You are currently browsing the monthly archive for Νοέμβριος 2012.

Eως αργά χθες το βράδυ, όταν γράφονταν αυτές οι γραμμές, το Eurogroup δεν είχε ανακοινώσει την απόφασή του για την πορεία του ελληνικού χρέους. Δυόμισι χρόνια μετά την πρώτη επιχείρηση διάσωσης, που υποσχόταν ότι θα επέλυε διά μιας την κρίση χρέους, η Ελλάδα παραμένει βυθισμένη στην αβεβαιότητα, πολύ χειρότερα από ποτέ. Διότι το θέμα πια δεν είναι αν θα λάβουμε την ήδη πολυκαθυστερημένη δόση του δεύτερου πακέτου διάσωσης, αλλά αν θα τερματιστεί το αφόρητο καθεστώς αβεβαιότητας και ομηρίας, που έχει παραλύσει την οικονομία και πληγώνει διαρκώς την κοινωνία.

Δυστυχώς δικαιώνονται όσοι από την αρχή εκτιμούσαν ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό, ότι η κρίση χρέους αφορούσε και άλλους «αμαρτωλούς», εκτός της Ελλάδος, και ότι μια βασική πηγή του προβλήματος εντοπιζόταν στην αρχιτεκτονική του κοινού νομίσματος και στις ασυμμετρίες εντός της Ευρωζώνης. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 όχι μόνο κατέδειξε τις δομικές αδυναμίες της Ευρωζώνης, αλλά τώρα πλέον δοκιμάζει τις αντοχές των δημοκρατικών κρατών και καταστρέφει τις κοινωνίες.

Στη δική μας περίπτωση η κρίση ξέσπασε πρώτη και σφοδρότερη. Με την εκ των υστέρων γνώση μπορούμε να διακρίνουμε ότι όλα σχεδόν έγιναν λάθος εξ υπαρχής. Η ελληνική ηγεσία αιφνιδιάστηκε και παρέλυσε· δεν επεξεργάστηκε καμία δική της πρόταση για έξοδο από την κρίση· παραδόθηκε στους χειρισμούς των απρόθυμων εταίρων – δανειστών. Η Ευρωπαϊκή Ενωση, υπό την καθοδήγηση της Γερμανίας, δεν μπόρεσε επίσης να δώσει δραστική λύση· δεν θέλησε να αναγνωρίσει το βάθος και την έκταση του προβλήματος, προτίμησε να δίνει προσωρινές λύσεις και μετέθεσε τα δύσκολα για αργότερα.

Με γερμανική πρωτοβουλία κυρίως, αλλά όχι μόνον, αυτή η αναβλητικότητα μεταμφιέστηκε σε ρητορική περί αρετής και αμαρτίας, και πήρε ανθελληνική και αντιμεσογειακή χροιά. Η ρητορική μεταμφίεση του προβλήματος πλήγωσε περαιτέρω την Ελλάδα, διότι εσωτερικεύτηκε σε μεγάλο βαθμό, θόλωσε την κρίση του λαού και τον διαίρεσε ψυχικά. Εχει πλήξει επίσης και την Ευρώπη πολιτικά, στην ίδια την ουσία της: την ένωση ελεύθερων κρατών. Η κρίση και η ατελέσφορη διαχείρισή της έδειξε την Ευρώπη άνιση, ασύμμετρη, τιμωρητική, δύσκαμπτη, έτοιμη να προσφύγει σε εθνοτικά στερεότυπα και λόγια μίσους.

Αποτύχαμε να προσεγγίσουμε, όταν ακόμη μπορούσαμε, μια λύση ριζική και βιώσιμη, δηλαδή μια λύση προς όφελος και της Ελλάδας και της Ευρώπης. Αυτή η αποτυχία κλονίζει την ενωμένη Ευρώπη και καταστρέφει την Ελλάδα.

Αλλά εμάς τώρα μας ενδιαφέρει πρωτίστως να σταματήσει αυτή η κατρακύλα στη φτώχεια και την αστάθεια. Τώρα ζητάμε απελπισμένα όχι τη δόση, αλλά ένα τέλος: τέλος στην κατρακύλα, την αβεβαιότητα, την αστάθεια. Οποιοδήποτε τέλος θα είναι καλύτερο από αυτό το μαρτύριο των αναβολών και της βύθισης· διότι στο τέλος βρίσκεται τουλάχιστον μια αρχή.

Είναι Κυριακή και είναι μισολιακάδα Νοεμβρίου. Το φως λούζει την Αθήνα, την ξεπλένει και την αποδίδει αναγεννημένη, σε αναγκάζει να μισοκλείνεις τα μάτια, καθώς διαπλέεις Πατησίων και Αθηνάς με την Ακρόπολη διαρκώς μπροστά σου. Αυτό το φως σού ανοίγει την ψυχή, σε ξεζαρώνει.
Απ΄την εκβολή της η Αθηνάς προδιαθέτει για το πανηγύρι που τελείται παρακάτω. Στην πλατεία στο Μοναστηράκι, αδιαχώρητο. Ανθρωποι έχουν πλημμυρίσει όλο το ξέφωτο, στο κέντρο το πλήθος είναι στημένο γύρω από ένα δυσδιάκριτο δρώμενο: σηκώνεσαι στις μύτες των ποδιών, διαπερνάς πλάτες και κεφάλια, διακρίνεις ακροβάτες και πεχλιβάνηδες. Είναι 2012.

[Φλας: Θυμάμαι αχνά τον Τζίμη τον Τίγρη στην πλατεία Κοτζιά πριν καμιά τριανταριά χρόνια, τόσο και παραπάνω. Η Αθήνα ήταν μια πρωτεύουσα του Νότου, βαλκάνια, συμμαζεμένη· η ζωή έσφυζε γύρω από το ιστορικό της κέντρο, με καφενεία μουσικών, με οικοδόμους και ελαιοχρωματιστές στην Αθηνάς ξημερώματα, με άφοβα νυχτοπερπατήματα μειρακίων για πατσάδες και γιαουρτόμελα, με ζεστά κουλούρια ξενύχτικα στου Ψυρρή. Με κέρματα και μικρά χαρτονομίσματα ευημερούσαν οι Ελληνες στην τυφλή απόληξη της Ευρώπης, αισιοδοξούντες και εργαζόμενοι. Ταινίες, δίσκοι, συναυλίες, αυτοκίνητα, μοτοσυκλέτες, μπαρ, ρούχα, ουίσκια, κονιάκ, ταβέρνες, όλα ήσαν λίγα αλλά επαρκή, όλα κυκλοφορούσαν χρησιμοποιούνταν εξαντλητικά. Κανείς δεν ανησυχούσε, σε κανέναν δεν έλειπαν τα αναγκαία, κανείς δεν αισθανόταν μειονεκτικός.]

Aπό την Ερμού έως την Ασωμάτων το παζάρι των παλιατζήδων. Απιθωμένα στην άσφαλτο ή στα καπώ των αυτοκινήτων τα περισσεύματα νοικοκυριών, τα απομεινάρια κλεισμένων σπιτιών, βινύλια, αγαλματίδια, θαμπά CD, ποτηράκια και υπολείμματα από σερβίτσια, ρολόγια κούκοι, τενεκεδένια κουτιά Παπαγάλος Λουμίδη. Υλη για περίεργους και συλλέκτες, σαβούρα που αναζητεί νέο χώρο να καταλάβει.

