετρα, συχνά και με εσκεμμένα λάθη. Ο κίνδυνος ενός ατυχήματος λοιπόν, η εμφάνιση ενός μαύρου κύκνου δεν μπορεί να αποκλειστεί κατ’ ουδένα τρόπο· πολύ περισσότερο, που η παρελθούσα τετραετία είναι γεμάτη από μαύρους κύκνους του Ταλέμπ.

Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο μιας ανεξέλεγκτης κοινωνικής έκρηξης. Κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει τις αντοχές μιας κοινωνίας που χάνει το 25% του ΑΕΠ και οδεύει προς το 30% ανεργίας, με εκτενή τμήματά της να πληβειοποιούνται, που μέσα σε μια διετία χάνει όρους διαβίωσης κερδισμένους στη διάρκεια τουλάχιστον μιας γενιάς. Η βία αυτής της υλικής αλλαγής, μια πολεμική απώλεια σχεδόν, διαμορφώνει αναλόγως βίαια το συλλογικό φαντασιακό, και δοκιμάζει την κοινωνική συνοχή.

Ολα τούτα όμως δεν συνεπάγονται γραμμικά μια κοινωνική έκρηξη, τουλάχιστον όχι όπως τη προεικονίζουμε νοερά, με όσα γνωρίζουμε από την ιστορία. Διότι η ιστορία παρέχει και άλλα αντιδιαμετρικά παραδείγματα, το παράδειγμα της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ λ.χ.: Η καταστροφική διακυβέρνηση του Γέλτσιν, η ακραία φτώχεια, η μαζική μετανάστευση και η πειρατεία των ολιγαρχών επί του εθνικού πλούτου δεν οδήγησαν τον ρωσικό λαό σε έκρηξη, αλλά σε παράλυση. Χωρίς παράδοση πολιτικών αγώνων επί μακρόν, χωρίς δημοκρατική παιδεία, οι Ρώσοι, ένας μεγάλος ιστορικός λαός, υπέμειναν παθητικά και τον Γέλτσιν, τους ολιγάρχες και τις μαφίες και την ταπείνωση, έως την εμφάνιση του νεοτσάρου Πούτιν.

Οι διαφορές της ελληνικής περίπτωσης από τη ρωσική είναι ίσως περισσότερες από τις ομοιότητες. Στην Ελλάδα η δημοκρατική παράδοση είναι ζωντανή και με ρίζες, η πολιτική αγωνιστικότητα υψηλή, το επίπεδο διαβίωσης υψηλό· οι άνθρωποι δεν δέχονται να τα χάσουν όλα χωρίς αντίδραση. Από την άλλη, η υπερδιογκωμένη μεσαία τάξη, τυπικό χαρακτηριστικό της Ελλάδας, δεν μπορεί να διατηρήσει την ευημερία της χωρίς σύστοιχη ανάπτυξη της πρωτογενούς και δευτερογενούς παραγωγής, ιδίως της βιομηχανικής. Οι υπηρεσίες, η οικοδομή, το χρηματιστήριο, τα δανεικά, μπορούν να παρατείνουν την ευημερία, αλλά όχι για πολύ. Οι φούσκες της ισχυρής Ελλάδος έσκασαν όλες ― και έσκασαν και σε άλλες χώρες. Η διαρκής και άφρων πιστωτική επέκταση του ’90 και η έκρηξη δημόσιου χρέους στα χρόνια του ευρώ, επέτρεψαν μεν στη μεσαία τάξη να ευημερεί, αλλά πάνω σε πήλινα πόδια, διότι δεν συνοδεύτηκε από κανενός είδους παραγωγική αναδιάρθρωση. Ούτε ο τουρισμός ούτε οι αλυσίδες λιανικής με γκάτζετ και σάντουιτς μπορούν να θεωρηθούν βιομηχανία με υψηλή προστιθέμενη αξία και δυνατότητες απασχόλησης.

Πάνω σε αυτή την υλική βάση πρέπει να δούμε τα ψυχοκοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά της κρίσης, άρα και την αγωνιώδη διερώτηση περί έκρηξης και κατάρρευσης. Πλάι σε όλα τα ενδεχόμενα λοιπόν, της ανάσχεσης της πτώσης, της ανάκαμψης, του μετασχηματισμού, της έκρηξης, ας έχουμε κατά νου και το ενδεχόμενο της ενδόρρηξης, μιας κατάρρευσης προς τα έσω, με χαρακτήρες παθητικότητας, παράλυσης, μοιρολατρικής υποταγής και αυτοεγκατάλειψης. Ενα ενδεχόμενο ετερόνομης δυστοπίας, ανάμεσα σε άλλα. Το οποίο όμως προϋποθέτει ότι θα έχουν εν τω μεταξύ χαθεί η πολιτική βούληση, η πίστη στη ζωή, η εθνική μνήμη, η δημοκρατική παράδοση ― αυτό κανείς δεν μπορεί να το πιστέψει.

balibar POLITIS[1] elefantis

Καθώς κοντεύουμε να κλείσουμε τρία χρόνια βύθισης στην κρίση, και ενώ διανύουμε ήδη την δεύτερη μνημονιακή εποχή, με την τρίτη κατά σειρά κυβέρνηση, αντιλαμβανόμαστε ότι, παρ’ όλα τα πάθη και τον πόνο, είμαστε τουλάχιστον λίγο σοφότεροι πολιτικά. Μετά το παρατεταμένο σοκ, αντιλαμβανόμαστε ότι ο πρώτος χωρισμός σε φιλομνημονιακούς και αντιμνημονιακούς, που προσέλαβε εμφυλιακούς χαρακτήρες, έχει λίγο-πολύ ξεθυμάνει. Σήμερα, μέσα από τα σωρευόμενα ερείπια του παλαιού συστήματος διακρίνονται ήδη άλλοι διαχωρισμοί και άλλες συγκρούσεις, στο πολιτικό και στο κοινωνικό πεδίο.

Στο κοινωνικό πεδίο επανεμφανίζονται οι ταξικοί διαχωρισμοί με πρωτοφανή σφοδρότητα, σχεδόν ξεχασμένη κατά τις πρόσφατες δεκαετίες του ευδαιμονισμού και ενός ιδιότυπα «βολεματικού» κοινωνικού συμβολαίου. Η κρίση ανέστειλε βιαίως τους όποιους αναδιανεμητικούς μηχανισμούς, τους πελατειακούς έστω, εξοντώνοντας τους αδύναμους και βάζοντας τους μικρομεσαίους σε κατάσταση διαρκούς απειλής. Η τέτοιας έντασης και βάθους υπονόμευση του κοινωνικού συμβολαίου κινητοποιεί αναλόγως σφοδρά τους απειλούμενους: το αμέριμνο πλήθος καταναλωτών/πελατών αναγκάζεται να θυμηθεί την ιδιότητα του πολίτη, να γίνει λαός. Ή να μεταπέσει σε όχλο, έρμαιο της μνησικακίας.

