Οι Ελληνες είχαν το οδυνηρό προνόμιο, κατά τους δύο παρελθόντες αιώνες, να βιώσουν μείζονες ιστορικές αλλαγές στον εθνικό και κοινωνικό κορμό, πρώτοι ή σε απόλυτο συγχρονισμό με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Οδυνηρό μεν, κατά το μέτρο των καταστροφών και του συνακόλουθου πόνου, προνόμιο δε, κατά το μέτρο που η ιστορική εμπειρία αφομοιώνεται εγκαίρως προς ανασυγκρότηση και ανέλιξη. Σε όλο τον 20ό αιώνα ο ελληνισμός κινείται σε ένα σπιράλ καταστροφών-δημιουργίας: από την πτώχευση του 1893 έως την πτώχευση του 2010-12, με ενδιάμεσους πολυετείς πολέμους, εδαφικές επεκτάσεις, εθνικές απώλειες, διχασμούς, εμφυλίους, κατοχή, λιμό, πτώχευση. Η Ελλάδα ήταν παρούσα σε όλες τις μεγάλες στιγμές, με θυσίες και αναδιπλώσεις.

Την τελευταία 60ετία, σε συγχρονισμό με την Ευρώπη, έζησε τη μακρότερη περίοδο ειρήνης και επέτυχε εντυπωσιακή άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Στις αρχές του 21ου αιώνα και προ της παρούσας κρίσης, η Ελλάδα συγκατελεγόταν στις 30 πιο ευημερούσες χώρες του κόσμου, με υψηλό προσδόκιμο επιβίωσης, με αφθονία πτυχιούχων, με μοναδικά καίτοι αναξιοποίητα αποθέματα περιβάλλοντος και πολιτιστικής κληρονομιάς. Υπό όρους, αυτά τα φυσικά και ανθρωπογενή αποθέματα θα μπορούσαν να είναι ακαταμάχητα πλεονεκτήματα στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία των καινοτομιών και του ελεύθερου εμπορίου. Δεν είναι. Διότι δεν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις: Λείπει η ηγεσία, λείπει το εθνικό σχέδιο, και απόντων αυτών, έχει κλονιστεί και η εθνική-κοινωνική συνοχή.

Ας μη μακρύνουμε με τα αίτια, τα έχουν πει πολλοί. Μια εβδομάδα προ των κρισιμότατων εκλογών της 17ης Ιουνίου, προέχει να δούμε τι διακινδυνεύεται και ποιες οι ενδεχόμενες τροπές. Κατά τη γνώμη μας, διακινδυνεύονται ακριβώς όσα περιγράψαμε παραπάνω, δηλαδή, ο εθνικός πλούτος, δημόσιος και ιδιωτικός, που ήδη έχει πληγεί αλλά όχι ανεπανόρθωτα, και η κοινωνική συνοχή. Το βάρος του χρέους και η συνεχιζόμενη αποσάθρωση του εθνικού προϊόντος θυμίζουν ευθέως δείκτες πολέμου. Η επαπειλούμενη ρήξη του κοινωνικού ιστού, καθώς την αφουγκραζόμαστε όλο και ευκρινέστερα, μπορεί να συγκριθεί αναλογικά με τις περιόδους του Διχασμού και του Εμφυλίου.

Αρα ο στόχος, στόχος εθνικός, καθολικός, καθήκον ιστορικό, είναι η διάσωση αυτών των αποθεμάτων, άνευ των οποίων υπονομεύεται και το δημοκρατικό πολίτευμα και η εθνική κυριαρχία και η ίδια η σύσταση του ελληνισμού όπως διαμορφώθηκε στους νεότερους χρόνους. Διάσωση πώς; Κωδικά: Ανασυγκρότηση κράτους και ανασυγκρότηση παραγωγικού ιστού. Για να επιτευχθούν, προαπαιτείται πολιτική αναγέννηση: νέα πρόσωπα, νέες οργανώσεις, κουλτούρα, ιδέες.

