You are currently browsing the monthly archive for Αύγουστος 2012.

Κοιτούσα το βίντεο από τη συγκέντρωση της Χρυσής Αυγής στις Θερμοπύλες, ένα συμπύκνωμα kitsch, με την πολιτική έννοια που δίνει στο kitsch του ολοκληρωτισμού o Μίλαν Κούντερα. Ενα ψέμα διεσταλμένο τόσο πολύ, ώστε να περνάει για αλήθεια: βάρβαρη οικειοποίηση των μύθων και των ιστορικών συμβολισμών, λατρεία της ωμής δύναμης, καυχησιές ηρωισμού, χρήση του αρχέγονου και του απόκρυφου, μέλανες χιτώνες και φωτιές δαυλών, ρούνοι και αίμα. Μια απομίμηση του ναζιστικού Θρίαμβου της Θέλησης στη Νυρεμβέργη. Μεταφερμένη, φευ, στις οικουμενικές Θερμοπύλες.

Στα γεγονότα: Μια καλτ ομάδα, κινούμενη μεταξύ αποκρυφισμού και απροκάλυπτου θαυμασμού για τον Χίτλερ, σταθερά αρνούμενη το Ολοκαύτωμα, κινούμενη επί δεκαετίες στο ημίφως, μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, φθάνει στο σημείο να αποσπά το διόλου ευκαταφρόνητο 7% των ψήφων, και να επιχειρεί να μονοπωλήσει την ελληνική σημαία και την εθνική συνείδηση υπό όρους μίσους και αίματος.

Στις Θερμοπύλες ο επικεφαλής της ΧΑ, υπό το φως των δαυλών, επετέθη στο Κοινοβούλιο της Ελληνικής Δημοκρατίας: αισθάνονται «σιχασιά» και «αηδία» που βρίσκονται εκεί, διαβεβαίωσε, και απείλησε ότι θα φύγουν από τη Βουλή, για να δώσουν να καταλάβουν τι είναι πράγματι τα τάγματα εφόδου, τι είναι δρόμος, και τι σημαίνει «να ακονίζονται οι ξιφολόγχες στα πεζοδρόμια».

Ας μείνουμε σε αυτό το τελευταίο: Ποιους απειλεί με ακονισμένες ξιφολόγχες ο κ. Μιχαλολιάκος; Τον υπουργό Δημ. Τάξεως Νίκο Δένδια, που απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο υπακατάστασης του κράτους από παραστρατιωτικά τάγματα εφόδου; Την Βουλή των Ελλήνων απειλεί; Την Ελληνική Δημοκρατία; Ολους όσοι διαφωνούν μαζί του; Απειλεί τους πάντες, ακόμη και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναγνώρισε τη ΧΑ ως νόμιμο κόμμα; Πάντως κάποιους απειλεί, έστω δια της δραματικής υπερβολής, εάν ως δραματική υπερβολή εκλάβουμε τις ακονισμένες ξιφολόγχες, τους πυρσούς και τις κραυγές περί αίματος από αρκετές εκατοντάδες μελανοχίτωνες.

Η δημοκρατία δομικά είναι μεγάθυμη και ανεκτική· χάρη σε αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά της, υπάρχουν νεοναζιστικές σέχτες, οι οποίες ενίοτε μεγεθύνονται, εισβάλλουν στο προσκήνιο και επιτίθενται εντέλει εναντίον της δημοκρατίας που ολιγωρεί, ή και κάνει πως δεν ακούει. Η δημοκρατία όμως οφείλει να αγρυπνά, και να απαντά δυναμικά, αποφασιστικά, όταν απειλείται από δυνάμεις του ολοκληρωτισμού, όποια προβιά κι αν φοράνε. Ιδίως στην Ελλάδα που έχει υποφέρει από τη φονική μανία του ναζισμού, κι έχει πολεμήσει σκληρά εναντίον του.

Η βαθιά κρίση την οποία βιώνουν οι Ελληνες, κρίση οικονομική και κρίση πολιτική, δεν επιτρέπεται να θολώνει τον νου τους και να ξεχνούν τις ιδρυτικές παραδόσεις ελευθερίας και τυραννοκτονίας. Η κρίση μπορεί και πρέπει να ενώσει τους Ελληνες σε μια έσχατη γραμμή αμύνης: εκεί που αρχίζει η ηθική εξαθλίωση, κι εκεί που απειλείται ο πυρήνας της δημοκρατίας. Οι υλακές για ακονισμένες ξιφολόγχες, οι επικλήσεις του αίματος, οι φλόγες των πυρσών, δείχνουν ήδη αυτή τη γραμμή.

Advertisements

Ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς φέρει στους ώμους του μια πολύ δύσκολη αποστολή, σχεδόν ακατόρθωτη: αφενός, να διατηρήσει την Ελλάδα στην ευρωζώνη, στις παρυφές έστω του ραγισμένου κλαμπ των ισχυρών, αφετέρου, να κρατήσει στη ζωή τη βαριά τραυματισμένη ελληνική κοινωνία. Μάλιστα, να κρατηθεί η κοινωνία εν ζωή όχι μόνο με οικονομικούς όρους, αλλά και με πολιτικούς, δηλαδή στο πλαίσιο ενός υγιούς δημοκρατικού κράτους. Ετσι τουλάχιστον δηλώνει στα ξένα μέσα, δείχνοντας ότι αντιλαμβάνεται τις δυσκολίες και τους κινδύνους, εξ ου και το αγωνιώδες αίτημά του για χρόνο, λίγο ακόμη χρόνο, μια ανάσα.