Αυτές οι διαδοχικές μεταπτώσεις μάς φέρνουν ενώπιον νέων διακρίσεων και διαχωρισμών στο πολιτικό πεδίο. Εδώ βλέπουμε, από τις απαρχές ήδη της κρίσης, να φουντώνει η διάκριση σε λαϊκιστές και αντιλαϊκιστές. Πολύ αδρά, οι αντιλαϊκιστές, συνήθως υποστηρικτές ή ανεχόμενοι τα μνημόνια, χαρακτηρίζουν υποτιμητικά λαϊκιστές τους συνήθως πολέμιους των μνημονίων. Υπό τους όρους αυτούς συναθροίζονται γενικευτικά και απλουστευτικά δεξιοί, αριστεροί, ακροαριστεροί, φιλελεύθεροι, νεοφιλελεύθεροι, κομμουνιστές, νεοναζί, εθνικιστές, ακόμη και μετριοπαθείς. Είναι η νέα διαχωριστική γραμμή, μια μαγική, αποτροπαϊκή κορδέλα διαρκώς μετατοπιζόμενη και διαστελλόμενη για να τους χωρίζει όλους σε όλα.

Βεβαίως η συζήτηση περί λαϊκισμού δεν είναι τόσο νέα όσο η εμπειρία ύφεσης και πτώχευσης, όσο η εμπειρία μνημονιακής λιτότητας. Είναι πολύ παλαιότερη. Με μια μεγάλη διαφορά: στο παρελθόν, το φαινόμενο του εγχώριου λαϊκισμού, όπως αυτός εκφράστηκε κυρίως στην πασοκική πρακτική στη δεκαετία ’80, απασχόλησε αριστερούς διανοουμένους και επιστήμονες, μεταξύ άλλων τους Αγγελο Ελεφάντη (Στον αστερισμό του λαϊκισμού, 1991), Αντώνη Λιάκο (1989), Λυριτζή και Σπουρδαλάκη (1990). Σήμερα, αντιθέτως, παλαιοδεξιοί, συντηρητικοί, φιλελεύθεροι, πρώην και νυν πασόκοι, κατηγορούν για λαϊκισμό τους αριστερούς κυρίως, και μια μερίδα της λαϊκής δεξιάς. Παρατηρείται λοιπόν το εξής παράδοξο: οι κυβερνώντες αδιαλλείπτως τις τελευταίες δεκαετίες, θεμελιωτές της λαϊκιστικής διακυβέρνησης και τροφοδότες του πελατειακού κράτους, βγάζουν τους εαυτούς τους έξω από το ιστορικό συνεχές, και κατηγορούν τους αντιπολιτευόμενους επί λαϊκισμώ.

Αλλά ποιον ακριβώς λαϊκισμό; Τον ακροδεξιό, αντιδραστικό, εθνορατσιστικό, εσωστρεφή, μισαλλόδοξο λαϊκισμό του ΛΑΟΣ ή της Χρυσής Αυγής; Ή τον αριστερό λαϊκισμό που ρητορεύει για την απώλεια της λαϊκής και εθνικής κυριαρχίας; O Ετιέν Μπαλιμπάρ ορίζει ακόμη και έναν «θετικό λαϊκισμό», και ο κάθε άλλο παρά λαϊκιστής Ντανιέλ Κον Μπεντίτ βρίσκει σε αυτόν τον «θετικό λαϊκισμό» μια χρήσιμη λειτουργία υπό τις παρούσες συνθήκερς αποπολιτικοποίησης.

Ο λαϊκισμός δεν είναι ένας, ομοούσιος, στατικός και ουσιοκρατικός· ως έκφραση του πολιτικού είναι δυναμικός και διαρκώς ανασημασιοδοτούμενος. Στη σημερινή συγκυρία ερειπίων επιπλέον, μια πολιτική αφήγηση που βασίζεται σε στατικές εννοιολογήσεις κινδυνεύει να αποβεί περισσότερο αντιδραστική από τον καταγγελόμενο εχθρό: εν προκειμένω, η αντιλαϊκιστική ρητορική αλληθωρίζει έναντι της ποικιλόμορφης ζέουσας πραγματικότητας, πετώντας μαζί με τα βρωμόνερα του λαϊκισμού και τον λαό.

Κι εδώ φτάνουμε στον κρίσιμο πυρήνα της συζήτησης: τι σημαίνει σήμερα λαός, λαϊκή κυριαρχία, νομιμοποίηση πηγάζουσα από τη λαϊκή βούληση; Η κρίση κατέδειξε τις αδυναμίες και τον φενακισμό της μεταδημοκρατίας, όσες εκάλυπτοντο ή ελάνθαναν κάτω από την ευμάρεια των δανεικών· κατέδειξε δραματικά τις ανισότητες, τα δημοκρατικά ελλείμματα στην αντιπροσώπευση, ακόμη και την απειλητική υποκατάσταση της ισοπολιτείας από την κυριαρχία ανεξέλεγκτων ελίτ, κατ’ ευφημισμόν αρίστων. Τη στιγμή της ρήξης, οι ελίτ αναδιπλώθηκαν, αλλά όχι για ανανέωσή τους με νέες δυνάμεις και νέες ιδέες, αλλά για να επιβάλουν μια τεχνοκρατική διακυβέρνηση έναντι μιας πολιτικής κυβέρνησης, δηλαδή για να επιβάλουν ένα κλειστό αυτοαναπαραγόμενο σύστημα εξουσίας, που λογοδοτεί περιορισμένα ή και καθόλου, και να αποκλείσουν ένα ανοιχτό, διαρκώς ανανεούμενο και ανακλητό σύστημα εξουσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, σύμφωνα με την εγχώρια αργκό, το ανοιχτό ονομάζεται λαϊκιστικό, ανατολικό, βαλκάνιο, κοντολογίς κακό· το κλειστό και ελεγχόμενο από αυτοοριζόμενους «άριστους», ονομάζεται αντιλαϊκιστικό, εκσυγχρονιστικό, φιλοευρωπαϊκό κ.ο.κ.

Ας κινηθούμε προς τα εμπρός, πέραν των διαχωρισμών. Το μέγα πολιτικό πρόβλημα της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης, δεν είναι το δίπολο λαϊκισμός-αντιλαϊκισμός. Το πρόβλημα είναι η επαναφορά της πολιτικής στο προσκήνιο, δραστικής, και η επαναθεμελίωση της δημοκρατίας.

Διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου των Νικόλα Σεβαστάκη και Γιάννη Σταυρακάκη, «Λαίκισμός, αντιλαϊκισμός και κρίση», εκδ. Νεφέλη.

