Τον Δεκέμβριο του 2010, όταν οποιαδήποτε συζήτηση περί κουρέματος του χρέους αντιμετωπιζόταν περίπου ως προδοσία, παρότι το PSI Plus μαζί με το Μνημόνιο ΙΙ ήταν μερικούς μόνο μήνες μακριά, διαπιστώνοντας τους κινδύνους από τις λυσσώδεις μάχες για κατάργηση της τότε αντιπολίτευσης, γράφαμε:

«Η ελληνική κοινωνία πάσχει, εκτός των άλλων, από ακινησία των ελίτ, οι οποίες ράθυμες και αυτάρεσκες αυτοαναπαράγονται σε κλειστό κύκλωμα και παράγουν παρακμή. Η κρίση και η αντιπολίτευση στις ελίτ που παράγουν/διαχειρίζονται την κρίση, μπορούν να ανανεώσουν τις ελίτ, και να αναδιατάξουν τις δυνάμεις προς όφελος των μεγάλων μαζών που βρίσκονται εκτός εξουσίας.
»Εδώ ας θυμηθούμε τον περίφημο πολιτικό στοχαστή Τζέιμς Μπέρναμ: “Η ύπαρξη αντιπολίτευσης συνεπάγεται την ύπαρξη ρήγματος στην άρχουσα τάξη. Εν μέρει ο αγώνας που διεξάγεται μεταξύ των τμημάτων της άρχουσας τάξης είναι εσωτερικός. Ελιγμοί και ίντριγκες συμβαίνουν διαρκώς στην πορεία της συνεχούς θεσιθηρίας. Ομως όταν η αντιπολίτευση είναι δημόσια, αυτό σημαίνει ότι οι συγκρούσεις δεν μπορούν να λυθούν μόνο με εσωτερικές αλλαγές στην υπάρχουσα ελίτ.”»

Το κυρίαρχο αφήγημα (μάλλον: κυρίαρχη δοξασία) τότε ήταν μια κυβέρνηση προθύμων για εθνική σωτηρία με εργαλείο τη μόνη λύση, δηλαδή το Μνημόνιο. Πράγματι μια τέτοια κυβέρνηση συγκροτήθηκε τον Νοέμβριο του 2011, καρατομώντας τον Γ. Παπανδρέου και ρυμουλκώντας τον απρόθυμο Α. Σαμαρά και τον πρόθυμο Γ. Καρατζαφέρη. Ετσι όμως, όχι μόνο εξουδετερώθηκε η μείζων αντιπολίτευση, αλλά ισοπεδώθηκαν και όλα τα αναχώματα: αφενός, προς τον ακροδεξιό αντισυστημισμό με ναζιστικό πρόσημο, που ήδη είχε ξεμυτίσει στις δημοτικές εκλογές, αλλά και προς το λαϊκιστικό κύμα που φούσκωνε στις πλατείες των αγανακτισμένων. Προφανώς το πολιτικό σύστημα σε εκείνη τη φάση, δεν ήταν σε θέση να αντισταθεί στην ασφυκτική, άφρονα πίεση του ξένου παράγοντα. Κι επίσης δεν ήταν σε θέση να αξιολογήσει τη δυναμική των αγανακτισμένων: πώς αυτή η οργή θα εκφραζόταν στο πολιτικό πεδίο.

Το αποτέλεσμα της τύφλωσης το είδαμε στην κάλπη της 6ης Μαΐου: Οι συγκρούσεις δεν μπόρεσαν να αφομοιωθούν μόνο με εσωτερικές αλλαγές στις κυβερνώσες ελίτ. Τα κόμματα του Μνημονίου σαρώθηκαν· μαζί τους θρυμματίστηκε το θεμέλιο σχήμα κυβέρνηση-αντιπολίτευση όπως εκφραζόταν από τα πρώην μεγάλα κόμματα. Το κενό της δομικής αντιπολίτευσης κατέλαβε ορμητικά ο ΣΥΡΙΖΑ καταρχάς, ακολουθούμενος από τους Ανεξάρτητους Ελληνες, το ΚΚΕ και τη Χρυσή Αυγή. Εξ αυτών ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις ριζοσπαστικές-ρεφορμιστικές του εξαγγελίες, μπορεί να θεωρηθεί το πιο συστημικό, ορθολογικό και φιλοευρωπαϊκό κόμμα, αυτό που ένεκα και της εκλογικής του επίδοσης, θα πρωταγωνιστήσει, ως μείζων αντιπολίτευση ή και ως (συν)κυβερνώσα δύναμη.

Υπό αυτή την έννοια, άρα, ο ΣΥΡΙΖΑ αφενός πληροί το δομικό ρήγμα, που κατέλειπε η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, αφετέρου λειτουργεί πλέον ως καταλύτης για αναδιάταξη και ανανέωση των ελίτ· έτι περαιτέρω, προσφέρει μια δυνατότητα για λυσιτελέστερη, με πολιτικά ειρηνικά μέσα, έκφραση των μαζών που αισθάνονται αποκλεισμένες και απειλούμενες. Στις 17 Ιουνίου θα δούμε πώς θα κρυσταλλωθούν περαιτέρω οι αναδιατάξεις.

Advertisements