Δυστυχώς, η ελληνική ηγεσία κατασπατάλησε πολύτιμο ιστορικό χρόνο την παρελθούσα κρίσιμη τριετία. Μαζί με τον χρόνο σπατάλησε και το διπλωματικό κεφάλαιο και τα διαπραγματευτικά αποθέματα. Η διάγνωση του προβλήματος δεν ήταν έγκαιρη, τα σωστικά μέτρα ανεπαρκή ή εντελώς λανθασμένα, η διαπραγμάτευση ανύπαρκτη, η αντίληψη του πολιτικού χρονισμού μηδαμινή. Μηδαμινή πλέον και η εθνική αξιοπιστία.

Η Ελλάδα αφέθηκε να θυματοποιηθεί προς τα έξω, ενώ στο εσωτερικό η ηγεσία επετίθετο με οριζόντιες περικοπές στους πολίτες, άνευ σχεδίου, άνευ στοχεύσεων. Είναι ορθή άρα η επισήμανση των ξένων ηγετών ―καίτοι μερική ως εξήγηση―, ότι για τα δεινά του ελληνικού λαού ευθύνονται οι ανεπαρκείς εγχώριες ελίτ. Ακόμη και χθες, ενώπιον του Ελληνα πρωθυπουργού, η καγκελάριος Μέρκελ επεσήμανε ότι την κρίση δεν πρέπει να την πληρώνουν μόνον οι οικονομικά αδύναμοι.

Ο χρόνος δεν δίδεται χωρίς ανταλλάγματα. Η Γερμανίδα καγκελάριος απέφυγε να εκφράσει την πολιτική της βούληση για την τύχη της Ελλάδας· παρέπεμψε στην έκθεση της τρόικας, ένα τεχνικό κείμενο συνταγμένο από υπαλλήλους, που εκτελούν εντολές πολιτικών προϊσταμένων. Η παραπομπή στην “ουδέτερη” έκθεση δίδει πράγματι τον λιγοστό χρόνο, ο οποίος πιθανόν να παραταθεί έως τις αμερικανικές εκλογές. Αλλά αυτός ο χρόνος ρέει σαν σιγαλόφωνο πρελούδιο ρήξης. Η καλοσύνη των ξένων στερεύει.

Η αυγουστιάτικη ανταρσία των Υδραίων κατά των φοροεισπρακτόρων του ελληνικού κράτους θυμίζει, υπό κλίμακα βεβαίως, την ανταρσία των Υδραίων το καλοκαίρι του 1831. Και τότε χρήματα ζητούσαν οι Υδραίοι, με επικεφαλής τον Ανδρέα Μιαούλη και τον Λάζαρο Κουντουριώτη, από το πάμπτωχο κράτος που μόλις είχε συσταθεί. Ζητούσαν αποζημιώσεις για τους αγώνες τους και διατήρηση του νατυικού μονοπωλίου και των προνομίων τους επί του Αιγαίου. Και για την επίτευξη των σκοπών τους, δεν δίστασαν να βυθίσουν δύο νεότευκτα πλοία του εθνικού στόλου, τη φρεγάτα Ελλάς και την κορβέτα Υδρα: ο ίδιος ο ναύαρχος Μιαούλης, ο ήρωας του Αγώνα, τα πυρπόλησε μέσα στο λιμάνι του Πόρου. Ηταν 1η Αυγούστου 1831.

Από την ίδια αντινομική παράδοση ηρώων και καθαρμάτων αντλούν οι σημερινοί Υδραίοι, οι ναύαρχοι του τουρισμού. Πρόκειται για μια παράδοση αυτοδιοίκησης και καχυποψίας προς την κεντρική διοίκηση, είτε είναι οθωμανική είτε είναι ελληνική· πρόκειται για παράδοση ελεύθερου εμπορίου που εκτείνεται ώς το κοντραμπάντο, την πειρατεία και το κούρσο. Και βέβαια είναι παράδοση που θεμελιώνεται πάνω σε συμπαγή και μεγάλα συμφέροντα μιας τάξης κυρίαρχων. Η ανταρσία εκδηλώνεται όταν ακριβώς απειλούνται τα συμφέροντα και η κυριαρχία. Αυτή η παράδοση, ολοζώντανη και κραταιά το 1831, οδήγησε στην ανταρσία των Υδραίων κατά του «Ελληνικού» και του Καποδίστρια.