 

ΖΑΠΠΕΙΟ-ΔΕΙΠΝΟ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΚΥΡΚΟΥ. ( PHASMA / ΘΑΝΑΣΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ) layentiadis-papandreou1

To κύμα συλλήψεων μεγαλοεπιχειρηματιών και διευθυντικών στελεχών για το σκάνδαλο της τράπεζας Proton συμπίπτει χρονικά με την εκταμίευση της δόσης από την Ε.Ε. και υπό όρους θα μπορούσε να συμβάλει συμβολικά στη μεταστροφή της βαριάς, ηττοπαθούς διάθεσης που καταπλακώνει την κοινωνία.
Η εσπευσμένη σύλληψη των κατηγορουμένων για κακουργήματα δικαιολογείται επισήμως ότι έγινε για να προλάβουν τυχόν φυγοδικίες· εντούτοις τουλάχιστον για τον Λ. Λαυρεντιάδη ίσχυε απαγόρευση εξόδου από τη χώρα. Εν πάση περιπτώσει το εκπεμπόμενο σήμα είναι ότι η Δικαιοσύνη, έστω και αργά, λειτουργεί, και δρα προς την κατεύθυνση της κάθαρσης. Αυτό το μήνυμα έχει τη δική του αξία για τον δοκιμαζόμενο πληθυσμό: αποκαθιστά εν μέρει το απωλεσθέν αίσθημα περί δικαίου.

Ο αδύναμος, ο άνεργος, ο νεόπτωχος, αρχίζει να νιώθει ότι μπορεί ακόμη να αποδίδεται δικαιοσύνη· η αίσθηση αυτή δεν αναπληρώνει τις οδυνηρές υλικές απώλειες του νοικοκυριού του, όμως δυνητικά αποκαθιστά την αξιοπρέπειά του και την κλονισμένη πίστη του προς τους δημοκρατικούς θεσμούς. Ως εκ τούτου, και εφόσον η διαδικασία προχωρήσει μέχρι τέλους, αξίζει να σημειώσουμε το λησμονημένο αυτονόητο: η ενδελεχής λειτουργία των θεσμών ενισχύει το φρόνημα και την κοινωνική συνοχή.

Από την άλλη, αναφύονται εύλογα ερωτήματα: Πώς επί τόσο μακρό διάστημα αυτοί οι βραβευμένοι και επαινεθέντες μεγαλοεπιχειρηματίες, οι προβεβλημένοι μάνατζερ, οι επιφανείς πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, ντάρλινγκ των μήντια και αμφιτρύωνες πολιτικών, εξαπατούσαν πελάτες, καταθέτες, κράτος και κοινωνία, χωρίς να υποπέσουν στην αντίληψη των ελεγκτικών οργάνων της Τράπεζας της Ελλάδος και του υπουργείου Οικονομικών; Επρεπε να έρθει η κρίση, να σαρωθεί η χώρα, για να αποκαλυφθούν (ή να θυσιαστούν) διαφθορείς και χρυσοδάκτυλοι απατεώνες; Κανείς δεν ήξερε τίποτε πριν από το 2008, κανείς δεν διέκρινε την οσμή του βρώμικου χρήματος;
Ωρα να ελεγχθούν και οι πλημμελώς ελέγξαντες, και οι ολιγωρήσαντες ρυθμιστές.

Πέρυσι, όταν πρωτοεντοπίστηκαν πεινασμένα παιδιά σε σχολεία, κάποιοι έσπευσαν να διαψεύσουν το γεγονός· το υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε: «Κάποιοι καταφεύγουν μέσω των ΜΜΕ και στο έσχατο μέσο της λαϊκίστικης προπαγάνδας».

Δεν γνωρίζω τι ακριβώς συνέβη πέρυσι τον Οκτώβριο στα σχολεία των αθηναϊκών συνοικιών· δεν θυμάμαι να είδα κάποιο δημοσιογραφικό ρεπορτάζ που να καταδεικνύει το μέγεθος και την ένταση του φαινομένου. Θυμάμαι εντούτοις ότι τον ίδιο καιρό σοβαρές ανθρωπιστικές οργανώσεις που δούλευαν πυρετωδώς στην Αθήνα περιέγραφαν τεκμηριωμένα ένα ογκούμενο κύμα ανθρωπιστικής κρίσης. Οργανώσεις εμπειροπόλεμες και πραγματικά ανεξάρτητες, όπως οι Γιατροί του Κόσμου λ.χ., ανακοίνωναν μάλιστα ότι αναστέλλουν τις εξωχώριες δράσεις και αφιερώνουν όλες τους τις δυνάμεις στο εσωτερικό της δοκιμαζόμενης Ελλάδας. Τον ίδιο καιρό ―θυμίζουμε: φθινόπωρο 2011― γνωρίζαμε ότι στα μεγάλα συσσίτια της Αρχιεπισκοπής και του Δήμου Αθηναίων εσιτίζοντο χιλιάδες Ελληνες νεόπτωχοι. Και όσοι περπατούσαν το ρημαγμένο κέντρο της πρωτεύουσας έβλεπαν πλάι στα κλειστά μαγαζιά, δεκάδες και εκατοντάδες νεοάστεγους. [Μηδενί συμφοράν ονειδίσης…]

Προχθές μια από τις σοβαρότερες και πιο δραστήριες ανθρωπιστικές οργανώσεις, η Κλίμακα, δημοσίευσε τα αποτελέσματα της έρευνάς της για τους άστεγους στην Ελλάδα, το διάστημα από Σεπτέμβριο 2011 έως τον Φεβρουάριο 2012. Το πόρισμα είναι σοκαριστικό: 20 χιλιάδες συνάνθρωποι κοιμούνται στο δρόμο ή έχουν ανεπαρκή στέγη, 40% εξ αυτών δεν έχουν πρόσβαση σε μπάνιο και έχουν πέσει θύματα ληστείας τουλάχιστον άπαξ. Ενας στους πέντε είναι άστεγος πάνω από τέσσερα χρόνια. Η χιονοστιβάδα των αστέγων διογκώνεται από το πλήθος των ψυχασθενών που μένουν στο δρόμο, καθώς καταρρέουν οι δομές ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης. Και τα λοιπά.

Ωστε ο πόνος και η ερημιά των συνανθρώπων μας ήταν εγκατεστημένα εδώ, πλάι μας, από καιρό. Κι όχι μόνο ανάμεσα στους άστεγους, τους ολοσχερώς ηττημένους, αλλά και ανάμεσα σε μαθητές σχολείων, σε μικραστικές συνοικίες, σε κρύα διαμερίσματα χωρίς σύνδεση τηλεφώνου, εκεί όπου η πείνα και η ανέχεια είναι ντροπή και σαν ντροπή αποκρύπτεται. Μας το έδειξε κι αυτό η συνταρακτική έρευνα της Σοφίας Παπαϊωάννου στους Νέους Φακέλους του Σκάι, τις προάλλες: ήρεμα, ανθρώπινα, διακριτικά, αλλά τόσο σπαρακτικά.

Αν είχαμε ανάγκη ντοκουμέντα για να πιστέψουμε τη σκληρή πραγματικότητα, τώρα έχουμε πολλά, υπερβολικά πολλά. Η δυστυχία το στρώνει γύρω μας, σαν χιόνι. Ας μην αποστρέφουμε το βλέμμα, την καρδιά, τον νου από τους ανθρώπους δίπλα μας που ατύχησαν, που υποφέρουν, που κρύβουν τον πόνο τους από ντροπή. […Κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατον.]

