Ακόμη και πριν από τα πρώτα φανερώματα της κρίσης, το κέντρο της Αθήνας είχε μεταμορφωθεί σε ιδιότυπο αρθρωτό γκέτο φτωχών μεταναστών και προσφύγων, άλλοτε νόμιμων μα συχνότερα παράνομων, μια μαύρη τρύπα εκτός νόμου και εκτός πολιτεύματος, μέσα στην οποία κυκλοφορούσαν μαύρο χρήμα, μαύρα εμπορεύματα, μαύρη εργασία, φυλετικές συμμορίες, σκουρόχρωμες φιγούρες τυλιγμένες σε τσαντόρ, σμάρια αρσενικών σε ρυπαρούς δημόσιους χώρους, και παντού άνθρωποι χωρίς χαρτιά, χωρίς υπόσταση, γυμνές υπάρξεις σε μια βιόσφαιρα όλο και περισσότερο γυμνή.

Τα γκέτο στέριωσαν σε γειτονιές που ήδη υπέφεραν από σταδιακή υποβάθμιση, δάση πολυκατοικιών του ’60 – ’70 που τα εγκατέλειπαν οι ανερχόμενοι μικροαστοί, αφήνοντας πίσω τους άφθονο εκμεταλλεύσιμο χώρο, τα μαζικής ενοικιάσεως διαμερίσματα στα οποία τώρα στοιβάζονται περαστικοί και ημιμόνιμοι, πληρώνοντας με τη νυχτιά και το κεφάλι.

Η γεωγραφική και δημογραφική μεταβολή άρχισε με την πτώση της Α. Ευρώπης. Η κάτωθεν της Πατησίων Αθήνα κυριαρχήθηκε από μετανάστες ευρωπαϊκής προελεύσεως για τουλάχιστον μια δεκαετία. Βαθμιαία όμως, και όσο εκτείνονταν οι πόλεμοι, οι ανθρωπιστικές καταστροφές ή και η «απλή» φτώχεια στο Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές, την Ανατολική Αφρική, τις χώρες του Μαγκρέμπ, η δημογραφία άλλαζε. Οι Ευρωπαίοι αποχωρούσαν από το γκέτο, είτε για τις πατρίδες τους είτε για άλλες γειτονιές.

Στο γκέτο ξέμειναν και πολλοί Ελληνες, όσοι είχαν τα σπίτια τους και τις περιουσίες τους εκεί, αλλά δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να μετακομίσουν σε προάστια και μεζονέτες. Η ζωή τους υποτάχτηκε στους τρόπους του γκέτο. Ας το πούμε: Η ανώνυμη, χωρίς χαρτιά και όνομα μάζα των ανθρώπων των φαναριών, των ρακοσυλλεκτών, των υπαίθριων μικροπωλητών παρέσυρε στο βούρκο της γυμνής ζωής της και τη μάζα των φτωχών Ελλήνων που είχαν ξεμείνει εντός του γκέτο. Η κρίση απλώς επέτεινε και επιτάχυνε ό,τι είχε ήδη ξεκινήσει τουλάχιστον προ δεκαετίας.

Και η ελληνική πολιτεία; Οι θεσμοί της, οι νόμοι της, τα όργανά της; Απουσίαζαν, λουφάριζαν, εθελοτυφλούσαν, κάποτε χρηματίζονταν· αφήνονταν στην τυφλή αυτορρύθμιση, ανέχονταν την παρανομία ως ρουτίνα και όταν η αθλιότητα ξεχείλισε ήταν πια αργά, το γκέτο κατέτρωγε την πρωτεύουσα. Η κρίση, η πτώχευση, η αποσύνθεση, αποτέλειωσαν.

Σε αυτή την ιλύ του γκέτο ευδοκίμησε ο εγχώριος νεοναζισμός, ώς τότε μια δραξ περιθωριακών και υποκοσμικών, παρακρατικών υπαλλήλων και μπράβων, εμφορούμενων από μίγμα αποκρυφιστικών, σατανιστικών και χιτλερικών δοξασιών. Ντύθηκε τώρα την προβιά του εθνικιστή πρόσκοπου που ξεβρωμίζει τον τόπο από τους αλλόδοξους σκούρους. Και θάλλει. Και υπαγορεύει την ατζέντα του μίσους, του λιντσαρίσματος και της αυτοδικίας, σε ένοχους δειλούς πολιτικούς και σε εξαθλιωμένους πολίτες.

Τώρα: Η μετανάστευση και τα συνοδά της φαινόμενα, η παρανομία, το μίσος και η μισαλλοδοξία, μαζί με τη χρεοκοπία που όλα τα φουντώνει, αποτελούν τη λυδία λίθο για την εύθραυστη δημοκρατία και τον κουρασμένο πολιτισμό μας. «Είμαι δημοκράτης επειδή πιστεύω στην Πτώση του Ανθρώπου», έγραφε πριν από αρκετά χρόνια ο σπουδαίος Ιρλανδός λόγιος της Οξφόρδης C.S. Lewis. Αυτή τη δοκιμασία της Πτώσης βιώνουμε σήμερα, σε αυτόν τον αγώνα υπέρ δημοκρατίας καλούμαστε.

Advertisements