Στις σημερινές συνθήκες, τα μεγάλα συμφέροντα, όπως των καραβοκυραίων προεστών Μιαούλη και Κουντουριώτη, εκδηλώνονται αλλιώς έναντι του κράτους: το αλώνουν με άλλα μέσα, από μέσα, χωρίς πυρπολήσεις. Και το κράτος, συνήθως, υποχωρεί και ηττάται, διότι οι λειτουργοί του και οι ηγέτες του δεν έχουν το σθένος του Καποδίστρια, ή επειδή ακριβώς δεν θέλουν να έχουν την τύχη του Καποδίστρια.
Η ισονομία είναι η πρώτη ουσιώδης απώλεια σε αυτό τον πόλεμο. Προς αναπλήρωσιν της απωλεσθείσας ισονομίας οι ηττημένοι και εξαχρειωμένοι άρχοντες προσφέρουν και στους αδύναμους, που παρακολουθούν από κοντά άγρυπνοι και λαίμαργοι, τη δυνατότητα της μερικής ή καθολικής ανομίας, τη δυνατότητα της αμοιβαίας εξαχρείωσης. Ο μεγάλος αφαιρεί τη μεγάλη λεία από τον δημόσιο χώρο, και μένει ατιμώρητος, νικητής. Το κράτος εξευτελίζεται. Ταυτοχρόνως ο μικρός κλέβει ό,τι φτάνει το χέρι του: κλέβει τον ΦΠΑ, κλέβει το ΙΚΑ, κλέβει μερικά μέτρα δημόσιας γης, καταπατά ακτές, πυρπολεί δάση, μολύνει ύδατα, μπαζώνει ρεματιές. Ο,τι δεν του ανήκει είναι είτε λεία είτε εχθρικός στόχος.

Στα προκεχωρημένα οχυρά της εθνικής βιομηχανίας τουρισμού, της αχανούς παράγκας πάνω σε καταπατημένους αιγιαλούς, η ανταρσία των φοροφυγάδων της Υδρας, και κάθε φοροφυγά, τελείται σαν φάρσα, σαν τραγωδία. Και σαν αυτοκτονία: Διότι εντέλει δεν στρέφεται εναντίον του αχρείου, αναξιόπιστου και λεηλατικού κράτους, που είναι πράγματι τέτοιο εξαιτίας των αρχόντων και των εκλεκτόρων τους, αλλά εναντίον του πυρήνα και της υπόστασης του κοινού χώρου, του κοινού καλού, του κοινού συμφέροντος, της πατρίδας που ελευθερώθηκε με αίμα και κρατήθηκε με αίμα. Ο Καραγκιόζης γκρεμίζει την παράγκα του.

 

Η κρίση ανοίγει τα μάτια, τουλάχιστον σε όσους θέλουν να τα ανοίξουν, και μας δείχνει με τρομερή διαύγεια όσα από χρόνια συνόδευαν τον δημόσιο βίο και τα προσπερνούσαμε. Ενα κυρίως: τη φθορά της δημοκρατίας, τη δυσφορική μεταδημοκρατία, έτσι όπως την οσμιζόμαστε να μας κυκλώνει από καιρό, και τώρα τη βλέπουμε να αποσαθρώνεται μπρος στα μάτια μας και να μας σκεπάζει με τα σαρίδια και τ’ αποκαΐδια της χαμένης ύλης της.

Από την αρχή της οικονομικής κρίσης, και πολύ νωρίτερα ακόμη, επισημαίναμε όχι μόνο τη διάχυτη δυσφορία για το συστημικό αδιέξοδο και τις βαρύτατες ευθύνες των ηγετικών ελίτ, αλλά και το γεγονός ότι η κρίση είναι κατ’ ουσίαν βαθύτατα πολιτική, ως εκ τούτου οι λύσεις δεν μπορούν παρά να είναι αναλόγως πολιτικές, αναγεννητικές του πολιτεύματος εν γένει, και όχι τεχνικές διαχείρισης του οικονομικού πρόβλήματος. Ωστόσο, τρία χρόνια από την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης, και αφού εν τω μεταξύ έχουν ήδη μεσολαβήσει δύο μνημόνια, μια επίσημη χρεοκοπία δια της αναδιάρθρωσης χρέους, μια καθαίρεση πρωθυπουργού, μια δικομματική κυβέρνηση υπό τεχνοκράτη πρωθυπουργό, δύο εκλογικές αναμετρήσεις, και μια τρικομματική κυβέρνηση, το ελληνικό πρόβλημα εξακολουθεί να προσεγγίζεται ως οικονομικό και όχι ως πολιτικό.

Δύο από τις πολλές όψεις της πολιτικής παρακμής: η ασύμμετρη σχέση ιδιωτικού και δημόσιου· και η ηθική απαξίωση της δημοκρατικής λειτουργίας και των πολιτικών προσώπων. Και τα δύο συμπτώματα της φθαρμένης δημοκρατίας διαπερνούν την τρέχουσα ρητορική με πολλούς τρόπους, φανερά ή έμμεσα· και τα δύο συμπτώματα δείχνουν πόσο εξασθενημένα είναι τα θεμέλια του δημοκρατικού κράτους.