Το διαφαινόμενο τέλος της κυβέρνησης Μόντι στην Ιταλία και η προκήρυξη εκλογών τον Μάρτιο ξαναδείχνουν τον βαθύτατα πολιτικό χαρακτήρα της ευρωπαϊκής κρίσης. Ο κορυφαίος αναλυτής των Financial Times, μετριοπαθής φιλελεύθερος Βόλφγκανγκ Μούνχαου, επισημαίνει ότι οι έπαινοι προς τον κ. Μόντι «βασίστηκαν στην ιδέα ότι τα προβλήματα της Ιταλίας θα μπορούσαν να λυθούν εάν παραμεριστεί η πολιτική, εάν επιβληθούν λίγες μεταρρυθμίσεις και αρκετή λιτότητα». Ομως μετά ένα χρόνο διακυβέρνησης Μόντι η ιταλική οικονομία βυθίζεται στην ύφεση, ενώ το χρέος δεν έχει γίνει ευκολότερα διαχειρίσιμο· οι πολιτικοί καλούνται να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Ο Μούνχαου στηλιτεύει επίσης την υποχωρητική στάση του κ. Μόντι έναντι της Αγκελα Μέρκελ στο θέμα του ευρωομολόγου: η υποχώρηση εξυπηρετεί το πολιτικό συμφέρον της Γερμανίδας καγκελαρίου, αλλά υπονομεύει το συμφέρον της Ιταλίας.

Η πολιτική αστάθεια στην Ευρώπη και η παράλληλη ανάδυση του γερμανικού ηγεμονισμού επισημαίνεται και από έναν άλλο αναλυτή, ακαδημαϊκής προελεύσεως, τον Ιρλανδοαμερικανό Πέρι Αντερσον. Ο διάσημος καθηγητής Ιστορίας στο UCLA διαπιστώνει ότι αντιμέτωπη με την κρίση του 2008 η Ευρώπη δεν μπόρεσε να αντιδράσει όπως οι ΗΠΑ, με κρατικές ενέργειες μεγάλης κλίμακας που απέτρεψαν την ύφεση, για δύο λόγους: ο ένας είναι ο ιδρυτικός περιορισμός της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σύμφωνα με τον οποίο της απαγορεύεται να προβεί σε αγορά κρατικού χρέους.

Ο δεύτερος λόγος είναι σημαντικότερος ίσως: Είναι η ανυπαρξία του κοινού πεπρωμένου ενός ευρωπαϊκού έθνους, κατά την εννοιολόγηση του Μαξ Βέμπερ· τέτοιο ευρωπαϊκό έθνος δεν υπάρχει, άρα δεν υπάρχει ούτε κοινό πεπρωμένο ούτε αμοιβαιοποιημένο χρέος. Τη στιγμή της κρίσης κάθε έθνος-κράτος βρέθηκε μόνο του, ενώ η Γερμανία διεκδίκησε για τον εαυτό της τον ηγετικό ρόλο του ισχυρού σε μια ασύμμετρη ομοσπονδία αδυνάτων. Ο Αντερσον παραλληλίζει την παρούσα γερμανική αξίωση με τον ρόλο που επεφύλασσε για την ισχυρή Πρωσία ο Βίσμαρκ έναντι της αδύναμης Βαυαρίας και των άλλων κρατιδίων, στο πλαίσιο του 2ου Ράιχ. Στη θέση της Βαυαρίας ο Αντερσον βλέπει σήμερα τη Γαλλία.

Οι στενάζοντες από την ύφεση και την ανεργία Ελληνες, Πορτογάλοι, Ιρλανδοί, Ισπανοί, σύντομα ίσως και οι Ιταλοί, δεν είναι απλώς «λάθος», αποκλίνοντες από την ευρωπαϊκή ορθότητα. Απεναντίας, φαίνεται ότι ολόκληρη η Ευρωπαϊκή Ενωση βρίσκεται σε μια ιστορική καμπή, κατά την οποία οι παλιές διευθετήσεις, από το Μάαστριχτ έως την ΟΝΕ και τη Λισσαβώνα, όχι μόνο καταρρέουν αλλά προβάλλουν πλέον ως εμπόδια για τη λυσιτελέστερη προσαρμογή των Ευρωπαίων στα νέα ιστορικά δεδομένα. Ποια είναι αυτά; Στην έκθεση του ΟΟΣΑ «Looking to 2060», για την κατανομή του Παγκόσμιου Ακαθάριστου Προϊόντος, μεταξύ 2011 – 2030, η παρούσα διάταξη οικονομικών δυνάμεων ανατρέπεται. Οι ΗΠΑ, με μερίδιο 23% το 2011, θα υποχωρήσουν το 2030 στο 18% και η Ε.Ε. από το 17% θα περιοριστεί στο 12%. Ποιοι αυξάνονται; Η Κίνα, από 17% σε 28%, και η Ινδία, από 7% σε 11%. Και η Ελλάδα; Θα παλεύει έως τότε να καταστήσει βιώσιμο το χρέος της…

aderfi

Την παραμονή του περασμένου Δεκαπενταύγουστου, μόλις είχα επιστρέψει από την θερινή άδεια, ειδοποιήθηκα για μια κηδεία. Είχε πεθάνει η αδελφή του φίλου Σταύρου Ζουμπουλάκη. Συννέφιασα. Η ψυχή μου κλονίστηκε από τον άλλο Δεκαπενταύγουστο, του προηγούμενου χρόνου, που έφερε το τρομερό μαντάτο για τον θάνατο του παιδιού, του ομήλικου του γιου μου, αυτό που θυμάμαι σχεδόν καθημερινά.

Στο νεκροταφείο Ζωγράφου αποχαιρετήσαμε τη Γιούλα Ζουμπουλάκη, ετών εξήντα. Φύγαμε.
Τον Δεκέμβριο του 2012, διαβάζω ένα βιβλίο του Στ. Ζουμπουλάκη με τίτλο η «Η αδερφή μου» (εκδ. Πόλις). Αντιλαμβάνομαι ότι είναι μια οφειλή, μια μαρτυρία. Είναι. Αλλά καθώς ρουφάω γοργά τις σελίδες κατανοώ ότι δεν είναι μόνο αυτό· το βιβλίο δεν σώζει μόνο τη μνήμη της Γιούλας, το αγαπημένο πρόσωπο του εξωφύλλου, δεν καταγράφει το χρονικό μιας ασθένειας και μιας ζωής, τον πόνο και τη χαρά. Καθώς φτάνω στο τέλος νιώθω ότι γνωρίζω καλύτερα, σε βάθος, τον άνθρωπο που το ‘γραψε, κυρίως αυτόν· τις βαθύτερες σκέψεις του, τις πεποιθήσεις και τις αγωνίες του, το πώς σχηματίσθηκε διανοητικά και συναισθηματικά. Διαβάζοντας για την απελθούσα Γιούλα, έμαθα βαθύτερα τον Σταύρο.

