Οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης, από στόματος του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, παρότι γενικόλογες, αφίστανται από τις προεκλογικές εξαγγελίες και των τριών κυβερνητικών κομμάτων. Προφανώς η συναίρεση των τριών προγραμμάτων προς ένα κοινώς αποδεκτό πλαίσιο άμβλυνε τις διαφορές και παραμέρισε υποσχέσεις. Είναι επίσης σαφές ότι η κυβέρνηση Σαμαρά θα προσπαθήσει να δώσει κάποια δείγματα συμμόρφωσης στο πλαίσιο ενεργειών του Μνημονίου, άμεσα, γρήγορα, προτού πάει στο Eurogroup για γενικότερη αξιολόγηση και ανασχεδιασμό. Η πολιτική αστάθεια των τελευταίων μηνών, εξάλλου, εξασθένησε περαιτέρω τον ήδη εξασθενημένο κρατικό μηχανισμό, και εξασθένησε ακόμη περισσότερο την διαπραγματευτική θέση της χώρας, την ώρα μάλιστα που στην Ευρώπη βρίσκεται εξ εξελίξει αναδιάταξη ισχύος και θέσεων.

Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση δεν θέτει στην κορυφή των προτεραιοτήτων της την αναδιαπραγμάτευση των όρων του Μνημονίου, τώρα. Ο υπουργός Οικονομικών Γ. Στουρνάρας το είπε με σαφηνεια στους Financial Times: στην παρούσα φάση δεν μπορούμε να ζητήσουμε τίποτε. Το εργασιακό και η αλλαγή του εκλογικού νόμου δεν αποτελούν επίσης προτεραιότητες της κυβέρνησης. Η υγεία, η παιδεία, το περιβάλλον θα περιμένουν κι αυτά.

Αντιθέτως, ο πρωθυπουργός έδωσε έμφαση στις αποκρατικοποιήσεις. Αυτό είναι το μήνυμα καλής θελήσεως προς την τρόικα, η οποία ήδη καταγράφει την πορεία εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων. Ωστόσο το καλό μήνυμα προς τα έξω δεν είναι το ίδιο καλό προ τα μέσα.
Πρώτον, διότι οι αποκρατικοποιήσεις δεν έχουν κανένα άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινή ζωή των πολιτών, που δοκιμάζονται από την ανεργία και την οικονομική δυσπραγία.
Δεύτερον, διότι πολλές από τις αποκρατικοποιήσεις αφορούν παραγωγικούς τομείς και μονάδες στρατηγικής σημασίας για την εθνική ανάπτυξη, πράγμα που το αναγνώρισε και ο πρωθυπυοργός.
Τρίτον, μένει να υπολογιστεί το προσδοκώμενο οικονομικό όφελος, που πρόκειται να κατευθυνθεί για μείωση του χρέους· μάλιστα σε συγκυρία απαξίωσης των τιμών.

Τέλος, μένει να εκτιμηθεί το ισοζύγιο των στρατηγικών επιλογών: Τι συμφέρει περισσότερο τη χώρα μεσοπρόθεσμα; Η μείωση του χρέους, όπως ζητούν οι πιστωτές, ή η αναπτυξιακή φυγή προς τα εμπρός; Στη δεύτερη περίπτωση, με ποια αναπτυξιακά εργαλεία και ποιους πόρους θα επιχειρηθεί η ανάταξη της βαριά πληγωμένης σήμερα εθνικής οικονομίας, όταν έως το τέλος του 2012 θα έχει απωλεσθεί περίπου το 20% του ΑΕΠ, εν σχέσει με το 2007; Πρόκειται για ερωτήματα, μάλλον για επιλογές στρατηγικής, που μένουν να απαντηθούν.

Αλλα κρίσιμα, τα κρισιμότερα ίσως, ερωτήματα που μένουν να απαντηθούν από τη βούληση και τις ενέργειες της κυβέρνησης: Πώς θα αντιμετωπίσει η κυβέρνηση τη διαφαινόμενη μαζική στάση πληρωμών εκ μέρους των αδυνατούντων πολιτών; Πώς θα εξασφαλιστεί η στοιχειώδης ρευστότητα για μια αγορά που έχει στεγνώσει, όταν πλέον πνίγονται και υγιείς επιχειρήσεις; Και το κυριότερο ίσως: Πώς θα αντιστραφεί η ψυχική διάθεση των πολιτών, που εκτείνεται από την ηττοπάθεια έως την απόγνωση και τον αυτοχειριασμό;

Οπως ήταν αναμενόμενο, η κυβέρνηση καλείται επειγόντως να φανεί πειστική σε δύο διαφορετικά μέτωπα, το εσωτερικό και το εξωτερικό, τον λαό και τους πιστωτές. Να εκπληρώσει τις υποσχέσεις για ανακούφιση των πολιτών, αφενός· να εκπληρώσει τις ανειλημμένες υποχρεώσεις προς τους πιστωτές, αφετέρου. Η πίεση είναι αμφοτερόπλευρη και είναι ασφυκτική.

Το πολιτικό της κεφάλαιο, για να ανταποκριθεί σε αυτή τη διπλή πρόκληση, δεν είναι επαρκές για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι πιστωτές χάνουν την υπομονή τους και εστιάζουν μόνο στα ελληνικά λάθη, χαρακτηρίζοντας τη χώρα ειδική περίπτωση, αρνούμενοι πεισματικά να δουν τα δικά τους λάθη κατά τη σχεδίαση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής. Ο χαρακτηρισμός “ειδική περίπτωση” είναι επικίνδυνος για την Ελλάδα, και η κυβέρνηση πρέπει να τον ανατρέψει, να βάλει τη χώρα στον διευρωπαϊκό σχεδιασμό, ώστε να μπορέσει να ωφεληθεί από τις νέες ρυθμίσεις για το τραπεζικό και το δημόσιο χρέος. Οσο η Ελλάδα παραμένει άφωνη και “ειδική”, εκτός του κοινού ευρωπαϊκού κεκτημένου, θα κινδυνεύει όλο και περισσότερο να βρεθεί ξεγραμμένη, να θυσιαστεί στο βωμό εσωτερικών πολιτικών σκοπιμοτήτων άλλων χωρών. Ο χρόνος παραμονής στον θάλαμο της “ειδικής περίπτωσης” είναι χρόνος χαμένος υπό κάθε έννοια, διότι σε κατάσταση εξαίρεσης δεν δίδεται ριζικότερη λύση για το χρέος, ενόσω η ύφεση και η ανεργία διαλύουν τη χώρα.

Από την άλλη πλευρά, η κοινωνία βιώνει μια καταστροφή εν προόδω και είναι αποκαρδιωμένη. Εάν αυτό το μαρτύριο της αναμονής εν καταστροφή παραταθεί πέραν του φθινοπώρου, το αποκαμωμένο πλήθος θα αντιδράσει. Σε κάθε περίπτωση, η τριφυής κυβέρνηση σύντομα θα κληθεί να απαντήσει στις εναγώνιες εκκλήσεις της κοινωνίας, με έργα συγκεκριμένα, που θα ανακουφίζουν υλικά και θα αναθεμελιώνουν ένα κράτος δίκαιο και λειτουργικό. Προς τούτο, διαθέτει λίγο χρόνο, λίγους μήνες, και πεπερασμένο πολιτικό κεφάλαιο, όσο της επιτρέπουν οι εγγενείς της αδυναμίες και το ένστικτο κομματικής επιβίωσης των κυβερνητικών συνιστωσών.

Advertisements