Σαβούρα λοιπόν: λάμπει κάτω απ΄το ηλιόφως, εκπέμπει μια αλλόκοτη αισιοδοξία, την χρονοανθεκτικότητά της· πίσω απ΄το εμπόρευμα στέκουν κλειστά μαγαζιά φαλιρισμένα, πνιγμένα από οργιώδη γκράφιτι που επιτείνουν το κενό. Ακόμη και στην Ερμού, που πρόσφατα καλλωπιζόταν με στεγαστικά δάνεια, ανάμεσα σε κραταιά παλαιοπωλεία με ακριβά κομμάτια, η παλιατσούρα εισβάλλει κυρίαρχη, αμείλικτη. Ερχεται παντοδύναμη, κλιμακωτά, από τα μεγάλα παζάρια της Πειραιώς στο Γκάζι, από τον Πειραιά, κι από το αχανές παζάρι του Σχιστού, από τα βασίλεια της σαβούρας.

[Πετάρισμα: η Αθήνα ήταν βαλκάνια, χωρίς όμως τη λάσπη, αρωματισμένη πάντα με την αύρα του Σαρωνικού και τον ανοιχτό ορίζοντα της Μεσογείου, ευλογημένη με ερείπια και κινητικότητα. Στο πρόσφατο τέταρτο αιώνος έγινε μητρόπολη του Νότου, μια προβολή λάμπουσας Ευρώπης προς ανατολάς, λίγο αλαζονική: προς αυτή τη φωτεινή εστία συνέρρευσαν άνθρωποι από γύρω, προς τον ήλιο, προς την γλυκεία ζωή της Μεσογείου, προς μια άρρητη υπόσχεση. Τώρα ξαναγίνεται βαλκάνια; Στρέφει προς τα έσω, προς μια κλειστή αυτάρκεια; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει. Ακόμη.]

Η εικόνα διαφορίζεται στο μεγαλειώδες άνοιγμα του Θησείου, εκεί όπου η Αθήνα προβάλλει δαιμονικά αρχαία και νέα, αιώνια καλλονή με λυτά μαλλιά. Υπό την κραταιά σκιά της Ακροπόλεως, αναπτύσσονται βυζαντινοί και νεοκλασσικοί ναοί, πεύκα, δενδροστοιχίες, εκλεκτικιστικές κατοικίες, μοντέρνα κτίρια, λιθόστρωτοι πεζόδρομοι, ταφικά μνημεία, θαλερά συντρίμμια αγοράς, διαρκείς ίσκιοι ανθρώπων, συρσίματα ποδιών, ψίθυροι και ντελάληδες από πάντα εδώ. Στο ξέφωτο, πλάι στο παρκάκι, ένα άλλο παζάρι, πιο κομψό, με καινούργια πραγματάκια, πάντως το ίδιο ανώφελο, μη πρακτικό, το ίδιο γοητευτικό. Σμήνη περιπατητών, χαζεύουν τα πωλούμενα χειροτεχνών και γυρολόγων, τα Made in China πραγματάκια της πεντάρας. Υπνωτισμένοι όλοι, ξενόλαλοι και αυτόχθονες, υπνωτισμένοι από το κάλλος του τοπίου και από τα πραγματάκια.

Τι μαγνητίζει τους ανθρώπους σε τέτοια παζάρια; Ιδια παντού η σαγήνη, από το Κάιρο και την Κωνσταντινούπολη ώς τη Βενετία, τη Νάπολη και το Παρίσι. Παζάρι, μερκάτα, σουκ, αγορά, υπαίθρια ή ημιστεγασμένη, πόσο διαφορετική όμως πάντα από το mall, πόσο πιο πολύχρωμη, φτηνή, διασκεδαστική, για χασομέρηδες και παιδιά εξίσου. Είναι το τελευταίο πεδίο μαγείας στις πόλεις της ταχύτητας και της τεχνικής, μια φυσαλλίδα όπου ο χρόνος επιβραδύνεται έως ότου όλα γίνονται άχρονα, αρχαϊκά, όλα βαπτίζονται στον μύθο, και ο βίος απλώνεται κυκλικά. Για λίγο, όσο διαρκεί ένα πρωινό σουλάτσο, πριν ή μετά έναν μακρόσυρτο καφέ στα δάση των τραπεζοκαθισμάτων. Οσο διαρκεί το φως μιας Κυριακής, άπλετο, βασανιστικό, λυτρωτικό.

Το χώμα στο παρκάκι είναι νωπό. Σχεδόν μυρίζεις δέντρα.

ζωγραφική: Paul Klee, Mediterranean Settlement.

Διάχυτη αίσθηση: κάναμε ό,τι μπορούσαμε, και πέρα από το όριο αντοχής. Ματώσαμε, και διαρκώς αιμορραγούμε από ανεργία, ύφεση και ξενιτεμό. Κάναμε ό,τι μας είπανε, σοκαρισμένοι, σπαρταρώντας. Τώρα; Τώρα αφήνουμε τη μοίρα μας στην καλοσύνη των ξένων, σαν την Μπλανς Ντυμπουά, εναποθέτουμε τις ελπίδες μας σε ένα νέο Ναυαρίνο, όπως όταν ξεκινήσαμε. Η ναύαρχος Λαγκάρντ δίνει τη μάχη για λογαριασμό μας, και για λογαριασμό των εξωευρωπαϊκών Μεγάλων Δυνάμεων, για να βουλιάξει το χρέος-Ιμπραήμ που τις και μας κατατρώει. Εμείς, ανήμποροι και πένητες, παρακολουθούμε τη ναυμαχία απ’ τις ακτές της καμένης Πελοποννήσου.

Ανάμεσα στ’ αποκαΐδια μας φουντώνει ο διαρκής εμφύλιος, όπως πάντα. Ποιος φταίει περισσότερο, ποιος άνοιξε τις θύρες να μπει το κακό, μα κυρίως ποιος θα κουμαντάρει το πτωχευμένο κρατίδιο, ποιος θα ‘χει το γκουβέρνο της ελληνικής νομαρχίας, θα κανονίζει τα λιγοστά δοσίματα και τους ελάχιστους διορισμούς. Μαχαιρώματα, καπάκια, απειλές.

Η εις Αδου κάθοδος είναι στη μέση ακόμη. Ο παλαιός πολιτικός ιστός έχει φθαρεί, δείχνει όλο και μεγαλύτερα χάσματα, αλλά θα συνεχίσει να ξηλώνεται, φέρνοντας κι άλλο πόνο στην κοινωνία ― αλλά αυτή η καταστροφή είναι και η μόνη που φέρει το σπέρμα της αναγέννησης, της αναδημιουργίας, της ανάδυσης στον πάνω κόσμο, όπως κι αν είναι αυτός όταν θ’ αναδυθούμε.

Ποιοι, με ποιους; Μπορεί τώρα να μη διακρίνουμε τα πρόσωπα, τις μορφές, τους ηγέτες. Ομως μέσα στους Ελληνες παντού, στις πόλεις, στα νησιά, στο λαβωμένο πλήθος των μικρομεσαίων, στα μορφωμένα νιάτα της διασποράς, στους ποιητές και τους σεμνούς επιστήμονες, παντού μες στη διάχυτη βουβαμάρα και το κράτημα, υπάρχουν υπνώττουσες δυνάμεις, λανθάνουσες, μουδιασμένες τώρα, άνθρωποι άξιοι και έντιμοι, που κρατιούνται μακριά από τη βοή και τη σκόνη. Μπορούμε. Αλλάζοντάς τα όλα, απ’ τη μορφή της δημοκρατικής διακυβέρνησης έως τους εαυτούς μας. Εμάς κυρίως.