Την δυστροφική και στρεβλή σχέση δημόσιου-ιδιωτικού τη διαπιστώνουμε στον τρόπο που αντιλαμβάνονται οι Ελληνες τον χώρο, την ίδια τους την πατρίδα, αλλά και τις λειτουργίες του κράτους. Οσο νοικοκύρηδες είναι στον ιδιωτικό τους χώρο και μαχητικοί υπερασπιστές του, τόσο αδιάφοροι ή και εχθρικοί είναι απέναντι στον κοινόχρηστο δημόσιο χώρο. Η ατομική ιδιοκτησία είναι ιερή, λαμβάνει όλη τη φροντίδα και την ενέργεια· ο δημόσιος χώρος, το κοινό, επαφίεται στη φροντίδα των αιρετών αρχόντων ή στην τύχη του, όταν δεν αντιμετωπίζεται ως λεία. Η αδιάφορη-εχθρική σχέση με τον δημόσιο χώρο, δηλαδή με την υλική έκφραση της δημόσιας σφαίρας, επεκτείνεται αναλόγως και στους άυλους θεσμούς και στις λειτουργίες του δημοκρατικού κράτους: η συμμετοχή δεν εκλαμβάνεται ως ευθύνη και συνεργασία, αλλά ως συναλλαγή. Από αυτή την άποψη, η πελατειακότητα, ένα πολύ πρώιμο χαρακτηριστικό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, εξακολουθεί να κυριαρχεί στην ύστερη ελληνική δημοκρατία, μαζί με άλλα μετανεωτερικά χαρακτηριστικά.

Ενα απ΄αυτά τα μετανεωτερικά στοιχεία είναι η εμμονική ρητορική περί απομείωσης του κράτους, νεοφιλελεύθερης καταγωγής: το κράτος φταίει για όλα τα δεινά, το κράτος πρέπει να μειωθεί έως εξαφανίσεως, λιγότερο κράτος κ.ο.κ. Ενώ είναι απολύτως ορθό και θεμιτό να ζητάμε δίκαιο, ορθολογικό και αποτελεσματικό κράτος, προ πάντων δημοκρατικό, ώστε να εγγυάται την ισότητα, απεναντίας είναι εντελώς ανορθολογικό και ανιστορικό να ζητάμε την εξασθένηση του εργαλείου επειδή ο χρήστης είναι φαύλος ή ανίκανος. Η εξαχρείωση των πολιτικών προσώπων και των κρατικών λειτουργών δεν θα εξαφανιστεί αν εξασθενήσει το κράτος. Αντιθέτως, μόνο ένα λειτουργικό, ισχυρό δημοκρατικό κράτος μπορεί να εγγυηθεί την ισονομία, τη δικαιοσύνη, τον έλεγχο της αυθαιρεσίας και των σφετεριστών της εξουσίας.

Σε αυτό το σημείο εισέρχεται το άλλο σύμπτωμα της εγχώριας μεταδημοκρατίας: η ηθική απαξίωση των πολιτικών προσώπων και των θεσμών. Μια βασική έκφραση, αλλά και αιτία μαζί, είναι η αυτοπροστασία των πολιτικών από τον έλεγχο και την τιμωρία, η περιβόητη ασυλία που έχουν θεσμίσει για τους εαυτούς τους. Αλλη έκφραση είναι η πεισμώδης εθελοτυφλία ενώπιον των φαινομένων διαφθοράς και η κυνική απόρριψη της πολιτικής ευθύνης. «Οποιος έχει στοιχεία, να πάει στον εισαγγελέα!». Με αυτά τα λόγια ο πρώην πρωθυπουργός Κ. Σημίτης όρισε προ ετών, επί Ισχυράς Ελλάδος, το πολιτικό πλαίσιο της μη διερεύνησης σκανδάλων και της ατιμωρησίας. Δυστυχώς για τον πρώην πρωθυπουργό και για την ασθενή δημοκρατία, πλειάδα κορυφαίων συνεργατών και υπουργών του ευρέθησαν αργότερα διωκόμενοι ή υπόδικοι για τεράστια σκάνδαλα, από τους Μαντέλη και Τσουκάτο έως τον Τσοχατζόπουλο.

Εκτοτε το σημιτικό πλαίσιο, υπονομευτικό και εξευτελιστικό για την ίδια την κοινοβουλευτική δημοκρατία, διευρύνθηκε από άλλους ικανούς συνηγόρους: η εντυπωσιακά κυνική διάκριση του «νόμιμου» από το «ηθικό», κατά Γιώργο Βουλγαράκη, παραμένει ισχυρή και δραστική έως σήμερα, όπως επιβεβαίωσε έργω και λόγω ο Βύρων Πολύδωρας, για μία ημέρα Πρόεδρος της Βουλής. Το νόμιμο δικαίωμα του νεποτισμού επικαλέστηκε κι αυτός.

Κανείς όμως εισαγγελέας δεν μπορεί να αποκαταστήσει την χαμένη τιμή του πολιτικού κόσμου. Αντιθέτως, ο κυνισμός, η νομότυπη ανηθικότητα, η αλαζονεία και η απληστία των αιρετών, εντέλει η προδοσία της ηθικής αποστολής του αιρετού και η κατοδολίευση της εντολής, οδήγησαν στο μαζικό μούτζωμα της Βουλής και στα τυφλά γιαουρτώματα.