Δεν πρόκειται για νεολαγνεία, πρόκειται για αδήριτη ιστορική ανάγκη. Η παρούσα παρακμή και τα αδιέξοδα της τρίτης ελληνικής δημοκρατίας προσομοιάζουν με την κατάσταση των δημοκρατιών στον Μεσοπόλεμο, στα δικά μας χρόνια του ’20-’30, αλλά και στις ασθενείς δημοκρατίες της Ιταλίας το 1919-22, της Γερμανίας το 1919-32, της Γαλλίας όλο το διάστημα έως την πτώση των κυβερνήσεων του Λαϊκού Μετώπου. Κατά παρόμοιο τρόπο, αν και σε διαφορετική συγκυρία, κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις δεν αλληλοαναγνωρίζονται και προσπαθούν να εκτοπίσουν η μία την άλλη από τον δημόσιο χώρο, χωρίς να αναγνωρίζουν κοινά ιστορικά καθήκοντα, ενώ ταυτοχρόνως αδυνατούν από μόνες τους να τα αντιμετωπίσουν.

Η δημοκρατία και η χώρα χρειάζονται κατεπειγόντως αναζωογόνηση, την ίδια που χρειάζεται η δοκιμαζόμενη Ε.Ε.: επανεύρεση βασικών αξιών της μεταπολεμικής Ευρώπης. Μπορεί η Ε.Ε. μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ να κλείδωσε την πορεία της πάνω σε νεοφιλελεύθερες δοξασίες προς όφελος της χρηματοπιστωτικής βιομηχανίας και προς ζημίαν των λαών, ωστόσο το μεταπολεμικό θαύμα της Ευρώπης κατορθώθηκε μόνο χάρη στη ζωογόνο βοήθεια της Αμερικής του Ρούζβελτ, στο κεϋνσιανό σχέδιο ανάπτυξης, και στο ισχυρό κράτος πρόνοιας που συνέλαβαν και υλοποίησαν πρώτοι οι Βρετανοί και οι Σκανδιναβοί, και ακολούθως όλοι οι Ευρωπαίοι, από τον Βορρά έως τον Νότο.

Με τη σύλληψη του βρετανικού κράτους πρόνοιας και του Εθνικού Συστήματος Υγείας, από τον Μπέβεριτζ, και την ηγεμονική επίδραση των Σοσιαλδημοκρατών στη Γερμανία, οικοδομήθηκε μια στέρεη παράδοση μεταρρυθμίσεων υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αναδιανομής πλούτου. Αυτή η μακρά παράδοση σοσιαλδημοκρατίας, μεταρρυθμίσεων, ισόρροπης συνύπαρξης κεφαλαίου και εργασίας, κρατικής και ιδιωτικής επιχειρηματικότητας, ρυθμισμένων αγορών, εγκαταλείφθηκε. Και συχνά προδόθηκε από τους ίδιους τους σοσιαλδημοκράτες. Η επαναφορά σε αυτή την παράδοση, επανιδρυμένη στο νέο ιστορικό περιβάλλον της παγκοσμιοποιησης, και μπολιασμένη με τις νέες προτεραιότητες οικονόμησης φυσικών πόρων και προστασίας του περιβάλλοντος, είναι το ζητούμενο για την κλονιζόμενη Ευρώπη.

Για την Ελλάδα, τα ζητούμενα είναι αυτά και ακόμη πιο επείγοντα. Στη χώρα μας δοκιμάζεται πλέον η αντοχή του κοινωνικού σώματος, απέναντι στην επελεύνουσα ένδεια, και δοκιμάζονται δεινά οι θεσμοί, ο ίδιος ο οργανωμένος βίος. Υποσυστήματα καταρρέουν και επιδιορθώνονται όπως όπως την τελευταία στιγμή. Μεγάλες περιοχές της Αθήνας βρίσκονται εγκαταλειμμένες, στο κατώφλι της συμμοριοποίησης και τη αστικής δυστοπίας. Το κράτος είναι μουδιασμένο ή ημιπαράλυτο. Ο λαός, απελπισμένος ή φοβισμένος, προς το παρόν παρακολουθεί τις μετατοπίσεις στην κορυφή της πολιτικής πυραμίδας και σιωπά, αναμένει και υπομένει. Οι περισσότεροι, ακόμη κι αν δεν το συνειδητοποιούν, σίγουρα το αισθάνονται: το ποτάμι θα ξεσπάσει.
Υπάρχουν πολλές δυνάμεις, λανθάνουσες, υπνώττουσες, απογοητευμένες, φιμωμένες ― ζωντανές παρ΄όλ΄αυτά. Κάποιες θα σπαταληθούν, θα θυσιαστούν. Οι περισότερες όμως θα είναι παρούσες στο ραντεβού με την ιστορία.

Advertisements