 

Ολες οι σκέψεις είναι ριψοκίνδυνες, οταν ζεις στην κόψη ενός διαρκώς μεταβαλλόμενου περιβάλλοντος. Διακινδυνεύεις να παρασυρθείς σε ατραπούς ανοιγμένες από το θυμικό, σκαμμένες από την έγνοια για το σπίτι σου και τα παιδιά σου, στα άβατα της πιο προσωπικής, της πιο υπαρκτικής αγωνίας. Αλλά θα σταματήσεις να σκέφτεσαι, να συλλογάσαι; Το αντίθετο. Η κινδυνώδης συνθήκη είναι η πιο γόνιμη για τη σκέψη· μόνο τότε δοκιμάζεις in vivo τις διανοητικές σου αντοχές, τις ψυχικές δυνάμεις, ό,τι ήσουν και ελάνθανε. Μόνο οι νεκροί δεν σφάλλουν.

Ο στοχασμός πάνω στην κρίση της δημοκρατίας και την παράλληλη ανάδυση του νεοναζισμού είναι ένα τέτοιο επικίνδυνο πεδίο. Το ένα φαινόμενο προϋποθέτει το άλλο; Μάλλον ναι. Παίρνω αφορμή από τη λαμπρή μελέτη του Μαρσέλ Γκωσέ, «Η δημοκρατία υπό τη δοκιμασία των ολοκληρωτισμών, 1914-1974» (εκδ. Πόλις, μετ.: Αλεξ. Κιουπκολής). Στο εμβριθές αυτό έργο ο Γκωσέ, εξετάζοντας την ανάδυση του ναζισμού στη Γερμανία, του φασισμού στην Ιταλία και του σταλινισμού στη Ρωσία, εντοπίζει τρεις πηγές που αρδεύουν τους συγκεκριμένους ολοκληρωτισμούς: τη συγκυρία και το περιβάλλον, την ψυχοπολιτική κληρονομιά της ήττας, και την απονομιμοποίηση της εξουσίας.

Ως κοινό ιστορικό περιβάλλον, από το 1917 ώς το 1933, ο Γκωσέ περιγράφει την οξεία κρίση του φιλελευθερισμού, αλλά και την κρίση του Λαού, την κρίση της Προόδου και της Επιστήμης. Μια κρίση λοιπόν των θεμελίων της νεωτερικότητας και τη βιομηχανικής επανάστασης, φανερή ήδη στα μεγάλα έργα του ρομαντισμού αλλά και στα έργα τέχνης αμέσως μετά τον Πρώτο Πόλεμο, οδηγεί στην εκρηκτική ανάδυση των ολοκληρωτικών καθεστώτων σε ανθρωπογεωγραφικά πεδία πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Στη σημερινή συγκυρία αντιστοίχως, παρόμοια κρίση περνούν ο κοινοβουλευτισμός, ο λαός ως υποκείμενο αντιπροσωπευόμενο και πολλαπλώς διαμεσολαβούμενο, αλλά και η Πρόοδος και η Τεχνική υπό την έννοια του υπερκορεσμού, αφενός, και της έλλειψης νοήματος, αφετέρου. Πολύ περισσότερο που υπεισέρχεται και το στοιχείο της ματαίωσης-διάψευσης: ο μετανεωτερικός άνθρωπος ερχόμενος από περιβάλλον υπερκατανάλωσης και πλησμονής μεταπίπτει βιαίως σε περιβάλλον σπάνης, στη Μεγάλη Υφεση.

Η σπάνη προετοιμάζει ένα ανθρωπολογικό σοκ: ο νεοπληβείος και χωρίς φωνή φέρει στο πετσί του μια ταπείνωση πραγματική και συμβολική, ταπείνωση όρων διαβίωσης και ταπείνωση προσδοκιών. Κι αυτή η ταπείνωση ζητά να ξεπλυθεί. Στο βαθμό που η πτώχευση και η Υφεση βιώνονται σαν ατομική και συλλογική ταπείνωση, τα υποκείμενα ζητούν να διοτεχετεύσουν τη στομωμένη ζωτικότητα, τη ματαιωμένη ύπαρξη, τις διαψευσμένες προσδοκίες. Η καταφυγή-συσπείρωση στο φυλή, η υποταγή στον Ηγέτη, λειτουργούν ανακουφιστικά, σαν θρησκευτικό υποκατάστατο· ένα καταφύγιο αρχαϊκό σε μετανεωτερικό περιβάλλον, κάπως σαν τις φυλές-συμμορίες και τις εθνοτικές μαφίες που νέμονται μητροπόλεις και κράτη, από το Ρίο ντε Τζανέιρο, το Μέξικο Σίτυ και το Λος Αντζελες, μέχρι το Κόσοβο και τη Σομαλία.

[Παρένθετα: Ο νεοναζισμός του 2012 είναι μια αρχαϊκότητα με ποπ περίβλημα, είναι βαναυσότητα με μεταμοντέρνο στυλ. Η στολή με τι-σερτ, μπότες και αλυσίδες, η ερυθρομέλανη παλέτα, τα κουρέματα, η μυική δύναμη, κατάγονται όχι μόνο από τον ναζιστικό μεσοπόλεμο, αλλά κυρίως από το σύμπαν των πολεμικών βίντεο γκέιμ, των υπερηρώων του fantasy και εκδοχών του χέβι μέταλ. Μ’ αυτά τα μορφότυπα άλλωστε είναι περισσότερο εξοικειωμένοι οι έφηβοι κάγκουρες, και όχι με τα παραληρήματα περί Πανός του κάθε μεσήλικος φυρερίσκου.]

Η συγκυρία της Υφεσης και η εμπειρία της διττής ταπείνωσης συνοδεύονται από την τρίτη, κατά Γκωσέ, πηγή του ολοκληρωτισμού: την απονομιμοποίηση της εξουσίας. Ασφαλώς η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία δεν φέρει τη δομική αστάθεια των μεσοπολεμικών δημοκρατιών, ωστόσο και στις μέρες μας παρατηρείται μια κρίση νομιμοποίησης της αντιπροσωπευτικής εξουσίας, αποδιδόμεμη αδρά σε διαφθορά και ανικανότητα των φορέων της. Το οικονομικό αδιέξοδο και ο παραδεδεγμένος περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας πολλαπλασιάζουν το έλλειμμα εμπιστοσύνης προς το εξασθενημένο νομοθετικό σώμα και προς την ηθικά τραυματισμένη εκτελεστική εξουσία. Οι αδυναμίες και οι αμαρτίες των φορέων εξουσίας εκλαμβάνονται σαν αδυναμίες και αμαρτίες της ίδιας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Στα διάκενα της ανηθικότητας φυτρώνει ο κομπασμός για τα καθαρά χέρια που χαιρετούν ναζιστικά.

Οι αναλογίες είναι παρακινδυνευμένες· κάθε ιστορική αναγωγή είναι επισφαλής. Εντούτοις, διακρίνουμε ανησυχητικά σπέρματα: την οδυνηρή συγκυρία της Υφεσης, έναν ψυχισμό ταπείνωσης εν εξελίξει, δυσχερή νομιμοποίηση της συλλογικής εκπροσώπησης.

illustration: John Heartfield. Ο σταυρός δεν ήταν αρκετά βαρύς.

Η πρωτοφανής κρίση που πλήττει την Ελλάδα, ακόμη κι ενταγμένη στο διεθνές περιβάλλον κρίσης, καταδεικνύει εγχώριες αδυναμίες και ασθένειες του πολιτικού συστήματος, του δημόσιου βίου, της παραγωγικής δομής. Σχεδόν όλοι κάνουν λόγο για το τέλος της μεταπολίτευσης· πολλοί μάλιστα σπεύδουν να εντοπίσουν όλες τις πηγές της κρίσης στη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο και στις νοοτροπίες που αναπτύχθηκαν. Κάποιοι φτάνουν να υποστηρίζουν ότι όλη η μεταπολίτευση ήταν ένα τεράστιο και διαρκές σφάλμα· ο τρόπος που έζησαν και πολιτεύθηκαν οι Ελληνες οδηγούσε αναπόδραστα στην παρούσα καταστροφή.

Ηταν όλη η μεταπολίτευση ένα λάθος; Πήραμε τη ζωή μας λάθος; Υπάρχει καταφανής ανάγκη για αυτοκριτική και αναχώνευση των όσων ζήσαμε μετά το 1974. Η ανάλυση και κατανόηση είναι το πρώτο βήμα για ανάκαμψη και υπέρβαση της κρίσης. Χρειάζεται όμως προσοχή: η σφοδρότητα των συμβαινόντων θολώνει την κρίση· ο πόνος, η οργή, η κατάπληξη μπορεί να οδηγούν σε βιαστικά συμπεράσματα, σε ισοπεδωτικές κρίσεις, σε μαζικές απορρίψεις. Αναλύοντας τα τερατώδη λάθη της μεταπολίτευσης μπορεί να οδηγηθούμε σε άλλα τερατώδη λάθη, αναλόγως μοιραία.

Ενα πρώτο λάθος σε αυτή την σαρωτική κριτική της μεταπολίτευσης είναι η αυθαίρετη και αδιαφοροποίητη περιοδολόγηση: η πτώση της δικτατορίας είναι αναμφίβολα ένα πολιτικό ορόσημο, αλλά οι κοινωνικές και ιδεολογικές διεργασίες δεν ξεκίνησαν αιφνιδίως το 1974 ούτε διακόπηκε όλη η ζωή το 1967. Πολλές κοινωνικές διεργασίες που είχαν αρχίσει στη δεκαετία του ’60 έχασαν την ορμή τους με το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, αλλά δεν εξαφανίστηκαν· άλλαξαν κοίτη και δυναμική. Εξάλλου μέσα στην επταετία εμφανίζονται καινοφανείς συμπεριφορές, αναδύονται νέες κοινωνικές ομάδες ευνοημένων, αρχίζει να εμπεδώνονται νέες τάσεις καταναλωτισμού και διασκέδασης. Η χώρα μπορεί να υπέφερε από έλλειψη πολτικών ελευθεριών, αλλά δεν ήταν στεγανή στα μηνύματα της διεθνοποιημένης ποπ κουλτούρας, ούτε καν στο πνεύμα αμφισβήτησης του Μάη ’68 και των χίππις.

Υπό αυτή την έννοια, πολιτισμικά και κοινωνικά η «χαμένη άνοιξη» του ’60 προβάλλει μέσα στην επταετία 1967-74: τα λαϊκά-εργατικά στρώματα συνεχίζουν να μικροαστικοποιούνται, η ανοικοδόμηση και η αστυφιλία εντείνονται, η κοινωνική κινητικότητα συνεχίζεται απρόσκοπτα. Η δωρεάν παιδεία, η επέκταση της μέσης εκπαίδευσης και τα πανεπιστήμια προσφέρουν στα παιδιά των ασθενέστερων στρωμάτων όχι μόνο μόρφωση και επαγγελματική κατάρτιση, αλλά και τα ασφαλή μέσα για κοινωνική-οικονομική άνοδο. Και ακριβώς αυτή η πληθυσμιακή ομάδα με τα ρευστά κοινωνικά χαρακτηριστικά, οι απρόβλεπτοι φοιτητές, θα διαδραματίσουν ρόλο καταλύτη στις πολιτικές εξελίξεις όταν η χούντα θα έχει πια κουραστεί.

Οι φοιτητές, περιβεβλημένοι την αίγλη της αντιδικτατορικής αντίστασης και του Πολυτεχνείου, θα πρωταγωνιστήσουν και τα πρώτα χρόνια μεταπολιτευτικά χρόνια: από τις τάξεις τους θα αντλήσουν νέο αίμα τα αριστερά κόμματα, τα οποία επανέρχονται στο προσκήνιο της νομιότητας αποδεκατισμένα και γερασμένα, έχοντας χάσει επαφή τόσο με την μεταλασσόμενη ελληνική κοινωνία, όσο και με τα νέα πολιτιστιτικά ρεύματα του ’60-’70. Μαζί τους οι ποικίλης προέλευσης και νοοτροπίας αντιστασιακοί.
Από αυτές τις δεξαμενές, και από τη δεξαμενή του προδικτατορικού ανδρεϊκού Κέντρου, θα αντλήσει στελέχη και ιδεολογία το ΠΑΣΟΚ, συγκροτούμενο γύρω από τη χαρισματική και ριψοκίνδυνη προσωπικότητα του αρχηγού του Ανδρέα Παπανδρέου. Το ΠΑΣΟΚ εξέφρασε το προειρηθέν συνεχές, από το ’60 ώς το ’80, συμπεριλαμβάνοντας στους κόλπους του νοοτροπίες, συμπεριφορές, ιδέες και ήθη υπό διαμόρφωσιν, αλλά κυρίως τις πυρακτωμένες προσδοκίες των διευρυνόμενων και ανερχόμενων μικρομεσαίων. Το ΠΑΣΟΚ τους έδωσε όνομα, πρόσωπο και χώρο.

Το μικρομεσαίο πλήθος διεκδίκησε πρωταγωνιστική θέση στην κοινωνία με το σφρίγος του, με την ενισχυμένη οικονομική και επαγγελματική του θέση, και με την πανεπιστημιακή μόρφωσή του. Η συμβατικά ονομαζόμενη γενιά του Πολυτεχνείου και η αμέσως επόμενη γενιά της Μεταπολίτευσης απαρτίζονται εν πολλοίς από άτομα με πτυχίο ανώτατης σχολής. Εχουν από πολύ νωρίς εμπειρίες πολιτικών αναμετρήσεων, εξουσίας και διοίκησης. Αναπόφευκτα, αρκετοί απ’ αυτούς θα εισέλθουν στις πολιτικές και επιχειρηματικές ελίτ και θα τις ανανεώσουν εν μέρει. Μαζί τους θα κουβαλήσουν και τις αποσκευές της καταγωγής τους, μικροαστικής ή αγροτικής-επαρχιακής, τις πολιτιστικές αναζητήσεις τους, το γούστο τους. Ολα αυτά κυμαίνονται: από τη δημώδη και λαϊκή παράδοση, αμετουσίωτη ή περασμένη από τις επεξεργασίες της Γενιάς του ’30 και της ηττημένης μεταπολεμικής Αριστεράς, έως τα ελαφρολαϊκά και τα ντίσκο της χούντας, έως τη ροκ κουλτούρα που βαθμαία προβάλλει ηγεμονική στους νεότερους.

Μετά τη δεύτερη τετραετία του ΠΑΣΟΚ, και ιδίως μετά το άλλο μεταπολιτευτικό ορόσημο, το βρώμικο ’89, που συμπίπτει με την ιστορική πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, όλα τα προηγούμενα ρευστά, ταξικά, ιδεολογικά, πολιτιστικά, συγκροτούνται σε μια νέα δυναμική. Το μικρομεσαίο πλήθος οργανώνεται σε συντεχνίες, με την παρότρυνση του ΠΑΣΟΚ και προς όφελός του: από εκεί και από το υπερτροφοδοτούμενο Δημόσιο και τις ΔΕΚΟ, το ΠΑΣΟΚ αντλεί στελέχη, νομιμοποίηση και ισχύ. Η Ευρώπη προσφέρει αφειδώς οικονομικούς πόρους για συνοχή και σύγκλιση. Η Νέα Δημοκρατία αντιγράφει το ΠΑΣΟΚ.

Το τελευταίο ορόσημο πριν την παρούσα πτώση, είναι η κορύφωση της φενάκης, από τα τέλη της δεκαετίας ’90, με την έκρηξη του Χρηματιστηρίου έως την ένταξη στην ευρωζώνη το 2002 και το καλοκαίρι της ολυμπιακή και ποδοσφαιρικής μέθης. Το 2004 το κύμα, που φούσκωνε από τη δεκαετία του ’60, έσκαγε αυτάρεσκα στον κόλπο της Ισχυράς Ελλάδος, δαφνοστεφούς και ευρωπαίας.

Εξι χρόνια αργότερα, το μικρομεσαίο πλήθος, πληβειοποιημένο και διαψευσμένο, έκαιγε την Αθήνα. Είχε περάσει μισός αιώνας.

«Απαγορεύεται να σου μιλάω». Στίχοι: Ντέλλα Ρουφογάλη. Μουσική: Χάρης Παμφίλης. Πρώτη εκτέλεση: Τόλης Βοσκόπουλος. Φωτ.: Η Ντέλλα με τον τότε σύζυγό της, υποστρατηγό Μιχάλη Ρουφογάλη, διοικητή της ΚΥΠ επί δικτατορίας.

Η σημερινή επέτειος του Πολυτεχνείου, εντός της δυσμενούς ιστορικής συγκυρίας, δίνει αφορμή για απολογισμό όλης της μεταπολιτευτικής περιόδου. Η δικτατορία έπεσε με πάταγο, αλλά η επάνοδος της δημοκρατίας συνοδεύτηκε από μια εθνική καταστροφή, τη διχοτόμηση και κατοχή της Κύπρου. Ωστόσο η δικτατορία των συνταγματαρχών άφησε κάποια ίχνη στην νεογέννητη Γ’ Ελληνική Δημοκρατία, αυτούσια ή τα κατοπτρικά τους αντίστροφα.

Το ελληνοχριστιανικό Kitsch της χούντας λ.χ. λοιδωρήθηκε, αλλά ο λαϊκισμός της επταετίας, όπως ακφραζόταν από τις νέες φυλές των ατσίδων θαλασσοδανειούχων και των γλετζέδων της παραλιακής, έμεινε αλώβητος. Ισως κρύφτηκε την πρώτη περίοδο, αλλά αναδύθηκε παντοδύναμος αργότερα. Η μέθη της ελευθερίας και η εκ των υστέρων αναχώνευση του Μάη ’68 εσκέπαζαν το βαθύτερο kitsch, το ηθικό και κοινωνικό, το ήθος των ανερχόμενων μεσοστρωμάτων, των ωφεληθέντων της χούντας. Ο μεταγενέστερος λαϊκισμός του ’80 άντλησε και από αυτά τα κοιτάσματα.

Ωστόσο η Μεταπολίτευση δεν χαρακτηρίζεται μόνο από τις ποικίλες φανερώσεις του λαϊκισμού. Η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία πρόσφερε πρωτόγνωρη πολιτική ελευθερία και μοναδικές ευκαιρίες κοινωνικής ανέλιξης σε μεγάλες ομάδες του πληθυσμού· πρακτικά, διεύρυνε τα μεσοστρώματα ως προς την έκτασή τους και την επιρροή τους. Υπό μία έννοια ολοκληρώθηκε επιταχυμένα η κοινωνική ανακατάταξη που είχε αρχίσει τη δεκαετία του ’60.

Η τέτοια ταξική αναδιευθέτηση είχε θετικές και αρνητικές όψεις. Τα μεσοστρώματα απέκτησαν υψηλή παιδεία και πλήθυναν τις τάξεις των επιστημόνων, των επαγγελματιών και μικρομεσαίων επιχειρηματιών: αυτή ενδεχομένως να είναι και η πολυτιμότερη προίκα για ανάκαμψη από την παρούσα κρίση. Ωστόσο δεν κατάφεραν να ανανεώσουν εξυγιαντικά τις κυβερνώσες ελίτ, ενώ ο διαρκώς ογκούμενος κομματισμός και πελατειασμός κατέλυε βαθμιαία τις λειτουργικές ιεραρχίες, την αξιοκρατία, την ισοπολιτεία εντέλει. Ο,τι προσεφέρετο με το ένα χέρι ―παιδεία, κινητικότητα―, αφαιρείτο με το άλλο. Η Κρίση εσήμανε τη μεγάλη ήττα του μικρομεσαίου πλήθους, που είχε αρχίσει προ πολλού.

Η κρίση που άρχισε το 2008 και κλιμακώνεται εφεξής, έδειξε μεγεθυμένες όλες τις αδυναμίες της αρχιτεκτονικής ευρώ, και ακόμη περισσότερο έδειξε το πολιτικό έλλειμμα της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η δυσχερής ή και τραγική κατάσταση την οποία βιώνουν οι νέοι Ελληνες, Ισπανοί, Πορτογάλοι, Ιρλανδοί, Ιταλοί, δείχνει ανάγλυφα την απόκλιση οικονομιών και κοινωνιών μέσα στους κόλπους της Ε.Ε., και κατά τούτο το πολιτικό ναυάγιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Εχει αλλάξει ριζικά ακόμη και η ρητορική, ο λόγος περί την Ευρώπη και για τις προσδοκίες των εθνών από την ένωσή τους. Εκεί που άλλοτε, έως και τις αρχές της δεκατίες ’90, κυριαρχούσαν λέξεις-κλειδιά όπως «σύγκλιση» και «κοινωνική συνοχή», τώρα ακούγονται η «ανταγωνιστικότητα» και η «λιτότητα».

Στην ουσία, η Ε.Ε. βρίσκεται σε διαδικασία απόκλισης, που φτάνει έως την απειλή της αποπομπής κρατών-μελών· στο εσωτερικό της παγιώνονται πολλές κατηγορίες χωρών, με προεξάρχουσα μια μικρή ομάδα βορείων γύρω από την ηγετική Γερμανία, και ακουλουθούσες τις μεγάλες, πλην τραυματισμένες οικονομικά, «λατινικές» χώρες, τις ουδέτερες και εκτός ευρωζώνης σκανδιναβικές, τις βαριά τραυματισμένες χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης, τις ακόμη πιο περιθωριακές μικρές κεντροανατολικές χώρες, την Πολωνία ως ακραίο νατολικό ανάχωμα κ.ο.κ. Η δε Βρετανία απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την Ηπειρο.

Ο κερματισμός της Ευρώπης είχε φανεί ήδη από τον Πόλεμο του Ιράκ, αλλά και από τη αυξανόμενη δυσκαμψία κατά τις διαδικασίες ενοποίησης με εντολές εκ των άνω. Οι λαοί των κρατών-μελών φάνηκαν σκεπτικιστές ή απορριπτικοί και οι ηγεσίες τους απέφυγαν να θέσουν τα σχέδιά τους υπό την έγκριση των πολιτών. Η ίδια η συγκρότηση της ηγεσίας της Ε.Ε., με πρόσωπα χαμηλού ή ανύπαρκτου κύρους, έδειχνε ότι η πραγματική πηγή εξουσίας ήταν οι κυβερνήσεις των ισχυρών κρατών.

Την ώρα που η ιστορία έκρουσε τη θύρα, με την κρίση του 2008 και τη συνακόλουθη κρίση χρέους στην ευρωζώνη, φάνηκε ποιος σηκώνει πρώτος το κόκκινο τηλέφωνο: η καγκελαρία του Βερολίνου και η, κατά γερμανικό πρότυπο ανεξάρτητη, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα της Φρανκφούρτης. Το διοικητήριο των Βρυξελών εξέπεσε πάραυτα σε δευτεραγωνιστικό ρόλο, σχεδόν σε ρόλο κομπάρσου.

Η γερμανική διπλωματία δεν έχει δείξει ευελιξία και διορατικότητα. Και το Βερολίνο δεν έχει πείσει ότι στο εθνικό του σχέδιο περιλαμβάνεται η Ευρώπη υπό τους γνωστούς ιστορικά όρους. Η ενιαία Γερμανία φαίνεται να επιθυμεί μια ηγεμονία α λα καρτ, χωρίς να καταβάλει το τίμημα της ηγεμονίας, με τους δικούς της όρους εθνικής ανάπτυξης, με χώρες δορυφόρους, χωρίς να νοιάζεται για σύγκλιση ή για συνοχή, σαν να μην υπολογίζει καν το κόστος της παρατεταμένης πολιτικής αστάθειας ή και του χάους στις τραυματισμένες χώρες-μέλη.

Η Ε.Ε. από ιστορικός παράγων ενότητας και ασφάλειας, κινδυνεύει να καταστεί παράγων αποκλίσεων και αστάθειας στην πιο προηγμένη περιοχή του πλανήτη.

Κάθε Ελληνας που ζει σε αυτή τη χώρα μετά τη δεκαετία του ’70 είναι ευρωπαϊστής· πολύ πριν πάρει στα χέρια του βυσσινί διαβατήριο με αστέρια Ευρωπαϊκής Ενωσης, πολύ πριν βάλει στην τσέπη ευρώ. Πόσο ακόμη;

Η μεταπολίτευση σφραγίστηκε από την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ, παρά τις ρητορικές αντιρρήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος άλλωστε μόλις πήρε την εξουσία ελίχθηκε ακαριαία και άρχισε να εκμεταλλεύεται τις κοινοτικές εισροές. Η ένταξη στην ΕΟΚ ήταν στρατηγική επιλογή, σε μια χρονική στιγμή που η Ελλάδα έβγαινε λαβωμένη ηθικά από τη δικτατορία και κυρίως βρισκόταν χωρίς την αναπτυξιακή πνοή της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης και χωρίς άλλο εθνικό παραγωγικό σχέδιο. Σε περιβάλλον Ψυχρού Πολέμου και με την Ελλάδα υστερούσα ακόμη σε πολιτειακές και προνοιακές υποδομές, η ένταξη ήταν αναγκαστική επιλογή.

Η ένταξη έφερε κεφαλαιακές ροές αλλά ταυτόχρονα αποκοίμισε. Αντί να ανανεώσει το εθνικό σχέδιο, αντί να αναδιαρθρώσει την οικονομία της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας για να της ενισχύσει τα θεμέλια και να τη βάλει στην νέα εποχή, η ιθύνουσα τάξη εκμεταλλεύτηκε το κοινοτικό χρήμα για την αναπαραγωγή της, δια της δημιουργίας ενός υπερτροφικού κομματικού κράτους. Αποδέχτηκε μια περιθωριακή και απολύτως εξαρτημένη θέση στον ευρωπαϊκό καταμερισμό εργασίας, αποδέχτηκε να απομειωθεί η αγροτική παραγωγή, αποδέχτηκε να αποβιομηχανιστεί η χώρα, αποδέχτηκε ρόλο παραγωγού δευτερευουσών υπηρεσιών.

Τα διαδοχικά κοινοτικά πακέτα νάρκωσαν τα παραγωγικά αντανακλαστικά και κατέστρεψαν συνειδήσεις. Παράλληλα όμως συνέβαλαν να εμπεδωθεί μια φιλοευρωπαϊκή αντίληψη, με υλικά οφέλη. Πολιτισμικά και ψυχοπνευματικά η Ελλάδα ήταν Ευρώπη, έστω στο ΝΑ άκρο της, στο μεγάλο μεταίχμιο, ανήκε εις την Δύσιν, με όλες τις αναζητήσεις εθνικής ταυτότητας πριν και μετά την Ανεξαρτησία. Ηταν άλλωστε ένα κράτος που κέρδισε την ανεξαρτησία του με εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο και με πρόγραμμα λίγο-πολύ βασισμένο στις μεγάλες νεωτερικές ιδέες που είχαν δώσει συγχρονικούς καρπούς στην Αμερική και στη Γαλλία. Υπό αυτή την έννοια, Ευρώπη και Ελλάδα συνδέονται ως αμοιβαίες αναγκαίες προϋποθέσεις, ιδεολογικά και γεωπολιτικά.

Η μείζων ιστορική αλλαγή του 1989-90 αλλάζει την Ευρώπη και μαζί της αλλάζει και τις σχέσεις των εθνικών κρατών μεταξύ τους και με την Ευρωπαϊκή Ενωση. Η είσοδος των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών, η επανένωση της Γερμανίας και η δημιουργία του ευρώ είναι τα μεγάλα ορόσημα. Σταδιακά, η κινητήρια ιδέα για την ευρωπαϊκή συνύπαρξη παύει να είναι η αποτροπή του πολέμου και η κοινωνική συνοχή, και στη θέση της μπαίνει η οικονομική ολοκλήρωση, στηριγμένη μάλιστα σε μια λογική ελεύθερων αγορών, κραταιά τότε στη Βρετανία της Θάτσερ και στις ΗΠΑ του Ρέιγκαν.

Αυτή η Ευρώπη ραγίζει τώρα. Η κρίση του 2008 σήμανε το βίαιο τέλος μιας μακράς πορείας ευημερίας και συναίνεσης. Οι ασυμμετρίες των εθνικών οικονομιών, οι δομικές αδυναμίες του ευρώ, ο μονεταριστικός δογματισμός, η ηγεμονική θέση της ενιαίας Γερμανίας, φάνηκαν μεγεθυμένα και μοιραία. Στο ξέσπασμα της κρίσης, η καγκελάριος Μέρκελ έδωσε το σήμα: κάθε κράτος-μέλος θα φρόντιζε μεμονωμένα για τη διάσωση των τραπεζών του. Η ευρωπαϊκή συνοχή έπαιρνε τέλος· ο καθείς για τον εαυτό του. Η Ευρώπη δεν ήταν σε θέση και δεν επιθυμούσε πλέον να φροντίζει τα μέλη της.

Η Ελλάδα είναι το πρώτο μέλος που σπάει, που πνίγεται από την κρίση χρέους. Η Ευρώπη σπεύδει προς βοήθειαν, αλλά με έναν παράδοξο τιμωρητικό τρόπο: ενώ χορηγεί δάνειο διάσωσης, το πράττει με δυσμενείς όρους, ενώ ταυτόχρονα, στη Γερμανία ιδίως, φουντώνει ένας πρωτοφανής εθνοτικός λόγος και μια ρητορική στερεότυπων μίσους, στο όριο του ρατσισμού. Εναντίον των Ελλήνων κυρίως, αλλλά και εναντίον των Χοίρων του Νότου ευρύτερα. Από αυτό το σημείο η αμοιβαία δυσπιστία βαίνει αυξανόμενη με ταχείς ρυθμούς.