Τι έμαθα; Οχι πολλά περισσότερα από όσα σποραδικά τον έχω ακούσει να λέει, δημόσια και ιδιωτικά· αλλά εδώ με πυκνότητα, ένταση και στόχευση μοναδικές. Το βιβλίο μιλάει για την αρρώστια, τον πόνο, την αγάπη, τη χαρά, το μυστήριο και την ψίχα της ζωής. Δεν κρύβει ούτε στιγμή τη θερμοκρασία των αισθημάτων, αλλά ούτε στιγμή δεν γέρνει προς τη συναισθηματολογία· μένει πάντα στο χώμα μιας ρωμαλέας αφήγησης και στο ύψος ενός ειλικρινούς γυμνού στοχασμού. Ξεκινάει βαριά προγραμματικά: «ήταν εκείνη που με έκανε να νιώσω, από πολύ νωρίς, κάτι από το μυστήριο της αγάπης», και «η αρρώστια αυτή μετέτρεψε τη σχέση μου μαζί της σε πεπρωμένο». Και τελειώνει δείχνοντας τις ραφές του εγχειρήματός του: «Η ανάγκη να μιλήσω για την αδερφή μου, να μιλήσω θα έλεγα μαζί της, μου γεννήθηκε όταν γύρισα σπίτι, μετά την κηδεία». Γιατί; «Θέλω όσοι ξέρουν εμένα να ξέρουν κι εκείνη, όσοι διαβάζουν τα όποια γραφτά μου, μαζί με το όνομά μου, να φέρνουν αμέσως στον νου τους και το δικό της όνομά: Γιούλα, Γιούλα Ζουμπουλάκη».

Επέτυχε πολλαπλά ο Σταύρος. Διαβάζοντάς τον, όχι μόνο σχηματίζω τη μορφή της Γιούλας, μιας αγίας που τα έχει χάσει όλα και σκορπάει γύρω της χαρά, όχι μόνο ανασυγκροτώ το πρόσωπο του αδερφού της, αλλά μοιράζομαι τη μεταφυσική αγωνία, την επώδυνη αναζήτηση της αγάπης ως ουσίας ζωής, αναπλάθω την παρόμοια εμπειρία ζωής και βασάνων σε παρόμοιες οικογένειες της μεταπολεμικής Ελλάδας, με παρόμοια μυστικά και πεπρωμένα, με ανθρώπους που κηδεύονται με φύλλα πικροδάφνης στα χείλη, κι άλλους που στέκουν όρθιοι και χαμογελούν καρτερικά μ’ όλες τις πίκρες. «Η αδερφή μου» ξετύλιξε μπροστά μου ζωές, αυλές, κάμαρες, βεγγέρες, διηγήσεις για απόντες και κεκοιμημένους, επισκέψεις σε θαλάμους νοσοκομείων, τη βέρα στο σκελετωμένο δάχτυλο της θείας ― σε όλους θα θυμίσει κάτι.

Ο ΣΖ κινείται από τη μαρτυρία στην εξομολόγηση, από τον τολμηρό θεολογικό στοχασμό ώς την πιο μύχια ηθογραφία, κι η πρόζα του μένει πάντα ρωμαλέα, λιτή, αρρενωπή, ακόμη κι όταν μουσκεύει στο κλάμα, «αυτή την προαιώνια προσευχή δίχως λόγια». Το κείμενο του ΣΖ μού θύμισε και την «Ιστορία του παππού μου» του Αγγελου Ελεφάντη, ένα βαρύτιμο κείμενο που θαύμασα και θαυμάζω, αντιδιαμετρικά: ο ΑΕ εκκινεί από την δρώσα απουσία του παππού, ο ΣΖ από την καυτή παρουσία της αδερφής, και οδεύουν προς την ιστορία ο ένας, προς την ύπαρξη ο άλλος.

Ανάμεσα στις ακριβείς εξιστορήσεις συμβάντων και την αγωνιώδη αναζήτηση μιας υπαρξιακής ανακούφισης, ανάμεσα στη Σιμόν Βέιλ, τον Λεβινάς και τον Καμύ, προεξέχουν παράτολμοι αφορισμοί, που ωστόσο τους αποδέχεσαι πάραυτα επειδή νιώθεις την ειλικρίνειά τους: «Οποιος έχει αγόγγυστα σκατοσκουπίσει άρρωστο είναι μείζων όλων των τιτάνων της θεολογίας». Και πάνω απ΄όλα η γραφή της γριάς μάνας: «Γιουλα περιμενε νά φίγω πρώτη καί μετά ερχεσαι καί εσή θα σε περιμένω θα στρωσο τριανταφιλα και αμιγδαλιες που σου αρεσουνε εκει δεν ηπαρχουν σπασμη δεν θα ηπαρχουν καυμη καί η δυο περναμε τόν ιδιο πόνο…» Δεν περίμενε.

Ακόμη και την υστάτη ώρα ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς και οι αρχηγοί των συγκυβερνώντων κομμάτων έχουν την ευκαιρία να στείλουν στον δοκιμαζόμενο και απαισιόδοξο ελληνικό λαό ένα εγκαρδιωτικό και ενωτικό μήνυμα: ένα μήνυμα για αξιοκρατία, για αποκατάσταση της λειτουργικότητας και του αισθήματος δικαίου στο κράτος. Τέτοια ευκαιρία είναι ο διορισμός νέων επικεφαλής στις ΔΕΚΟ και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Mέχρι στιγμής, οι διαρροές από τα κυβερνητικά γραφεία προεικονίζουν την ίδια θλιβερή τακτική διορισμών αποτυχόντων πολιτευτών στις ηγετικές θέσεις των δημόσιων οργανισμών, αυτήν ακριβώς την τακτική που εξαθλίωσε τη διοίκηση και εξαχρείωσε διοικούντες και πολίτες. Μιλάμε βέβαια για την πιο αισχρή μορφή πελατειακής διαχείρισης κρατικών πόρων και εξουσίας, και για τον παρασιτισμό της πολιτικής τάξης επί του κοινωνικού σώματος, ρικνού πλέον, χωρίς σάρκα και χωρίς αίμα.

Ο πρωθυπουργός και οι πολιτικοί αρχηγοί οφείλουν να αναλογιστούν σε ποια οικτρή κατάσταση βρίσκεται το κράτος που διοικούν, την ένδεια στελεχών και την απουσία φρονήματος μεταξύ των εναπομεινάντων, την αδιαφορία ή και την εχθρότητα. Οφείλουν επίσης να αναλογιστούν σε ποια κατάσταση βρίσκεται ο λαός και βάσει ποιων υποσχέσεων τους εξέλεξε: όλοι μιλούσαν για ανασυγκρότηση του κράτους, για αξιοκρατία και διαφάνεια. Οχι για διαμοιρασμό οφικίων στους γνωστούς αποτυχημένους, όχι για πλιάτσικο βάσει ποσοστώσεων, επί ενός κράτους ήδη κατασπαραγμένου από το χρέος.