Η ηθική εξαχρείωση των προσώπων σημαίνει εκχώρηση εξουσίας σε εξωθεσμικά κέντρα, εκτός δημοκρατικού ελέγχου: ο ηθικά επιλήψιμος πολιτικός είναι πολλαπλώς εκβιαζόμενος, ουσιαστικά όμηρος. Η δε δημόσια σφαίρα μετατρέπεται σε αρένα σύγκρουσης οργανωμένων συμφερόντων, όπου κατασπαράζονται όλοι: έντιμοι, Δον Κιχώτες, εισαγγελείς, θεσμοί και ιδέες. Η ηθική και πολιτική χρεοκοπία προηγήθηκε της οικονομικής.

Η Ελλάδα αλλάζει. Σαν να ζαρώνει, να μαζεύει, να σουρώνει. Ας το πούμε σωστά: οι Ελληνες αλλάζουν. Ζαρώνουν, περιφέρονται αλλοπαρμένοι και άδειοι, σαν χαμένοι, θαμπωμένοι μες στο εκτυφλωτικό ηλιόφως του Αυγούστου που όλα τα λιώνει και όλα τα ξεπλένει. Γιατί η χώρα η ίδια, παρ’ όλα τα φορτώματα και τους βιασμούς πάνω στο σώμα της, αντέχει: υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει, και μετά από μας, όταν θα ‘μαστε κόνις και σκιά και θα μας σιχτιρίζουνε οι απόγονοι από τις Αυστραλίες.

Το συνήγαγα σιωπηρά αυτό το συμπέρασμα, ανάμικτο από στωικότητα και μελαγχολία, όταν διάβασα το γράμμα του φίλου μου. O Δημήτρης, λοιπόν, διαρκώς συνομιλητής και συμπαραστάτης, κάθεται σε έναν ίσκιο στη Σκόπελο, αντικρύ της Σκιάθου, και πέμπει δικτυακά:

«Αγαπητέ φίλε, άλλος ένας θρήνος το σημερινό σου κείμενο, για έναν τόπο που δεν θέλει να σωθεί. Έχεις σκεφτεί πως υπερασπιζόμενοι την εθνική ανεξαρτησία, προτιμούν να άρχονται από κλεφτρόνια ομιλούντα την ελληνική (ναι, τους γνωστούς Τσοχατζό, κ.λπ.), παρά από τον Ράιχενμπαχ, ενώ είναι ολοφάνερο πως για να ισιώσει (κάπως!) ο εγχώριος καπιταλισμός δεν αρκεί ο Ράιχενμπαχ, ίσως ούτε μια ολόκληρη εκατοντάδα SS Panzer Divisionen; Καλό κουράγιο. Το χρειαζόμαστε, ιδίως όσοι από μας δυσκολεύονται να καταλάβουν πως δεν αλλάζουν εύκολα ορισμένα πράγματα.»

Εναν λαό που δεν θέλει να σωθεί ― μεταφράζω νοερά. Είπαμε, ο τόπος θα μείνει, υπό αυτή ή υπό ετέρα μορφή. Οσο το μετέφραζα, στα μάτια μου περνούσαν εικόνες από δρόμους Κυκλάδων: στο ένα νησί, σκουπίδια, νάιλον σακούλες μπλεγμένες σε φρύγανα και γαϊδουράγκαθα, σαν σημάνσεις πλήθους τουριστικού και ερημίας ανθρώπινης, σημαίες αφροντισιάς και παραίτησης, ίχνη επέλασης βαρβάρων. Πλάι στις σημαίες της διαδρομής γκάζωναν γουρούνες τρίκυκλες και τζιπάρες, αγέρωχες, τυφλές, ρυπογόνες ― ο λαός.

Στο άλλο νησί, οι δρόμοι ήταν πεντακάθαροι, οι κάδοι ανακύκλωσης λειτουργούντες, τα αυτοκίνητα λιγοστά και ταπεινά, δεν μαρσάριζαν. Πλάι πλάι τα δύο νησιά, πλάι πλάι δύο φανερώσεις ενός λαού, ίδιου στον πυρήνα του. Αρα, μήπως μπορούμε;

Στήνω αυτί: Ακούγεται δεξιά-αριστερά, όλο και συχνότερα, με ένταση αυξανόμενη: Θέλω πίσω την πατρίδα μου… Πού είναι η Ελλάδα που ξέραμε… Κλιμακωτά, μέχρι το απειλητικό: Να ξεβρωμίσει ο τόπος. Τέτοια. Σαν αυτό που λέει το αντιδραστικό Tea Party στις ΗΠΑ: «To take back our country», να πάρουμε πίσω τη χώρα μας.

Μεταξύ θρήνου και ελπίδας, αναρωτιέμαι πάλι: Ποια πατρίδα, ποια Ελλάδα; Αυτήν που κάναμε σαν τα μούτρα μας τα άπληστα; Από ποιους να ξεβρωμίσει, αν όχι από εμάς που τη μαγαρίσαμε, άπονοι, αδιάφοροι, αλαζόνες, ιδιοτελείς; Καλύτερα να μην την πάρουμε πίσω έτσι, λεηλατημένη, με νάιλον σκουπίδια μπηγμένα στ’ αγκάθια. Ας την αφήσουμε να αλλάξει, να ξεπλυθεί, να λυτρωθεί απ’ τα δικά μας κρίματα. Μήπως αλλάξουμε κι εμείς, και έτσι ξαναγεννημένοι μετά τη συντριβή, μπορέσουμε να τοπώσουμε, να ταιριάξουμε αρμονικά στους κόλπους της πατρίδας, να βρούμε τη Διαμονή. Τέτοια πατρίδα.

ζωγραφική: Αλέξης Βερούκας, Δελφοί, 2002.

Ακόμη και πριν από τα πρώτα φανερώματα της κρίσης, το κέντρο της Αθήνας είχε μεταμορφωθεί σε ιδιότυπο αρθρωτό γκέτο φτωχών μεταναστών και προσφύγων, άλλοτε νόμιμων μα συχνότερα παράνομων, μια μαύρη τρύπα εκτός νόμου και εκτός πολιτεύματος, μέσα στην οποία κυκλοφορούσαν μαύρο χρήμα, μαύρα εμπορεύματα, μαύρη εργασία, φυλετικές συμμορίες, σκουρόχρωμες φιγούρες τυλιγμένες σε τσαντόρ, σμάρια αρσενικών σε ρυπαρούς δημόσιους χώρους, και παντού άνθρωποι χωρίς χαρτιά, χωρίς υπόσταση, γυμνές υπάρξεις σε μια βιόσφαιρα όλο και περισσότερο γυμνή.

Τα γκέτο στέριωσαν σε γειτονιές που ήδη υπέφεραν από σταδιακή υποβάθμιση, δάση πολυκατοικιών του ’60 – ’70 που τα εγκατέλειπαν οι ανερχόμενοι μικροαστοί, αφήνοντας πίσω τους άφθονο εκμεταλλεύσιμο χώρο, τα μαζικής ενοικιάσεως διαμερίσματα στα οποία τώρα στοιβάζονται περαστικοί και ημιμόνιμοι, πληρώνοντας με τη νυχτιά και το κεφάλι.

Η γεωγραφική και δημογραφική μεταβολή άρχισε με την πτώση της Α. Ευρώπης. Η κάτωθεν της Πατησίων Αθήνα κυριαρχήθηκε από μετανάστες ευρωπαϊκής προελεύσεως για τουλάχιστον μια δεκαετία. Βαθμιαία όμως, και όσο εκτείνονταν οι πόλεμοι, οι ανθρωπιστικές καταστροφές ή και η «απλή» φτώχεια στο Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές, την Ανατολική Αφρική, τις χώρες του Μαγκρέμπ, η δημογραφία άλλαζε. Οι Ευρωπαίοι αποχωρούσαν από το γκέτο, είτε για τις πατρίδες τους είτε για άλλες γειτονιές.

Στο γκέτο ξέμειναν και πολλοί Ελληνες, όσοι είχαν τα σπίτια τους και τις περιουσίες τους εκεί, αλλά δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να μετακομίσουν σε προάστια και μεζονέτες. Η ζωή τους υποτάχτηκε στους τρόπους του γκέτο. Ας το πούμε: Η ανώνυμη, χωρίς χαρτιά και όνομα μάζα των ανθρώπων των φαναριών, των ρακοσυλλεκτών, των υπαίθριων μικροπωλητών παρέσυρε στο βούρκο της γυμνής ζωής της και τη μάζα των φτωχών Ελλήνων που είχαν ξεμείνει εντός του γκέτο. Η κρίση απλώς επέτεινε και επιτάχυνε ό,τι είχε ήδη ξεκινήσει τουλάχιστον προ δεκαετίας.

Και η ελληνική πολιτεία; Οι θεσμοί της, οι νόμοι της, τα όργανά της; Απουσίαζαν, λουφάριζαν, εθελοτυφλούσαν, κάποτε χρηματίζονταν· αφήνονταν στην τυφλή αυτορρύθμιση, ανέχονταν την παρανομία ως ρουτίνα και όταν η αθλιότητα ξεχείλισε ήταν πια αργά, το γκέτο κατέτρωγε την πρωτεύουσα. Η κρίση, η πτώχευση, η αποσύνθεση, αποτέλειωσαν.

Σε αυτή την ιλύ του γκέτο ευδοκίμησε ο εγχώριος νεοναζισμός, ώς τότε μια δραξ περιθωριακών και υποκοσμικών, παρακρατικών υπαλλήλων και μπράβων, εμφορούμενων από μίγμα αποκρυφιστικών, σατανιστικών και χιτλερικών δοξασιών. Ντύθηκε τώρα την προβιά του εθνικιστή πρόσκοπου που ξεβρωμίζει τον τόπο από τους αλλόδοξους σκούρους. Και θάλλει. Και υπαγορεύει την ατζέντα του μίσους, του λιντσαρίσματος και της αυτοδικίας, σε ένοχους δειλούς πολιτικούς και σε εξαθλιωμένους πολίτες.

Τώρα: Η μετανάστευση και τα συνοδά της φαινόμενα, η παρανομία, το μίσος και η μισαλλοδοξία, μαζί με τη χρεοκοπία που όλα τα φουντώνει, αποτελούν τη λυδία λίθο για την εύθραυστη δημοκρατία και τον κουρασμένο πολιτισμό μας. «Είμαι δημοκράτης επειδή πιστεύω στην Πτώση του Ανθρώπου», έγραφε πριν από αρκετά χρόνια ο σπουδαίος Ιρλανδός λόγιος της Οξφόρδης C.S. Lewis. Αυτή τη δοκιμασία της Πτώσης βιώνουμε σήμερα, σε αυτόν τον αγώνα υπέρ δημοκρατίας καλούμαστε.

Θα είχα έως και τριάντα χρόνια να δώ ορισμένα μέρη από θαλάσσης· άλλα τα είχα δει και πιο πρόσφατα, πριν από είκοσι ή δεκαπέντε χρόνια. Ποτέ όμως δεν είχα δει όλα μαζί τα παράλια, σε έναν ενιαίο περίπλου όλης της νότιας Μυκόνου, από το δυτικότερο άκρο, αντικρύ της Δήλου, έως το πιο ανατολικό, όπου ξανοίγεσαι για την Ικαριά.

Οι νότιες ακτές είναι οι δημοφιλέστερες και οι πιο πυκνοκατοικημένες, σε όλες τις Κυκλάδες. Ευνοήτως: προστατευμένες από τους βοριάδες και από το μελτέμι, προσφέρονται για κολύμπι και για παραθερισμό. Το φυσικό αυτό πλεονέκτημα ήταν αδιάφορο κατά τα προ τουρισμού (π.Τ.) χρόνια: οι νησιώτες κοιτούσαν πώς θα εξασφαλίσουν καλλιεργήσιμη γη. Η σχέση τους με την ακτογραμμή εξαντλείτο στο πώς θα εξασφαλίσουν υπήνεμα λιμάνια και ρεμέτζα· το κολύμπι των παιδιών εγινόταν ανέτως και μέσα στο λιμάνι, στον γιαλό. Οι ακτές ήταν το βασίλειο των ψαράδων, των χταποδάδων, των βαρκαραίων και των αγυιοπαίδων. Αυτά ίσχυαν στην προτουριστική αρχαιότητα, σε χρόνους που κανείς δεν θυμάται πια, ή δεν θέλει να θυμάται.

Κατά την τουριστική νεωτερικότητα, τα νότια παράλια της Μυκόνου έγιναν πεδίο εκδήλωσης όλων των αξιών, επιθυμιών και φαντασιώσεων των μοντέρνων Ελλήνων, για τους οποίους ο τόπος είναι οικόπεδο με θέα, η γη είναι real estate, η ακτή όργανο ψυχαγωγίας, και οι πλαγιές δοχείο επαύλεων και πισινών. Εξ ου, όλα είναι χτισμένα, παντού. Τσιμέντο, μπετόν, πέτρα, μαντρότοιχοι, πέργκολες, γκαράζ, πισίνες, και απέραντο δίκτυο ηλεκτροφόρων στύλων πάνω σε κάθε κορυφογραμμή.

Ο ήλιος ψήλωνε. Κάθε κόλπος, κολπίσκος, όρμος, στη Μύκονο, είναι μια θαυμαστή πλαζ, με χρυσή άμμο και μοναδικά νερά, ψυχρά συνήθως, με χρώμα κυμαινόμενο από το διαφανές γαλαζοπράσινο έως το ζωηρό γαλανό και το βαθύ μπλε. Η μοναδική ομορφιά της Μυκόνου είναι το φως που πολλαπλασιάζεται σε πυριτικά πετρώματα, γρανίτες και γνεύσιους· είναι το εντυπωσιακό κοντράστ της σταχτιάς, φρυγμένης γης του καλοκαιριού πάνω σε δυο γαλάζιες οθόνες, του ουρανού και της θάλασσας.

Εχει απομείνει το φως· έχει χαθεί η γη. Η γη έχει καταληφθεί, ολοσχερώς από τα χτίσματα. Παντού. Σε κάθε παραλία, σε κάθε πλαγιά και λαγκαδιά, σε κάθε μυχό και ακρωτηράκι αχειροποίητο, σε κάθε διάσελο και κορυφογραμμή, σπίτια, σπιτάρες, resort, βίλες, μπάγκαλοους, μπετένια σκελετά, πολλά απ΄ αυτά άδεια και κλειστά, σαν σπυριά μιας αλλλόκοτης δερματοπάθειας, τεράστια ξενοδοχεία σαν εκτενή έλκη, δάση ομπρελών, εστιατορίων, κλαμπ, σαν αποικίες μυκήτων. Παντού.

Κάτι αγριοπερίστερα, γλάροι, πεντέξι κορμοράνοι, καπαριές κρεμαστές σε αλίπληκτους βράχους, μοναχικές καλαμιές, τα λίγα έμβια στοιχεία που διεκδικούν μια στάλα γη. Ηττώνται κι αυτά, υποχωρούν διαρκώς. Στο ανατολικότερο άκρο, ένα βαρβάκι, falco eleonorae, το γεράκι του Αιγαίου. Μοιραστήκαμε μαζί τους την ελεύθερη θάλασσα, την χωρίς ιδιοκτήτες, παρήγορη και ιαματική.

Το σούρουπο αρχίσαμε αντιστρόφως τον περίπλου. Στο λιγοστό φως το νησί πάσχιζε να ξανακερδίσει τον όγκο του, τη φόρμα του, κάτι από το λαβωμένο μεγαλείο του. Μάταια. Στις κοσμοβριθείς παραλίες τα πάμφωτα κλαμπ ξεπρόβαλαν ακόμη πιο αλλόκοτα μες στη νύχτα, σαν εχθρικά διαστημόπλοια. Σαν βεγγαλικά απληστίας, που σβήνουν αφήνοντας πίσω μόνο δυσοσμία από θειάφι. Αφήνοντας στο μέλλον έναν ακατανόητο ερειπιώνα, καταφυγή σπουργιτιών και αγριοπερίστερων.

Η διανομή τροφίμων από τη Χρυσή Αυγή, στην πλατεία Συντάγματος, μόνο σε όσους επεδείκνυαν ελληνική ταυτότητα και κατεγράφοντο τα στοιχεία του αίματός τους, προσημαίνει την ώρα μηδέν για την ελληνική κοινωνία, την ώρα της ηθικής και ψυχικής της αποσάθρωσης.

Μόνο ντροπή μπορεί να νιώσει ένας Ελληνας, ακόμη και στην πληγωμένη Ελλάδα του 2012, όταν μελανοχίτωνες μοιράζουν μακαρόνια εξετάζοντας το αίμα του πεινώντος. Ντροπή, γιατί αυτή η ωμά ρατσιστική ενέργεια διεξάγεται υπό την σκιά της δημοκρατικής Βουλής των Ελλήνων.

Ντροπή, γιατί η διάκριση αίματος ποδοπατά όλες τις παραδόσεις ελληνικού πολιτισμού, όπως κι αν τις δει κανείς, από τον Ξένιο Δία και την Αθηνά Ξενία των ομόγλωσσων αρχαίων προγόνων έως τον Καππαδόκη Μέγα Βασίλειο τον ελληνοχριστιανό ομόδοξο: «Εάν εύρης εχθρόν που ευρίσκεται εις δυσκολίαν μη προσθέσης εις την οργήν που σε κατέχει την εκδίκησιν, αλλά να τον θρέψης όπως εκείνος έθρεψε τους αδελφούς που τον επώλησαν.» (Μ. Βασίλειος, Εν λιμώ και αυχμώ).

Ντροπή. Και δέος για το τι περιμένει όποιον περιφρονεί ιδρυτικές συνθήκες της ανθρωπιάς: «ξένος ήμην και ου συνηγάγετέ με, γυμνός και ου περιεβάλετέ με, ασθενής και εν φυλακή και ουκ επεσκέψασθέ με». Ας μην αναρωτηθεί κανείς μωρός σήμερα: «Κύριε, πότε σε είδομεν πεινώντα ή διψώντα ή ξένον ή γυμνόν ή ασθενή ή εν φυλακή και ου διηκονήσαμέν σοι;» Η απάντηση θα είναι πάντα η ίδια, τρομερή και ισχύουσα: «Εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε. Και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον» (Ματθ. 25:41-46)

Κόλαση είναι ο κόσμος του αρχέγονου αίματος και της ωμής βίας, τα μακαρόνια του μελανοχίτωνα φουσκωτού. Κι όσοι προσπερνούν τέτοιες ωμότητες, με μικροδικαιολογίες και μουρμουρητά, ας ετοιμαστούν να δείχνουν εφεξής ταυτότητα και αίμα, για να μιλούν, να σκέφτονται, να αναπνέουν.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Χτες στο @Radiofono247 για πόθεν έσχες δικαστών: Η στάση τους προσφέρει εξόχως ένα πολιτικό παιδαγωγικό παράδειγμα.… twitter.com/i/web/status/9… 1 day ago
  • Τώρα έρχεται ξανά η στιγμή που μπορούμε να παίξουμε έναν πολύ σοβαρό και καταλυτικό ρόλο στην βαλκανική και δεν θα… twitter.com/i/web/status/9… 1 day ago
  • Η Ελλάδα είναι το τελευταίο διάστημα αναβαθμισμένη γεωστρατηγικά. Την ωφελεί και επιβάλλεται να είναι εξωστρεφής κα… twitter.com/i/web/status/9… 1 day ago
  • Από άποψη εθνικής στρατηγικής βλέπουμε μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα τα οφέλη από την επίσκεψη Ερντογάν και την α… twitter.com/i/web/status/9… 4 days ago
  • Πολιτικός στόχος της κυβέρνησης το επόμενο διάστημα θα πρέπει να είναι η κατοχύρωση της προστασίας των λαϊκών A' κα… twitter.com/i/web/status/9… 1 week ago
  • Η Ελλάδα προστάτευσε τα ευρωπαϊκά σύνορα, έσωσε ζωές, υπερασπίστηκε την τιμή της ΕΕ - τι είπα στη Βουλή για την προ… twitter.com/i/web/status/9… 1 week ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 991,140 hits
Αρέσει σε %d bloggers: