Ο κύκλος της Κηφισιάς, δια στόματος της προσφιλούς λυκειάρχου, διεμήνυσε: Πότε θα δούμε φως; Πότε θα πάψουν οι θλίψεις στα γραφτά σας; Εγραφα για το ράγισμα των συνανθρώπων γύρω μας, για τα μουδιασμένα φερσίματα σε καφενεία, δρόμους, μαγαζιά, και μπαρ, για τη διάχυτη ατυχία που χτυπάει διπλανούς και φίλους, για τη δυστυχία του άλλου που στοιχειώνει εμάς τους τυχερούς.

Δεν είχα να απαντήσω στους φίλους της Κηφισιάς κάτι καλύτερο από το σχόλιο που άφησε ένας αναγνώστης στον ιστότοπο της Καθημερινή, έναν λόγο πυκνό και βαθύ του οσίου Μάρκου του Ασκητή περί των ακουσίων θλίψεων: «Είµαστε υπεύθυνοι για τα ακούσια λυπηρά, που µας συµβαίνουν λόγω των εκουσίων πράξεων και λογισµών µας και είναι τα δεύτερα αίτια των πρώτων. Υπάρχουν “τα εν γνώσει και τα εν αγνοία πταίσµατα”. Οι θλίψεις ξεφυτρώνουν λόγω παλαιών ή ξεχασµένων παραπτωµάτων τους ή για να γιατρευθεί κάποιο συγκεκριµένο πάθος τους».

Συνοπτικά: Αιτία των ακουσίων θλίψεων είναι η συγκατάθεσίς μας εις τα εκούσια πάθη. Ας μη βιαστούμε να πούμε ότι αυτός συλλογισμός υπακούει στο ιουδαιοχριστιανικό σχήμα αμαρτία-τιμωρία· δεν είναι μία η καταγωγή της σκέψης τούτης, ούτε μία η εκφορά και η πρόσληψή της, τον πυρήνα μπορούμε να τον ανιχνεύσουμε και στους στωικούς και στους επικούρειους και στους νεοπλατωνικούς. Ο Μάρκος ο Ασκητής προσθέτει τη χριστιανική αφομοίωση, βασισμένος στο Ευαγγέλιο και τον Απόστολο Παύλο: «Η αγάπη δυναµώνει όχι µόνο µε τους αυτόβουλους κόπους αλλά και µε τις ακούσιες επερχόµενες θλίψεις». Ηδη μας δίνει ελπίδα και διέξοδο.

Ο αναγνώστης που σχολίασε έτσι την εν θλίψεσι αθηναϊκή μου flânerie ονομάζεται Ευθύμιος. Εύθυμος, δηλαδή με καλή διάθεση, αλλά όχι αστείος. Τι σύμπτωση! Μερικές ώρες νωρίτερα είχα απαντήσει έναν συνονόματό του στην άκρη της Ρούμελης, τον ιερομόναχο Ευθύμιο Πενταγιώτη, είχα συναντήσει το περίφημο Χρονικό του Γαλαξειδίου που έγραψε με το χέρι του, το 1703, μια μοναδική εξιστόρηση του μεσαιωνικού και μεταμεσαιωνικού ελληνισμού από το τέλος του 14ου αιώνα ώς την αρχή του 18ου.

Είχα περάσει από το σπίτι του μέγιστου ιστοριοδίφη Κωνσταντίνου Σάθα, του ανθρώπου που ανακάλυψε το χειρόγραφο του Ευθύμιου κι αυτό το εικοσάφυλλο άλλαξε τη ζωή του, την αφιέρωσε στην έρευνα του παρ’ ημίν Μεσαίωνος στις βιβλιοθήκες της Βενετίας και του Παρισιού. Στάθηκα έξω από το γαλαξειδιώτικο αρχοντικό κι έδειξα τη διακριτική επιγραφή στη συντροφιά μου, είπα μια κουβέντα. Λίγο αργότερα, ανταμώσαμε όλοι μαζί το περίφημο χειρόγραφο στο Ναυτικό Μουσείο της πόλης. Η ολόδροση γλώσσα του ιερομονάχου προϋποθέτει τον ελεύθερο Σολωμό των διαλόγων και της Γυναίκας της Ζάκυθος, προϋποθέτει τον Μακρυγιάνννη, υπάρχει ίδια μες στις νοταριακές πράξεις του Κοινού των Μυκονίων τον 17ο αιώνα, υπάρχει ολόιδια μες στα γαλαξειδιώτικα ναυλοσύμφωνα και τα ημερολόγια καταστρώματος, που φέρουν στο εξώφυλλο «είθε ο Θεός μαζί μας», ίδια στα επιστολικά δελτάρια και στις καραβοζωγραφιές.

Συνεχίζεται η γλώσσα, ο λόγος, η ιστορική αφήγηση, ο στοχασμός, ίδια και ανελισσόμενα, από τον 4ο μ.Χ. αιώνα του λόγιου Αθηναίου Μάρκου του Ασκητή, μαθητή του Ιωάννη του Χρυσόστομου, ως την «Κρόνακα, Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου» του Λεοντίου Μαχαιρά τον 15ο αιώνα, κι από ‘κει στο 1703 του φιλομαθούς ιερομονάχου Ευθυμίου από το Γαλαξείδι, που προσφέρει την ιστορία του «ευγαλμένη από παλαιά χερόγραφα, μεμβράνια, σιζίλια, και χρυσόβουλλα αυθεντικά»: «Αυτή γουν είνε η αληθινή ιστορία αυτού του τόπου, έστωντας πατρίδα μου, και για χατίρι της εκόπιασα πολλαίς νύχταις διαβάζωντας παλαιά βιβλία, που είνε και σώζονται στο μοναστήρι του Σωτήρος, που άλλαις φοραίς ήτανε δοξασμένο και με πολλαίς χάραις πλουτισμένο, και την σήμερα ήμερα είνε έρημο, έχοντας μονάχα πέντε ασκητάδες, τον αδελφό Νικόλαο, τον αδελφό Ιωάννη, τον αδερφό Μήτρο τον Χατζή-Βαρνάβα, που παραπάνου αφηγήθηκα, τον πάτερ Σωφρόνιο, και ελόγου μου· όλοι από χώρα Γαλαξείδι.»

Ωστε, συνέχεια. Η ζωή διαρκώς ξετυλίγεται σαν χρονικό, με στίχους, αισθήματα, μύθους και γεγονότα, σε χειρόγραφα τετράδια και σταχωμένα κατάστιχα, ψηφιακά αρχεία και τουίτ 140 χαρακτήρων.

Αρα, φως. Οι ακούσιες θλίψεις μας θα κρατήσουν κι άλλο, πάντα θα υπάρχουν, αλλά πάντα η αγάπη της ζωής και η δίψα ελευθερίας, η ίδια η γλώσσα που μας περιέχει και μας κουβαλά, θα σχίζουν τον ζόφο, θα μας φέρνουν στο φως.

Advertisements