Ο λαός έχει δείξει αξιοθαύμαστη αντοχή κατά την τριετή ύφεση. Και με ανάλογη προσαρμοστικότητα πασχίζει να σταθεί όρθιος στα νέα δυσμενή δεδομένα, κάθε μέρα, κάθε ώρα. Αυτό που περιμένει από την ηγεσία του, και αυτή του το οφείλει, δεν είναι τα λεφτά που δεν υπάρχουν, είναι τουλάχιστον αξιοπρέπεια. Δηλαδή, αξιοκρατία, δικαιοσύνη, αποτελεσματικότητα, αυτοσεβασμός εντέλει. Ας τα σκεφτούν αυτά οι κ. Σαμαράς, Βενιζέλος, Κουβέλης· ενώπιον της ιστορίας και όχι ενώπιον των αέργων ακολούθων τους.

Μερικοί διανοούμενοι σήμερα, πρώην αριστεροί ή αριστερίζοντες (κατά βάθος ΠΑΣΟΚίζοντες), παίζουν τον ρόλο που έπαιξαν στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν διανοούμενοι όπως ο Σπύρος Μελάς, μεταξικός ήδη από τον Μεσοπόλεμο και αντιδραστικός για πάντα, ο Ανδρέας Καραντώνης μετεμφυλιακά μέχρι που τον απόκοψε και ο Σεφέρης, ακόμη και ο Στράτης Μυριβήλης ως απολογητής του Ψυχρού Πολέμου.

Κομβικό σημείο η Διακήρυξη των Χριστιανών Επιστημόνων, από την πέννα του εγκέφαλου της παραεκκλησιαστικής Αδελφότητας Ζωή Α. Τσιριντάνη, το 1946, που υπέγραψαν 220 επιφανείς προσωπικότητες, για αντιμετώπιση του «στρατού της αθεϊας και του υλισμού». Ανάμεσα στους 220, και σοβαροί δημοκράτες και πατριώτες που μάλλον παρασύρθηκαν από το άγριο ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής. 1946, θυμίζουμε.

Ας μη μιλήσουμε για τους πρώην αριστερούς, μετέπειτα θεωρητικούς και απολογητές της χούντας, Θεοφύλακτο Παπακωνσταντίνου (Πέτρο Μοναστηριώτη), Σάββα Κωνσταντόπουλο αρχειομαρξιστή, ακόμη και τον κούτβη Γεώργιο Γεωργαλά.

Διαφορές του τότε με το τώρα:
Πρώτον, δεν είναι Ψυχρός Πόλεμος. [Ασε που στις ΗΠΑ οι Δημοκρατικοί κατατρόπωσαν το Tea Party. Bέβαια, στην Ευρώπη είχαμε καθαίρεση εκλεγμένων (καίτοι ανίκανων) πρωθυπουργών…]
Δεύτερον, οι σημερινοί εμφυλιοπολεμικοί διανοούμενοι δεν έχουν το ταλέντο και την καλλιέργεια των παλαιών, ούτε καν το πολιτικό τους κριτήριο.
Τρίτον, τον εμφύλιο σήμερα διακηρύσσουν ανοιχτά μόνο οι νεοναζί. Οχι οι αντιναζί.
Και τα λοιπά.

Ομοιότητες: Κάποιοι επιδιώκουν ανάφλεξη Εμφυλίου. Γιατί; Για προσωπική τους διάσωση; Λόγω υστερίας; Λόγω ιστορικής και πολιτικής μυωπίας; Λόγω πνευματικής ανεπάρκειας; Ολα παίζουν.

Σε κάθε περίπτωση, μεγάλη παραμένει η ευθύνη των αριστερών (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό σήμερα) και δημοκρατών διανοούμενων, στην παρούσα κρίσιμη συγκυρία, για την προάσπιση της δημοκρατίας και της κοινωνικής συνοχής.

«Eστιν δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων». Ακουσα τον ορισμό της πίστεως κατά τον Απόστολο Παύλο στο ραδιόφωνο, ψάχνοντας μουσικές ανάμεσα σε καθηλωμένα αυτοκίνητα. Θαύμασα τη διατύπωση, σαφή αλλά και ευρεία· πατάει στον ορατό κόσμο, ανοίγεται στη ζωή με τα ελπιζόμενα, αλλά κρατάει ανοιχτή και τη δυνατότητα για έλεγχο των ου βλεπομένων.

Καθώς ο χαμηλός ήλιος του Δεκέμβρη, ανήμερα του Αγίου Νικολάου, έπεφτε στα μάτια μου και δεν έβλεπα, κράτησα το πρώτο μέρος, την ελπιζομένων υπόστασιν· αυτήν είχα ανάγκη για να βγάλω τη μέρα, αυτήν είχα ανάγκη για να βγάλω τον καιρό. Πίστη στη ζωή την ίδια, ελπίδα ζωής: γι’ αυτό διψούσε κάθε πόρος του δέρματός μου.

Να όμως που τα ου βλεπόμενα ήρθαν να με συναντήσουν από άλλη διαδρομή. Μόλις άνοιξα το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, έπεσα πάνω στην ευχή από φίλο καλό για την ονομαστική εορτή: «Αγαπητέ Νίκο, σου εύχομαι χρόνια πολλά, δημιουργικά κι ευλογημένα. Όσο για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα ας μη λησμονούμε πως: Eστιν δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων».

Μόλις είχα μισοχωνέψει τα ελπιζόμενα, και να, η παύλεια ρήση, ξαναφανερώνεται αμφίστομη, οξεία, πολυδύναμη. Μέσα σε λίγα λεπτά, η πίστη άνοιγε δυο φορές την πόρτα της ύπαρξης, συμπλήρωνε την κατανόησή μου της κατάστασης, υπενθύμιζε ότι ο περατός βίος ίσως είναι μισός και ακατανόητος χωρίς το μεταφυσικό συμπλήρωμα. Τα δυο ακούσματα μέσα σε λίγα λεπτά δεν ήταν πια σύμπτωση, ήταν φανέρωση, ήταν υπόδειξη για να δω το όλον: η ελπίδα φυτρώνει εδώ και τώρα, αλλά και συνεχώς ώς το επέκεινα· τα ορατά και τα αόρατα υπάρχουν εν όλω, μαζί, διαρκώς, είναι το παρόν και το μέλλον αδιάσπαστα, το διαρκώς διαφεύγον παρόν και το διαρκώς ερχόμενο μέλλον. Η ζωή μας είναι συνεχής, εδώ και εκεί, διαρκώς εμβαπτιζόμενη στα βάσανα και στην ελπίδα, σε δοκιμασίες και χαρές. Ποτέ δεν έχει ένα χρώμα, έναν τόνο.

Αν το πρώτο άκουσμα ήταν τυχαίο, το δεύτερο ήταν στοχευμένο· μου έγραφε ο φίλος: «Όσο για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα ας μη λησμονούμε…» Μου έλεγε να σταθώ, να ακούσω πιο προσεκτικά, μου υποδείκνυε έναν τρόπο να δω τον κόσμο και να τον αντέξω. Με οδηγούσε σε ένα άλλο βλέμμα· όπως ο ήλιος που μου ‘κλεινε τα μάτια με ανάγκασε να φορέσω μαύρα γυαλιά και να κατεβάσω το προστατευτικό, κι έβλεπα πάλι: Ο περιβάλλων ζόφος δεν είναι αδιαπέραστος, πάντα υπάρχει άνοιγμα στο τείχος της απογνώσεως, και όχι μόνο ένα. Η ελπίδα δίνει υπόσταση, ουσία και ύλη, στο διαρκώς εκτυλισσόμενο παρόν, για να το ζούμε· κι όσο για το διαρκώς ερχόμενο μέλλον, το ου βλεπόμενον, μπορούμε κι αυτό ακόμη να το ελέγχουμε, να του δίνουμε σχήμα κατά τις ανάγκες και τις προσδοκίες μας.

Με χρονική υστέρηση ως προς τις κοινωνικές μετατοπίσεις και τους ψυχοπνευματικούς μετασχηματισμούς, ακόμη και ως προς τα εκλογικά αποτελέσματα, οι πολιτικοί οργανισμοί εισέρχονται και αυτοί σε φάση έντονων αναζητήσεων και ανασυγκρότησης. Παρά την πρωτοφανή (τείνουσα προς τη μηδενική) κρίση εμπιστοσύνης προς τα κόμματα, τις τελευταίες ημέρες είχαμε μείζονες διεργασίες σε δύο υπάρχοντα κόμματα και ανάδυση δύο νέων μορφωμάτων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, αφού ενέγραψε περίπου 30-40 χιλιάδες νέα μέλη τριπλασιάζοντας τη βάση του, προχώρησε σε πανελλαδική ιδρυτική συνδιάσκεψη ως ενιαίο κόμμα και ετοιμάζεται ήδη για συνέδριο. Με ογκώδες εκλογικό ποσοστό και φιλοδοξία ανάληψης της εξουσίας, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης εισήλθε προχθές στη δύσκολη ενηλικίωση. Οι περιλάλητες συνιστώσες αυτοδιαλύθηκαν και ενσωματώθηκαν, πλην του Αριστερού Ρεύματος· η νέα δυναμική πλέον αντλείται από την προοπτική εξουσίας και από την ανάγκη κοινωνικών-πολιτικών συμμαχιών· όχι από την άθροιση επιμέρους ιδεολογικών εμμονών και ιδιορρυθμιών. Το νέο αίμα και η ιστορική συγκυρία θα ορίσουν την πολιτική σύνθεση που θα παραχθεί από το νέο μεγάλο κόμμα: και οι δύο αυτές παράμετροι ανατρέπουν τη συμβίωση επαγγελματικών στελεχών και αριστεριστών καθαρολόγων, που συνυπήρχαν σε ένα μικρό κόμμα-λέσχη.

Το σαφώς μειοψηφικό (25%) Αριστερό Ρεύμα εκφράζει μια στατική άποψη, προσανατολισμένη προς τον καταγωγικό Περισσό και ιδεολογικές συμμαχίες. Το κυρίαρχο ρεύμα υπό τον Αλέξη Τσίπρα στρέφεται προς κοινωνικές συμμαχίες και προς την ευθύνη μιας διαταξικής εθνικής συμπερίληψης· υπό τον όρο «κόσμος της εργασίας» νοούνται πλέον και τα ευρύτερα μικροαστικά στρώματα που πλήττονται από την κρίση. Εξ ου και οι πιο δυναμικές οργανώσεις είναι οι χωρικές, οι μικτής επαγγελματικής σύνθεσης οργανώσεις γειτονιάς, συνοικίας κ.λπ., οι οποίες είναι και πολύ περισσότερο παρεμβατικές επί του πεδίου, και όχι οι τυπικές κλαδικές.

Ενδιαφέρον έχει και η κινητικότητα στο χώρο των φιλελευθέρων, με αφορμή το συνέδριο της Δράσης. Παρά την περιορισμένη διείσδυση των ιδεών του πολιτικού και κοινωνικού φιλελευθερισμού, και την μονομερή έμφαση στα νεοφιλελεύθερα οικονομικά, γεγονός που τους προσδίδει συχνά έναν ακατέργαστο πολιτικά και αντιδημοφιλή χαρακτήρα, φαίνεται ότι και αυτός ο χώρος αντιλαμβάνεται ότι η συγκυρία επιτάσσει ριζοσπαστισμό και ανατροπές.

Τέλος, δύο αποτμήματα από τα κυβερνητικά κόμματα, ελάσσονος σημασίας: η ΡΙΚΣΣΥ του Ανδρέα Λοβέρδου, διαγραφέντος πάραυτα από το ΠΑΣΟΚ, πλασάρεται στο ασχημάτιστο κέντρο, ενόψει εξελίξεων, ενώ το Αριστερό Δίκτυο συγκεντρώνει τους ευάριθμους δυσαρεστημένους της ΔΗΜΑΡ, περισσότερο σαν αμήχανη ομάδα πίεσης στο αραιωμένο διάλυμα της παλαιάς κεντροαριστεράς.

Σε κάθε περίπτωση, ο σκληρότατος χειμώνας που έρχεται απειλητικός για το υπόλοιπο 70% του πληθυσμού, όσο δεν έχει διαβεί το κατώφλι της φτώχειας και του αποκλεισμού (στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ), θα φέρει και σοβαρές πολιτικές διεργασίες ― συστοιχισμένες εν μέρει με τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς.

Αυτή την κρίσιμη ώρα, ώρα θλίψης και ηττοπάθειας, η κυβέρνηση είχε μια ευκαιρία να τονώσει αδαπάνως το φρόνημα των πολιτών: να νομοθετήσει ένα φορολογικό σύστημα δίκαιο, αποτελεσματικό και ευεφάρμοστο. Δεν το έκανε. Μέχρι στιγμής, ό,τι διαρρέει ως νέα φορολογική νομοθεσία δεν φαίνεται να είναι ούτε απλούστερη ούτε δικαιότερη· αντιθέτως, τιμωρεί φορολογικά τις οικογένειες με παιδιά, σε ένα πληθυσμό υπό δημογραφικό μαρασμό, ενώ ταυτοχρόνως δεν μαθαίνουμε για κάποιο νέο δραστικό μηχανισμό προς ανάσχεσιν της φοροδιαφυγής.

Εξ όνυχος τον λέοντα. Η φορολόγηση είναι πεδίο όπου κατεξοχήν δοκιμάζεται το δημοκρατικό κράτος: αν μπορεί να υποστηρίξει την ισοπολιτεία και την ισονομία, αν θέλει να είναι κράτος δικαίου και κράτος λειτουργικό. Ομως τέτοιες πράξεις προϋποθέτουν επίγνωση της πραγματικότητας, ότι η κυβέρνηση εισακούει τις βαθύτερες ανάγκες της κοινωνίας, τις μεταβαλλόμενες προσδοκίες της. Αυτό δεν συμβαίνει. Υπάρχει μια χρονική διαφορά μεταξύ πολιτικού συστήματος και κοινωνίας. Το πολιτικό σύστημα, χαμηλών ικανοτήτων ούτως ή άλλως, δαπανά ενέργεια και πολύτιμο χρόνο για την αυτοσυντήρηση του και την αναπαραγωγή του την παρασιτική.

Η κοινωνία, μετά τρία χρόνια απωλειών και κλιμακούμενης οδύνης, έχει μεταβάλει στάση και συμπεριφορά σε πολλούς τομείς του βίου· έχει χαμηλώσει τον ορίζοντα προσδοκιών, έχει προσαρμοστεί εξ ανάγκης σε χαμηλότερο επίπεδο διαβίωσης, σε άλλους όρους εργασίας· για μέγα μέρος του πληθυσμού μόνη ωστική δύναμη είναι το ένστικτο επιβίωσης. Ως εκ τούτου πολλοί Ελληνες είναι ήδη έτοιμοι για αλλαγές, είναι ήδη μετασχηματισμένοι ψυχικά, και αναμένουν ένα σχέδιο, στόχους, μια ανανεωμένη αίσθηση συνανήκειν. Εν τω μεταξύ, εν απουσία σχεδίου και στόχων, μεταναστεύουν, υποβαθμίζουν τις ανάγκες τους, ζαρώνουν, δραπετεύουν από τη συλλογικότητα.

Το πολιτικό σύστημα αδυνατεί όχι μόνο να συγχρονιστεί με την κοινωνία που του αντιστοιχεί, με τον κυρίαρχο και νομιμοποιό λαό, αλλά αδυνατεί ακόμη και να αντιληφθεί τους μείζονες μετασχηματισμούς που συντελούνται.

Ποιος μπορεί να σταματήσει τους ναζί; Καθώς περνά ο καιρός και το νεοναζιστικό μόρφωμα φαίνεται να κερδίζει δημοτικότητα μεταξύ απελπισμένων και αδαών, γίνεται όλο και περισσότερο φανερό ότι ο ναζισμός δεν αντιμετωπίζεται με καλοπροαίρετα ξόρκια, με αποσιώπηση ή με μεμονωμένες θεαματικές αντιπαραθέσεις.

Είναι επίσης φανερό ότι η διογκούμενη αποδοχή μιας, κατά τα άλλα περιθωριακής, σέχτας φανατικών τα τελευταία δυο-τρία χρόνια οφείλεται εν πολλοίς στην σοβούσα κρίση, που αποδυναμώνει και την πίστη στη δημοκρατία, αλλά και στο εντελώς τοπικό πρόβλημα των ανεξέλεγκτων μεταναστευτικών ροών. Αυτά τα δύο φαινόμενα αλληλοτροφοδούνται και συνδυαζόμενα τροφοδοτούν τη ρητορική μισαλλοδοξίας, φυλετισμού και βίας των νεοναζί. Είναι γνωστό άλλωστε από τη μελέτη του μεσοπολέμου, ότι ο φασισμός και ο ναζισμός αναπτύσσονται στηριζόμενοι διαρκώς στην παραγωγή βίας και μισαλλοδοξίας· άνευ αυτών, μένουν χωρίς προωθητική ενέργεια.

Το νέο στοιχείο ωστόσο επιχωρίως είναι η μεταμφίεσή τους: σε μια τακτική κίνηση προσεταιρισμού ευρύτερων στρωμάτων, ανθρώπων θολωμένων μεν από την κρίση αλλά που απεχθάνονται τις δοξασίες των χιτλερόψυχων, οι εγχώριοι νεοναζί αποκρύπτουν τις παγανιστικές, σατανιστικές και εξολοθρευτικές πεποιθήσεις τους, αποκρύπτουν τις ποινικά κολάσιμες πράξεις μελών τους διασυνδεδεμέων με τον υπόκοσμο, και μεταμφιέζονται σε εθνικιστές, πατριώτες και ορθόδοξους χριστιανούς, σε υπερασπιστές της ελληνοχριστιανικής παράδοσης και των νοικοκυραίων.

Η απόκρουση της φαιάς πανώλης άρα περνά και από τη διαρκή αποκάλυψη των σκοταδιστικών δοξασιών τους, των βουτηγμένων στο φυλετικό μίσος, τη βία και τον πρωτογονισμό. Σε αυτό το πεδίο αποφασιστικό ρόλο καλείται να διαδραματίσει η Ορθόδοξη Εκκλησία. Μια Εκκλησία που θα επανέφερε στο προσκήνιο το ευαγγελικό κήρυγμα της αγάπης, της φιλαλληλίας και της ισότητας, που θα προφύλασσε τους πλανημένους και θα αποκάλυπτε την αποτρόπαιη ουσία του χιτλερισμού, θα ανέκοπτε αποφασιστικά τις ροές προς το νεοναζιστικό μόρφωμα.

Δυστυχώς η Διοικούσα Εκκλησία, δια του Προκαθήμενου ή δια της Ιεράς Συνόδου, δεν έχει παρέμβει μέχρι στιγμής. Αντιθέτως, υπάρχουν αρχιερείς και ιερείς που συνομιλούν ή και ευλογούν τα όπλα του μίσους. Εντούτοις, κάτι κινείται: τέσσερις τουλάχιστον μητροπολίτες με αυξημένο κύρος και επιρροή, ο Σιατίστης, ο Δημητριάδος, ο Μεσσηνίας και ο Ναυπάκτου, έχουν καταδικάσει ρητά τον νεοναζισμό, σώζοντας την τιμή της Εκκλησίας. Την περασμένη Δευτέρα το Ιδρυμα Βιβλικών Μελετών «Αρτος Ζωής» άλλαξε την ατζέντα: οργάνωσε ενώπιον μεγάλου πλήθους εκδήλωση στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με θέμα «Νεοναζιστικός παγανισμός και Ορθόδοξη Εκκλησία»· ομιλητές, επιφανείς θεολόγοι και ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως. Με παρόμοια θεολογική ευαισθησία και δημοκρατική εγρήγορση κινούνται ήδη και άλλες σημαντικές συλλογικότητες: το περιοδικό Σύναξη και η Ορθόδοξη Ακαδημία Βόλου.

Κάτι ακούγεται στην κοινωνία, αχνό αλλά ελπιδοφόρο. Μακάρι να ακουστεί και μέσα στα μέγαρα των επισκόπων.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με αυτοδύναμη κυβέρνηση ηλικίας δέκα μηνών, πιθανόν να οδηγήσει τη χώρα σε διπλές εκλογές. Κ… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • Κατάσταση εξαίρεσης και ΜΙΖΑΣ, διαρκής και καθολική. https://t.co/t6DkoIXnqW 1 month ago
  • Ο Πολιτισμός είναι οι Εργαζόμενοί του youtu.be/lfbRs8vltH4 via @YouTube 1 month ago
  • Με αυτή την προνεωτερική Δεξιά της αναλγησίας και της μισανθρωπίας, των φύλαρχων, των ελλαδέμπορων και των μακονομά… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Σαβουρο-σάιτ και fake news στο account της Γεν. Γραμματείας Επικοινωνίας - Ανεπαρκείς εξηγήσεις από τον Γεν. Γραμμα… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Παράλληλο κόστος θα έχει ο Κ. Μητσοτάκης και από τη βίαιη απογύμνωση του εκτενούς και βαθέος κυκλώματος διανομής πο… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.009.910 hits
Αρέσει σε %d bloggers: