Ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς φέρει στους ώμους του μια πολύ δύσκολη αποστολή, σχεδόν ακατόρθωτη: αφενός, να διατηρήσει την Ελλάδα στην ευρωζώνη, στις παρυφές έστω του ραγισμένου κλαμπ των ισχυρών, αφετέρου, να κρατήσει στη ζωή τη βαριά τραυματισμένη ελληνική κοινωνία. Μάλιστα, να κρατηθεί η κοινωνία εν ζωή όχι μόνο με οικονομικούς όρους, αλλά και με πολιτικούς, δηλαδή στο πλαίσιο ενός υγιούς δημοκρατικού κράτους. Ετσι τουλάχιστον δηλώνει στα ξένα μέσα, δείχνοντας ότι αντιλαμβάνεται τις δυσκολίες και τους κινδύνους, εξ ου και το αγωνιώδες αίτημά του για χρόνο, λίγο ακόμη χρόνο, μια ανάσα.

Δυστυχώς, η ελληνική ηγεσία κατασπατάλησε πολύτιμο ιστορικό χρόνο την παρελθούσα κρίσιμη τριετία. Μαζί με τον χρόνο σπατάλησε και το διπλωματικό κεφάλαιο και τα διαπραγματευτικά αποθέματα. Η διάγνωση του προβλήματος δεν ήταν έγκαιρη, τα σωστικά μέτρα ανεπαρκή ή εντελώς λανθασμένα, η διαπραγμάτευση ανύπαρκτη, η αντίληψη του πολιτικού χρονισμού μηδαμινή. Μηδαμινή πλέον και η εθνική αξιοπιστία.

Η Ελλάδα αφέθηκε να θυματοποιηθεί προς τα έξω, ενώ στο εσωτερικό η ηγεσία επετίθετο με οριζόντιες περικοπές στους πολίτες, άνευ σχεδίου, άνευ στοχεύσεων. Είναι ορθή άρα η επισήμανση των ξένων ηγετών ―καίτοι μερική ως εξήγηση―, ότι για τα δεινά του ελληνικού λαού ευθύνονται οι ανεπαρκείς εγχώριες ελίτ. Ακόμη και χθες, ενώπιον του Ελληνα πρωθυπουργού, η καγκελάριος Μέρκελ επεσήμανε ότι την κρίση δεν πρέπει να την πληρώνουν μόνον οι οικονομικά αδύναμοι.

Ο χρόνος δεν δίδεται χωρίς ανταλλάγματα. Η Γερμανίδα καγκελάριος απέφυγε να εκφράσει την πολιτική της βούληση για την τύχη της Ελλάδας· παρέπεμψε στην έκθεση της τρόικας, ένα τεχνικό κείμενο συνταγμένο από υπαλλήλους, που εκτελούν εντολές πολιτικών προϊσταμένων. Η παραπομπή στην “ουδέτερη” έκθεση δίδει πράγματι τον λιγοστό χρόνο, ο οποίος πιθανόν να παραταθεί έως τις αμερικανικές εκλογές. Αλλά αυτός ο χρόνος ρέει σαν σιγαλόφωνο πρελούδιο ρήξης. Η καλοσύνη των ξένων στερεύει.

Advertisements