Σε αυτό το σημείο ο ιστορικός του μέλλοντος θα τοποθετήσει αδρά τη γέννηση του αντιευρωπαϊστή Ελληνα ― και Πορτογάλου και Ισπανού κ.ο.κ. Οι σημερινοί νέοι Ελληνες, της Μεγάλης Υφεσης και της τρομακτικής ανεργίας, βλέπουν όλες τις πόρτες κλειστές μπροστά τους, και την Ευρώπη τιμωρητική και εχθρική. Αυτή η γενιά θα υποφέρει τα περισότερα, στους ώμους της πέφτει η Υφεση, υλικά και ψυχικά. Υποδορίως και διαρκώς, θα σταλάζει μέσα τους καχυποψία και απώθηση για οτιδήποτε γερμανικό και ευρωπαϊκό. Οι νέοι θα αναζητήσουν άλλη ταυτότητα, ως άνθρωποι της ανάγκης και της φτώχειας, ταυτότητα εθνοτική ή κοσμοπολίτικη, στη μετανάστευση ή στη διασπορά ή στον εθνοτικό εγκλεισμό. Πάντως όχι ευρωπαϊκή, παρότι έτσι γεννήθηκαν κι έτσι μεγάλωσαν.

ζωγραφική: Αλέκος Φασιανός


Βαριά ασθενής συστημικά, και τελειωτικά αυτοτραυματισμένη μετά την οδυνηρή υπερψήφιση των μέτρων, η Ελλάδα κρατάει τώρα όση ανάσα της απομένει, προσμένοντας τους δανειστές: αν θα κρατήσουν τον λόγο τους, αν θα χορηγήσουν την υπεσχημένη δόση. Στην καλύτερη περίπτωση η δόση θα είναι βαρύ παυσίπονο, οπιούχο, για να μη νιώθουμε τον πόνο της διαρκούς καταστροφής.

Αλλά εν τω μεταξύ η ασθένεια μεταλάσσεται. Δεν κατατρώγουν μόνο ύφεση και ανεργία τους Ελληνες, τώρα θεριεύει μέσα τους ο φόβος και το μίσος ― μικρόβια φονικά που αναπτύχθηκαν με ζήλο και στο γερμανικό επωαστήριο, δύο ολόκληρα χρόνια, από ηγέτες και μαζικά μέσα. Τα φυλετικά στερεότυπα και ο τευτονικός λαϊκισμός απέναντι στον πονηρό Δαίμονα του Νότου υπηρετούν ίσως το όραμα μιας γερμανικής Μεσευρώπης ή απλώς εκλογικές σκοπιμότητες σε μια περίκλειστη απενοχοποιημένη Γερμανία. Ομως πάνω στο δικό μας σώμα τα στερεότυπα μίσους φανερώνονται ήδη σαν ναζιστικοί σπασμοί, σαν επελαύνουσα βαναυσότητα: «Οταν σου μιλάω ρε, να με κοιτάς!»

Και πάλι: Δεν φταίνε οι ξένοι για τα δεινά μας. Αδύναμοι και διανοητικά υποτελείς ηγέτες βαυκάλισαν τον φασουλή λαό, βουλιάξαμε στην αμοιβαία εξαχρείωση, με αλλεπάλληλους αυτοτραυματισμούς μέχρι την αναξιοπρέπεια, την εκμηδένιση. Ηταν αργά όταν ρωτήσαμε: «Το δοιάκι τι έχει; / Η βάρκα γράφει κύκλους, / κι ούτε ένας γλάρος»

Παρ’ όλ΄αυτά. Τώρα. Ας προχωρήσουμε πέρα απ’ τη δόση, λειψή ή ολόκληρη ή καθόλου, πέρα απ’ την παραλυτική προσμονή του εξαρτημένου, πέρα απ’ την καλοσύνη ή τη μοχθηρία των ξένων. Ας σταθούμε όρθιοι μέσα στις λαμπρές λιακάδες του Νοέμβρη, αυτόβουλοι και υπεύθυνοι, ιστορικοί.

Μικρή χώρα πέτρινη, μα τόσο μαγική, τόσο προικισμένη. Μικρός λαός, αλλά αποδεδειγμένα επιβιωτής. Θα ζήσουμε, έτσι ή άλλιώς, στη χερσόνησο και στη διασπορά όπως πάντα. Ας μην ξεχαστούμε όμως: να εφαρμόσουμε τα δικά μας ιαματικά μνημόνια. Και το μάτι πάντα στο δοιάκι.

Στις δύσκολες ώρες αναζητούμε παρηγοριά στην τέχνη. «Της Τέχνης της πιστής δώρα πιστά» αναζητεί ο Καβάφης· τέτοια κι εμείς. Η ζωή κυλάει σαν βράχος πάνω μας, βαριά, αργή, συνθλίβουσα. Αγνώριστη, φέρουσα καταπλήξεις και πλήγματα, καταθλίβουσα. Και όσο κι αν μελαγχολείς, αυτή κυλάει, ποτάμι ορμητικό φουσκωμένο κι εσύ κλαράκι· μόνο αν αφεθείς έχεις ελπίδα να γλιτώσεις. Ανασύρεις από τα προ Κρίσεως χρόνια, μια μελαγχολική στάση, καθώς αργόσβηνε μια εποχή, ήταν 2005:

«Είσαι ένα κλαράκι, μπορεί κομψό, κι ανθεκτικό ίσως, μα κλαράκι – και αρμενίζεις ανεξέλεγκτα στα νερά του ποταμού. Οσο πιο νέος, τόσο πιο χαρίεν το κλαράκι, τόσο πιο παιγνιώδες το αρμένισμα, οι πτώσεις στον καταρράκτη, οι προσκρούσεις στις όχθες. Οσο μεγαλώνεις, οι πτώσεις πονάνε, δυσκολεύεσαι να κρατήσεις το κεφάλι έξω απ’ το νερό, η ανάσα λιγοστεύει. Το ποτάμι, θολό. Το ποτάμι, ο χρόνος. Σε διαπερνά το πέρας, αισθάνεσαι ότι η ροή κάπου τελειώνει για σένα, σε περιμένει η εκβολή, στο σχεδόν ορατό βάθος περιμένει η θάλασσα.»

Είμαστε σε θάλασσα τώρα, φουρτουνιασμένη. Ολες οι καταιγίδες, σαν μία, δέρνουν το γυμνό κλαράκι. Πίσω από το αμήχανο μουρμουρητό του 2005, ακούω απόηχους προπατόρων, τον Διονύση Σαββόπουλο και πίσω κι απ΄αυτόν, τον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Αρη Αλεξάνδρου:

«Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει / τη δική σου μελαγχολία / κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις / με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις.»
(Δ.Σ., Οι παλιοί μας φίλοι)

«Το θέμα είναι τώρα τι λες / Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε / Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ / Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας // Το θέμα είναι τώρα τι λες.»
(Μ.Α., Ο στόχος)

«Θα σκοντάφτεις και θα πέφτεις εδώ μες στα χαλάσματα / χαράζοντας γραμμές / εδώ θα επιμένεις δίχως βία / χωρίς ποτέ να καταφύγεις στη βολική απόγνωση / ποτέ στην περιφρόνηση.»
(Α.Α., Θα επιμένεις)

Κρατάω αυτό: «χωρίς ποτέ να καταφύγεις στη βολική απόγνωση / ποτέ στην περιφρόνηση». Ταιριάζει στη δική μας περίσταση· να μη γείρεις ούτε στη μια ούτε στην άλλη βολική εκδοχή, να μην αφεθείς, να μην παραδοθείς στις ευκολίες της θρηνωδίας ή του μίσους.

Δεν ακούς τέτοια στις τηλεοράσεις και στα ίντερνετ, ούτε στους δρόμους. Ο δημόσιος χώρος πλημμυρίζει απόγνωση και περιφρόνηση, θλίψη, βαναυσότητα. Τα υφιστάμεθα, κεντάνε το πετσί μας. Παρ’ όλ’ αυτά, η ζωή δεν είναι μόνο αυτά, η ζωή ανθίζει στα κρίσιμα διάκενα, ακόμη και τώρα. Ανατρέχω στον παντοτινά προσφιλή Αλμπέρ Καμύ, τον συντοπίτη μας της Μεσογείου, με την αγράμματη μάνα που τον έφτασε στο Νόμπελ. Πρίν από περίπου μισό αιώνα, το 1957, παραλαμβάνει το μεγάλο βραβείο και λέει στους συγκαιρινούς του, τους ανθρώπους που έζησαν ολοκληρωτισμούς, γενοκτονίες και πολέμους:

«Μπορούμε πάντα να αντιτάξουμε στην παρούσα κατάσταση τον θρήνο των ανθρωπιστών, να γίνουμε αυτό που ο Στέφαν Τροφίμοβιτς στους Δαιμονισμένους θέλει πάση θυσία να γίνει: η ενσάρκωση της μομφής. Μπορούμε να φτάσουμε, επίσης, σε εξάρσεις κοινωνικής θλίψης, όπως ο εν λόγω ήρωας. Αλλά η θλίψη αυτή δεν θα αλλάξει καθόλου την πραγματικότητα».

Ανάμεσα στη μομφή και τη θλίψη, λοιπόν, στο μίσος και την αυτοκατάργηση. Τι αντιπροτείνει ο Καμύ;

«Κάθε τοίχος είναι μια πόρτα εξόδου, λέει σωστά ο Εμερσον. Ας μην ψάχνουμε αλλού την πόρτα εξόδου παρά στον τοίχο όπου είμαστε στριμωγμένοι. Αντιθέτως, ας αναζητήσουμε την ανάπαυλα εκεί όπου βρίσκεται, δηλαδή στο κέντρο της μάχης. Γιατί, κατ’εμέ εκεί βρίσκεται. Οπως έχει ήδη ειπωθεί, οι μεγάλες ιδέες έρχονται αθόρυβα στον κόσμο σαν πάτημα περιστεράς. Αν τείνουμε ευήκοον ους, ίσως αφουγκραστούμε, λοιπόν, σαν απαλό θρόισμα φτερών εν τω μέσω της βοής αυτοκρατοριών και εθνών, τον τερπνό σαματά της ζωής και της ελπίδας. Αλλοι θα πουν ότι αυτή την ελπίδα τη φέρνει ένας λαός· άλλοι, ένας άνθρωπος. Πιστεύω αντιθέτως ότι αυτή η ελπίδα υποκινείται, αναπτερώνεται και συντηρητείται από χιλιάδες μοναχικούς, η δράση και το έργο των οποίων αναιρούν καθημερινά τα σύνορα και τα πιο χονδροειδή προσχήματα της Ιστορίας, ώστε να λάμψει φευγαλεά η αενάως απειλούμενη αλήθεια που ο καθένας τρέφει, μες στις πίκρες και τις χαρές του, για το καλό όλων.»

Η λίστα Λαγκάρντ λειτούργησε σαν λυδία λίθος για το εγχώριο πολιτικό σύστημα. Το έδειξε γυμνό και αναξιόπιστο στα μάτια των Ελλήνων πολιτών και των ξένων εταίρων-δανειστών. Οι επανειλημμένες υποδείξεις ξένων ηγετών προς τους Ελληνες ομολόγους τους, περί επείγουσας απόδοσης φορολογικής δικαιοσύνης, οδηγούν επίσης στο ίδιο συμπέρασμα: ότι η τάξη που κυβερνά την Ελλάδα είναι απρόθυμη να υπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον και να αναλάβει ιστορικές ευθύνες. Απρόθυμη, και ανίκανη.

Το σκάνδαλο της λίστας ξεπερνά κάθε άλλο προηγούμενο, όχι μόνο διότι είναι αδύνατον πια να συγκαλυφθεί, όχι διότι έχει κοστίσει πολλά χρήματα, όχι, αλλά διότι συνέβη με τόσο ωμό τρόπο στην απολύτως κρισιμότερη περίοδο. Οι χειρισμοί των κ. Παπακωνσταντίνου και Βενιζέλου θα διδάσκονται στους πρωτοετείς πολιτικής ιστορίας του εγγύς μέλλοντος ― στο Χάρβαρντ ίσως, μετά τις διαλεξεις του κ. Γιώργου Παπανδρέου.

Δεν έχει πια σημασία πόσα έσοδα θα μπορούσε να αποφέρει η χρήση της λίστας. Η σκανδαλώδης απόκρυψή της και οι ιταμές δικαιολογίες των κατόχων της, πρώην κορυφαίων υπουργών, για τη μη χρήση της καταρρακώνουν το κοινωνικό συμβόλαιο και αφαιρούν τα τελευταία εναπομείναντα ίχνη εμπιστοσύνης του λαού προς την ηγεσία του. Σε συνθήκες δεινής κρίσης, ο αχρείος πολιτικός ταυτίζεται δυστυχώς με τον θεσμό που υπηρετεί ― μάλλον: που προδίδει. Ο απεγνωσμένος και τυφλωμένος νεοπληβείος στρέφεται εναντίον του θεσμού και εναντίον της δημοκρατίας.

Για να ανακοπεί η γιγάντωση των αντιδημοκρατικών αισθημάτων, μόνος δρόμος είναι η παραδειγματική τιμωρία των αντιδημοκρατικών πράξεων, της έργω περιφρόνησης της ισονομίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική εξουσία έχουν από κοινού αυτό το ιστορικό καθήκον, της υπεράσπισης της δημοκρατίας. Η δημοκρατία οφείλει να είναι δίκαιη και ανοιχτή, αλλά και αυστηρή και σκληρή προς κάθε κατεύθυνση. Πόσο μάλλον όταν οι ύαινες του νεοναζισμού δοκιμάζουν ήδη τις σιδερογροθιές τους επί των κεφαλών αδυνάμων.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Χρονική υστέρηση ή κενό επικοινωνίας ή … twitter.com/USAmbPyatt/sta… 2 weeks ago
  • Όσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναβάλλει να ψηφίσει τα μνημόνια εφαρμογής της Συμφωνίας Πρεσπών η Τουρκία αγκαλιάζει Β.… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Στο αυτόφωρο ο δήμαρχος Μυκόνου, επειδή τα ξημερώματα ο Δήμος απομάκρυνε αυθαίρετες επεμβάσεις στην παραλία Καλό Λι… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Η Δεξιά είναι απενοχοποιημένη και αδίστακτη. Η Αριστερά, ας κρατήσει αυτό το χρήσιμο δίδαγμα, όταν θα γκρεμίζει τις… twitter.com/i/web/status/1… 2 months ago
  • O Xρυσοχοΐδης εφαρμόζει το πόρισμα. https://t.co/iVG6oHqxCo 6 months ago
  • Απετράπη η νυκτερινή αστυνομική εισβολή στο ΑΠΘ. Προς το παρόν. Ασπίδα φοιτητών και καθηγητών. #Χρυσοχοιδη_παραιτησου 6 months ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.019.123 hits
Αρέσει σε %d bloggers: