You are currently browsing the monthly archive for Μαρτίου 2012.

Η κυβερνητική κρίση περί το υπουργείο Παιδείας δεν είναι μεμονωμένη και προσωποπαγής· ήταν αναμενόμενη και δείχνει όχι μόνο τις δομικές αδυναμίες της παρούσας δικομματικής κυβέρνησης ειδικού σκοπού, αλλά και τις δυσχέρειες που έχει να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε κυβέρνηση συνεργασίας συγκροτηθεί μετά τις εκλογές.

Η κυβέρνηση Παπαδήμου είχε έναν συνομολογημένο σκοπό: να αναδιαρθρώσει το χρέος και να συνάψει τη νέα δανειακή σύμβαση. Παρεμπιπτόντως, να διατήρησει και τη στοιχειώδη συνέχεια κράτους. Η πολιτική της νομιμοποίηση εξαντλείται εκεί. Ουδείς εκ των συμμετεχόντων είναι διατεθειμένος να προσφέρει πολιτικό κεφάλαιο σε αυτή τό ληξιπρόθεσμο σχήμα, πολύ περισσότερο που το κεφάλαιο αυτό έχει απομειωθεί επικίνδυνα, έως μηδενισμού, από την εφαρμογή επώδυνων περικοπών και την καλπάζουσα ύφεση.

Ελλειψη πολιτικής καύσιμης ύλης, ικανής να τροφοδοτήσει την αναγκαία ζωτικότητα της κυβέρνησης, αφενός. Χαμηλές ικανότητες και μειωμένο σθένος του πολιτικού προσωπικού, αφετέρου. Και κυρίως έλλειψη εθνικού σχεδίου για ανάσχεση της κρίσης. Το μόνο σχέδιο που εφαρμόζεται, όσο και όπως εφαρμόζεται, είναι το σχέδιο της τρόικας: εσωτερική υποτίμηση και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, σύμφωνα με μια στερεοτυπική συνταγή αμφιλεγόμενης αποτελεσματικότητας.

Αυτές τις στερεοτυπικές μεταρρυθμίσεις, και με δεδομένη την απουσία εθνικού σχεδίου, ο κάθε υπουργός τις αντιλαμβάνεται, τις ερμηνεύει, τις σχηματίζει και τις προωθεί σύμφωνα με το δικό του σχέδιο. Σχέδιο Ραγκούση, σχέδιο Λοβέρδου, σχέδιο Διαμαντοπούλου, σχέδιο Κατσέλη, σχέδιο Ρέππα, ακόμη και σχέδιο Πανάρετου κ.ο.κ. Κάθε προσωπικό σχέδιο καταρτιζόταν με μελέτη ελαχίστων μηνών και φιλοδοξούσε να μεταμορφώσει τη χώρα εντός αναλόγως ελαχίστων μηνών. Ολα τα επιμέρους σχέδια όμως αγνοούσαν τις πραγματικές δυνατότητες για ριζικές αλλαγές, και κυρίως το ραγδαία αφυδατωνόμενο τοπίο της διοίκησης και της κοινωνίας σε συνθήκες ύφεσης και πτώχευσης.

Ετσι, προέκυψε μια δέσμη μεταρρυθμίσεων, άλλες αναγκαίες, άλλες αδιάφορες, άλλες ανωφελείς, ασύνδετες μεταξύ τους, μη εντασσόμενες σε ενιαίο σχέδιο, οι οποίες κινδυνεύουν να μείνουν ανεφάρμοστες.

Advertisements

Λίγο μετά την ολοκλήρωση του PSI και την υπογραφή του Μνημονίου ΙΙ, μαθαίνουμε από τα πιο αρμόδια χείλη, το πραγματικό πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου στήθηκε και εκτελέστηκε το σχέδιο. Η καγκελάριος της Γερμανίας, σε χθεσινή συνέντευξή της στο BBC, βεβαιώνει ότι η έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη θα απέβαινε καταστροφική για το ευρώ και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ενωση, τονίζοντας ότι η συμμετοχή στην Ευρωζώνη είναι πολιτική απόφαση.

Ο Ελληνας πολίτης ωστόσο θυμάται ότι ήδη από τη νύχτα των Καννών, οι κ.κ. Μέρκελ και Σαρκοζί έθεσαν την Ελλάδα προ του εκβιαστικού διλήμματος «ευρώ ή δραχμή». Αυτό το δίλημμα οδήγησε μάλιστα στην αποπομπή του Γ. Παπανδρέου από την πρωθυπουργία και στον σχηματισμό κυβέρνησης υπό τον Λουκά Παπαδήμο, η οποία υπέγραψε εντέλει το δεύτερο Μνημόνιο.

Σύμφωνα όμως με τις εκθέσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το PSI και το Μνημόνιο δεν θα βγάλουν την Ελλάδα από την ύφεση, δεν θα την οδηγήσουν στις αγορές, δεν θα καταστήσουν το χρέος βιώσιμο. Το 2015, η χώρα θα έχει χρηματοδοτικό κενό ύψους από 32 έως 67 δισ. ευρώ!

Αρα το δίλημμα «ευρώ ή δραχμή» μάλλον πρέπει να εκληφθεί ως εκβιασμός, ακριβώς για να παραιτηθεί η Ελλάδα από τη δυνατότητα να κηρύξει στάση πληρωμών και να αναζητήσει τα πιο πρόσφορα εργαλεία για την ανάκαμψή της. Ο εκβιασμός λειτούργησε: εκάμφθησαν και οι Ελληνες πολιτικοί και, κυρίως, εκάμφθησαν οι έντρομοι πολίτες. Ετσι, το PSI εκτελέσθηκε σαν ένα γιγάντιο swap, με το οποίο οι γαλλογερμανικές τράπεζες ξεφορτώθηκαν τα ελληνικά ομόλογα-σκουπίδια, κουρεμένα έστω, και τα φορτώθηκαν τα κράτη. Τώρα η Ελλάδα χρωστάει σε κράτη-εταίρους της και στους λαούς τους, χρωστάει ευρώ, όποια κι αν είναι η μετέπειτα νομισματική εξέλιξη, το χρέος διέπεται από βρετανικό δίκαιο και θα εξοφλείται κατ’ απόλυτο προτεραιότητα, ανεξαρτήτως των αναγκών της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας.

Η Ελλάδα δεν κήρυξε πτώχευση με τους όρους της, στον χρόνο και με τον τρόπο που θα καθιστούσαν την πτώχευση ανακουφιστική. Τώρα η οικονομία της βυθίζεται στην ύφεση για πέμπτη συνεχή χρονιά, το ΑΕΠ συρρικνώνεται, το χρέος διογκώνεται σε απόλυτους αριθμούς και ως ποσοστό του ΑΕΠ – αυτά διαπιστώνουν όλοι οι διεθνείς αναλυτές, και περιγράφει επακριβώς το ΔΝΤ.

Τώρα η χώρα παραμένει στην Ευρωζώνη, εξουθενωμένη, ανίκανη να εξυπηρετήσει το χρέος της, εκλιπαρούσα την καλοσύνη των ξένων, ήτοι του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και του Βερολίνου. Και ελπίζει σε αλλαγή πολιτικής αντιμετώπισης της κρίσης από την Ευρώπη – η οποία αλλαγή γίνεται όλο και πιθανότερη. Θα αντέξει όμως ώς τότε η Ελλάδα, ώστε να ανακουφιστεί; Οσο και όπως αντέξει. Πράγματι, η κ. Μέρκελ έχει δίκιο: Η Ελλάδα δεν έπρεπε να βγει από το ευρώ…

Κάποτε στην Πόλη του ενός εκατομμυρίου κατοίκων οι διακόσιες χιλιάδες ήσαν Ρωμιοί Ορθόδοξοι, Ελληνες. Παρέμειναν πολλοί και δραστήριοι και στον 20ό αιώνα. Σήμερα στην Πόλη των 16-18 εκατομμυρίων, οι Ρωμιοί είναι τρεις χιλιάδες. Ωστόσο υπάρχουν ακόμη, λίγοι πια, ελάχιστοι, αλλά πάντα δραστήριοι, ιστορικοί, απόγονοι γένους παλαιότατου. Η φωτιά παραμένει αναμμένη στο Ζωγράφειο Λύκειο, στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, στο Ζάππειο Παρθεναγωγείο, στα φιλόδοξα κτίσματα του ύστερου 19ου αιώνα της ακμής, εκεί όπου ακόμη διδάσκονται Ελληνες φιλόσοφοι και ποιητές, από φλογερούς δασκάλους. Ενας τέτοιος Ελληνας δάσκαλος, ο Γιάννης Δερμιντζόγλου, διευθυντής του ιστορικού Ζωγραφείου, επικουρούμενος από τη Μακεδονίτισσα σύζυγό του, Ασπα Χασιώτη, φιλόλογο εκπαιδευτικό στη Θεσσαλονίκη, πάτησε πάνω στον ζείδωρο Παπαδιαμάντη και προκάλεσε μια συναρπαστική ένωση Ελλαδιτών και Ρωμιών εφήβων, ζωντάνεψε αίθουσες και εκκλησιές, πυρπόλησε καρδιές και σκέψεις.

Ενα μαθητικό συνέδριο για τον Παπαδιαμάντη, εκατό συν ένα χρόνια από το θάνατό του, ήταν η αφορμή για μια πνευματική εμπειρία που θα μείνει αξέχαστη στα παιδιά και στους μεγάλους που συμμετείχαν. Οι έφηβοι, λίγο πριν από τη μέγγενη των Πανελλαδικών, έμαθαν να βουτάνε στη λογοτεχνία και να δουλεύουν συλλογικά· άγγιξαν την Ιστορία με τα χέρια τους, την είδαν μπρος στα μάτια τους. Είδαν να ζωντανεύει η φόνισσα Φραγκογιαννού μες στην Παναγία των Βλαχερνών απ’ τη φωνή της Νένας Μεντή, άκουσαν Παπαδιαμάντη από το στόμα του Πατριάρχη λίγο μετά την ακολουθία των Χαιρετισμών, διάβασαν Παπαδιαμάντη στην ιστορική Παναγιά των Μογγόλων, στην επιβλητική Αγία Τριάδα, στην Παναγία του Σταυροδρομίου. Μπήκαν στον Ταξιάρχη στο Μέγα Ρεύμα, έψαλαν Υπερμάχω και γέμισαν με τα νιάτα τους τον ναό, πρώτη φορά ύστερα από πολλές δεκαετίες.

Θα τη θυμούνται την Πόλη τα παιδιά, ζυμωμένη με τον Δερβίση και την Αγι-Αναστασιά του Παπαδιαμάντη, Πόλη μυρολογημένη και τραγουδισμένη από τον Θωμά Κοροβίνη, διαβασμένη από τη Ζυράννα Ζατέλη και τον Κώστα Ακρίβο, θα τη θυμούνται πλεγμένη με φιλικούς οικείους συγγραφείς, με προσφιλείς δασκάλους, με τη βαθιά θεολογική σκέψη του π. Ευάγγελου Γκανά, Πόλη τραγουδισμένη από «την ακορντιόν» του φλογερού Γιάννη, την ίδια ακορντιόν που φέρνει κάλαντα παρηγοριάς στα γηροκομεία των Ρωμιών.

Η Πόλη, τεράστια, επιβλητική, με αυτοκρατορικό μεγαλείο. Αλλαγμένη πολύ από την προ δεκαπενταετίας επίσκεψη: χωρίς ένοπλους στους δρόμους, χωρίς πολλά γιγαντοπανώ με Ατατούρκ, με πλήρως εκδυτικισμένη και εμπορική την πλημμυρισμένη Ιστικλάλ, με μυριάδες νέους ανθρώπους να κατακλύζουν την πόλη και να δείχνουν το δημογραφικό σφρίγος της Τουρκίας, με πλήθος μαντίλες στις λαϊκές γειτονιές να δείχνουν τον ιδιότυπο νεοϊσλαμισμό της εποχής Ερντογάν. Τα εμπορικά κέντρα και τα καταστήματα ειδών πολυτελείας ξεχειλίζουν στα ακριβά προάστια. Καγιέν, Μερτσέντες, κλαμπ τεράστια στα παράλια του Κεράτιου και του Βοσπόρου, κλαμπ πριβέ με τριπλή πόρτα για τους νέους υπερπλούσιους. Η Τουρκία ζει το τραπεζικό της όνειρο, πιθανότατα φούσκα, αλλά ο μισθός νέου μηχανολόγου δεν ξεπερνά τα 250 ευρώ. Η δίκη του πρώην προέδρου δικτάτορα Εβρέν επίκειται. Οι Κούρδοι διαδηλώνουν στο κέντρο, και από τα αχανή slum της περιφέρειας ξεχύνονται και σπάνε όλα τα στέγαστρα συγκοινωνιών, πετροβολούν τα πούλμαν στον αυτοκινητόδρομο.

Και η Ελλάδα ιδωμένη από τους λόφους της Πόλης: οδυνηρή ασπαίρουσα οντότητα πίσω απ’ τα σύννεφα. Τη βλέπουν καθαρά οι πολλοί πια Ελληνες που κάνουν μεταπτυχιακά στο Πανεπιστήμιο Βοσπόρου, το πρώην Ροβέρτειο Κολέγιο, και στ’ άλλα πανεπιστήμια της Πόλης· τα λόγια τους, δυναμικά και με τη διαύγεια της απόστασης, μας προσφέρουν μια άλλη θέαση του υποφέροντος ελληνισμού. Τη βλέπει ολοκάθαρα την Ελλάδα, σε ιστορική προοπτική και με γεωπολιτικό βάθος, ο Ρωμιός κύριος Αρης, ο φλογερός Ελληνας, τη βλέπει σαν αλυσίδα λαθών, υποχωρήσεων, υποτέλειας, ατολμίας, επαρχιωτισμού, ο λόγος του διαφωτίζει και εγκαρδιώνει. Μας τη φανερώνουν άλλη την Ελλάδα, τα πάθη της, τη δυναμική της, οι συνομιλίες εκεί, σε μια αρχαία και σφύζουσα μητρόπολη, με ελληνικές επιγραφές μισοσβησμένες στα σοκάκια.

Φανερώνεται έτσι η Ελλάδα στο βραχύ μέλλον: για να υπάρξει, χρειαζόμαστε επειγόντως πειθαρχία. Αυτοπειθαρχία, αυτοέλεγχο, στοχοπροσήλωση, εστίαση της ζωτικότητας. Το δαιμόνιο μόνο του δεν αρκεί, μπορεί και να καταστρέφει. Μόνο δαμάζοντας το δαιμόνιο και πειθαρχώντας τους εαυτούς, θα κερδίσουμε αυτογνωσία και σχέδιο, θα έχουμε θέση στον αναδυόμενο κόσμο.

φωτ.: Επί του Βοσπόρου. Τραγούδι, Θωμάς Κοροβίνης, ακορντιόν, Γιάννης Δερμιντζόγλου.

Παρατηρώ το χτίσιμο: πέτρες δεμένες με πλίνθους και κουρασάνι. Ρωμαϊκό, βυζαντινό. Αγκαλιάζω την χαρίεσσα φόρμα. Χαμηλώνω το βλέμμα. Στο πεζούλι του βυζαντινού ναού των Αγίων Θεοδώρων, στην πλατεία Κλαυθμώνος, ένας (μία;) μικροπωλητής, συνήθως άφαντος, έχει απλώσει την πραμάτειά του: εικονίτσες, βίους αγίων, την Αγία Μαρκέλα, τον Αγιο Κυπριανό, θρησκευτικά ημερολόγια, λιβάνι, βραχιολάκια, κομπολόγια, ένα CD με Λόγους Μετανοίας. Στην άκρη απιθωμένο ένα πλαστικό κύπελλο καφές. Ενας γενειοφόρος Πρόδρομος, νωδός, διαλαλεί ψευδά τα λαχεία του «τι σου ‘χω σήμερα, σε γλιτώνω!». Πιο πάνω, άλλος σαλός με άδειο βλέμμα, λευκογενειοφόρος με πατημένα παπούτσια σαν παντόφλες, κουνάει ένα άδειο κουτί “πεινάω” προς παγερά αδιάφορους διαβάτες, είναι αόρατος. Στο πεζοδρόμιο της Αθηνάς ένας άντρας έχει ανοίξει ένα χαρτόκουτο και επιδεικνύει καρδερίνες, λούγαρους και φλώρια, έχουν μαζευτεί καμιά δεκαριά άντρες σαράντα-πενήντα χρονών, χαζεύουν και καπνίζουν, ένας σαν κράχτης κάνει ότι ψωνίζει και βάζει σε ένα σακ βουαγιαζ ένα πουλάκι. Στις παρυφές της Ερμού, επί της Αρεως, ένας αστυνομικός με μπλε εξάρτυση καλεί έναν ινδοασιάτη μικροπωλητή για έλεγχο, αυτός κρατάει μια γαλάζι ομπρέλα ανοιχτή και τέσσερις-πέντε κλειστές σε νάιλον, το βάζει στα πόδια, ξεφορτώνεται το εμπόρευμα στο δρόμο, τρέχει με την γαλάζια ομπρέλα ανοιχτή, ο νεαρός αστυνομικός τον προλαβαίνει, του βάζει τις φωνές, ο Πακιστανός χαμογελάει διαρκώς και στριφογυρίζει ψηλά την ανοιχτή ομπρέλα, κανείς δεν δίνει σημασία, μόνο ένας σκουρόχρωμος σαλεπιτζής παρακολουθεί διακριτικά.

Κανείς δεν παραξενεύεται με αυτές τις εικόνες στο κέντρο των Αθηνών. Ολοι προσπερνούν αποτραβηγμένοι στον εαυτό τους, σκυθρωποί, κοιτάνε πέρα, μακριά, πολύ μακριά από τον τρέχοντα ζόφο. Βαλκανίλα και Κάιρο μυρίζει. Και παλιά Αθήνα του ’60, όταν οι ζητιάνοι συνωστίζονταν στα σκαλιά των εκκλησιών κάθε Κυριακή, απλώνοντας εικονίτσες και άδεια χέρια κάτω απ΄τις μύτες των νοικοκυραίων, κι όταν μαυροντυμένες κοσμοκαλόγριες με μπόγους γυρνούσαν πόρτα πόρτα πουλώντας μοσχολίβανο και καρβουνάκια.

Εικόνες απόμακρες, καταχωνιασμένες, ακατανόητες σήμερα, κι όμως επιστρέφουσες μαζικά, ορμητικά: η επαιτεία ως αναπόσπαστο μέρος του βίου, ως μια φυσικότατη εκδήλωση της διάχυτης πενίας· οι μικροπωλητές που περιφέρουν εμπόρευμα σαβούρα σε χαρτόκουτα ή κρεμασμένο στο λαιμό τους· οι παπατζήδες στο δρόμο και οι λοταριατζήδες στα καφενεία· οι μπανανοπώλες με καρότσια μπεμπέ· οι υπαίθριοι ψήστες κοκορετσιού· οι πωλητές χύμα χλωρίνης, ελαιόλαδου, φυτίνης και γιαουρτιού πόρτα πόρτα· οι δοσάδες με είδη προικός στη βαλίτσα.

Το ’50 και το ’60 εισβάλλουν βίαια στο 2012. Δεν φέρουν κανένα φολκλόρ, δεν ξυπνούν καμιά νοσταλγία, δεν περιέχουν αισθητική και καλαμπούρια, όπως αυτή που ξυπνούσαν έως πρόσφατα οι ασπρόμαυρες φαρσοκωμωδίες. Ποιος νοσταλγεί την αυλή με τη σκάφη και τον κοινό απόπατο; Αυτά ήταν για να τα βλέπουν σε Plasma 40 ιντσών και να γελάνε χορτάτοι επίγονοι, παιδιά και εγγόνια αυτών των παράξενων Ελλήνων με τα τριμμένα ντρίλια και τα παλτά της αμερικανικής βοήθειας.

Δεν θα γυρίσουμε στη σκάφη. Αλλά σε πολλά διαμερίσματα φέτος δεν άναψαν καλοριφέρ· τα αυτοκίνητα στέκουν ακίνητα, χωρίς πανάκριβη βενζίνη· οι μοτοσικλέτες μεγάλου κυβισμού ξεπουλιούνται για να αντικατασταθούν με παπί· στα γραφεία κολατσίζουν από τάπερ σπιτικά.

Γυρνάμε στη φτώχεια· δεν γυρνάμε όμως και στην αθωότητα της παλαιάς ηθογραφίας της. Οι δρόμοι είναι επικίνδυνοι, συνοικίες και αστικές ζώνες ολόκληρες έχουν μπει στα κόκκινα, οι πολυκατοικίες χτυπιούνται κάθε βράδυ, κάθε ώρα και μια διάρρηξη, αλαφιασμένοι μικρομεσαίοι προσθέτουν κλειδαριές και σίδερα.

Ο πόλισμαν της ηθογραφίας, με το γκρίζο κοστούμι-στολή και το πηλίκιο, εξαφανίστηκε· στις φυλασσόμενες ζώνες με τράπεζες και πολιτικά κτίρια στέκονται πάνοπλοι ειδικοί φρουροί με περικνημίδες και οπλοπολυβόλα. Η επιτήρηση, ο ατομικός οπλισμός και οι αυτοδικούσες μιλίτσιες προβάλλουν ως μόνες απαντήσεις στην φτώχεια, την ανασφάλεια, την ανισότητα. Ζητιάνοι, πρεζάκια, μικροπωλητές, αξύριστοι άντρες στα πεζοδρόμια, και φρουροί με οπλοπολυβόλα. Λείπουν οι προφήτες.

Η ηθογραφία διαστρωματώνεται και αλλάζει. Και λουπάρει. Ηταν η αυλή, γεράνια, πατριάρχες άντρες, μεγαλοκοπέλες, έρωτες, ένας ορισμένος νεορεαλισμός, υποβασταζόμενος από το όραμα της διαρκούς προόδου. Κατόπιν ήρθε το διαμέρισμα, κοστούμια, γαλλικούλια, κούρσες, ροκ-εν-ρολ, μπλουτζήν και καμπάνες, χουντοπόπ. Μετά, δημοκρατία και φενάκη αναδιανομής, μαζική παιδεία, πλησμονή, νεοπλουτισμός, προωθητικός φθόνος, θαυμαζόμενη ανομία, κατανάλωση, τηλεόραση, μάζα, σκυλοπόπ. Ευρώπη ― όραμα και φενάκη.

Η τελευταία στοιβάδα ηθογραφίας αναπαράγει διαθλασμένα, σαρκαστικά, ένα παλαιότερο πρόσωπό της, παραμορφωμένο, απεχθές, μια αστυνομική πτωχοκρατία. Η ηθογραφία εξελίσσεται: σαν δυστοπία.

Οι Ελληνες καυχώνται για την ιστορία τους, αλλά συχνά την υπερερμηνεύουν, έτσι ώστε να την αδειάζουν από τις αντινομίες και τα οδυνηρά της διδάγματα, να την χρησιμοποιούν σαν γλυκαντική ουσία, παρηγορητική, σαν το sweetener που πρόσφερε αυτάρεσκα ο αντιπρόεδρος Βενιζέλος στους πιστωτές. Η υπερερμηνεία, η κατάχρηση, και τα κατοπτρικά ισοδύναμά τους, δηλαδή η άγνοια και η αποδόμηση της ιστορίας, λειτουργούν εντέλει καθ’ όμοιο τρόπο: αφαιρούν κάθε δυνατότητα αυτογνωσίας, αυτοπεποίθησης, αυτοδιάθεσης, αυτονομίας.

Η επέτειος του Ξεσηκωμού του 1821, που πρόκειται να εορταστεί σύντομα, θα μπορούσε να λειτουργήσει ενωτικά και εμψυχωτικά για τους δοκιμαζόμενους Ελληνες του 2012. Αυτή θα έπρεπε να είναι η επιδίωξη των πολιτικών ηγετών πάσης αποχρώσεως, και ίσως έτσι συναντούσαν το λαϊκό αίσθημα και πρόσφεραν μια ψυχική παρηγοριά. Διότι, πέραν του υλικού ζόφου που απλώνεται πάνω σε όλο και ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού, η μεγαλύτερη ίσως ζημιά σήμερα είναι η απόγνωση, η έλλειψη πίστης, η ήττα που διαποτίζουν την κοινωνία.

Το ’21 προϋποθέτει τον σημερινό ελληνισμό, το κράτος του και τη δημοκρατία του. Η Επανάσταση είναι η έναρξή μας. Περιέχει την ανάταση, τη μάχη, το όραμα ελευθερίας, την αποκοτιά, τον ηρωισμό, τη δημιουργία. Περιέχει επίσης τον εμφύλιο, τον διχασμό, την προδοσία, την ιδιοτέλεια, την ήττα. Στο ιστορικό μεταίχμιο που στέκουμε σήμερα, γονατισμένοι, βαριά λαβωμένοι, μπορούμε να αντλήσουμε και από τις δύο αυτές δεξαμενές του ξεσηκωμού· μπορούμε επίσης να διδαχθούμε και να μην επαναλάβουμε λάθη.

Δεν είναι εύκολο βέβαια να ορίσουμε βολονταριστικά τον ρου της ιστορίας, υπάρχουν δυνάμεις που μας ξεπερνούν εξ αντικειμένου. Μπορούμε ωστόσο να προσπαθήσουμε: να γείρουμε προς την πλευρά της υπέρβασης, της δημιουργίας, της αναγέννησης, της σύνθεσης. Σε μια τέτοια προσπάθεια, ένα τιτάνιο εγχείρημα ανόρθωσης, θα ‘πρεπε να καλέσουν τους Ελληνες οι ηγέτες τους, αν απέμειναν. Κι ακόμη παραπέρα: οι ίδιοι οι Ελληνες, αναλογιζόμενοι το παρελθόντα πάθη, να γείρουν τη ζυγαριά προς την επιβίωση, εννοούμενη ως συνέχιση του ιστορικού βίου εν δικαιοσύνη και ειρήνη.

Είναι ωφέλιμο να θυμόμαστε και να τελετουργούμε, δίνοντας κάθε φορά νέο περιεχόμενο στην επέτειο. Φέτος, πέρα από ωφέλιμο, είναι αναγκαίο, είναι επείγον. Η 25η Μαρτίου 2012 μπορεί να σημασιοδοτηθεί πολλαπλώς: σαν κορυφαίο ξαναφανέρωμα του αντιστασιακού πνεύματος, σαν σάλπισμα υπεράσπισης της δημοκρατίας, σαν κατανόηση της νεωτερικότητας και των δεινών της, σαν λαχτάρα για δημιουργία, σαν βούληση να διατηρηθεί ακέραιη η χώρα, σαν βούληση να επιβιώσει ο ελληνισμός ― υπό ετέρα μορφή ενδεχομένως, αλλά ορισμένως να επιβιώσει.

Το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στεγάζεται προσωρινά (για χρόνια) στο μοντερνιστικό κτίριο του Ωδείου Αθηνών, στα γυμνά του υπόγεια. Το ημιτελές κτίριο του Γιάννη Δεσποτόπουλου, μέρος ενός απραγματοποίητου φιλόδοξου συγκροτήματος, στέκεται ατημέλητο αλλά κομψό μες στο παρκάκι, ένα μαρμάρινο δείγμα αττικού Bauhaus, με σταθμευμένα οχήματα μες στην πόρτα του, με έφηβους σκεϊτάδες να ακροβατούν στα πεντελικά του μάρμαρα. Το όλον συνιστά καλλιτεχνικό συμβάν, προτού καν διαβείς την πόρτα. Μια οσμή βαλκάνιας φτώχειας ξεπροβάλλει, αλλά αποκρούεται από την κομψότητα του κτιρίου, την αρχοντιά των πεύκων, την ευγένεια των υπαλλήλων, την εισχώρηση του παρελθόντος μες στο παρόν, το υπεραισιόδοξο ’60-’70 του Ωδείου ξαποσταίνει μες στο ζοφερό 2012. Μια αίσθηση ξεπεσμένου αστισμού, λοιπόν, αλλά όχι παρακμή, μια αιώρηση ανάμεσα στο οικείο και το άγνωστο, ασταθής ισορροπία σε ιστορικό μεταίχμιο· προσλήψεις του υλικού περιβάλλοντος που εκβάλλουν σε μια μεταφυσική σύλληψη του τρέχοντος.

Δεν ξέρω αν μπήκα στο ωδείο-μουσείο με αυτή την αίσθηση, ή αν κατακάθισε εντός μου, αφού είδα στα έγκατά του τον «Ζωγράφο Α.Κ.», ένα ζωγραφικό μυθιστόρημα του Γιώργου Χατζημιχάλη. Διότι και το έργο του Χατζημιχάλη μου μετέδωσε παρόμοιες μεταφυσικές δονήσεις μέσα από εξόχως υλικά σημάδια. Ενας ζωγράφος αφηγείται ζωγραφικά τον βίο, το πνεύμα και την ψυχή ενός επινοημένου προσώπου, εν προκειμένω του Α.Κ., ζωγράφου το επάγγελμα, που γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924 και πέθανε στα μέσα της δεκαετίας ’80. Ο Α.Κ. βιογραφείται μέσω των έργων του, από το πρώτα του 1939 έως τα τελευταία, των χρόνων του αυτοεγκλεισμού του, στην οικία Πολυλά 51, Κυπριάδου. Εξπρεσιονισμός, ανθρώπινες φιγούρες, αφαίρεση, τοπία, ξανά φιγούρες, κιβούρια, κενά, απουσίες· φουλ χρώμα, ολίγο χρώμα, καθόλου χρώμα, σκοτάδι· ζωγραφική, φωτογραφία, βίντεο, μακέτα. Διάφορα μέσα, διάφορες φόρμες, ένα χέρι όμως, ένα μάτι, και μια ψυχή που τρικυμίζει, επιπλέει, και στο τέλος βυθίζεται στη σιωπή. Στη σιωπή, σαν τον Παρθένη, διδάχο των Ελλήνων ζωγράφων. Στη γειτονιά των μεγάλων ζωγράφων, στην Κυπριάδου, του Κόντογλου και του Παπαλουκά, εκεί όπου ο Πικιώνης εντόπιζε μυστικά ρεύματα δροσιάς να κατεβαίνουν απ’ την Πάρνηθα.

Τα οκτώ χρόνια του εγκλεισμού του ο Α.Κ. ζωγραφίζει λεπτομέρειες του σπιτιού, όταν όλος ο κόσμος συστέλλεται και γίνεται σπίτι: πλακάκια, διακόπτες, ρουμπινέτα, σοβατεπί, δυο φέτες καλοριφέρ, μωσαϊκά, πόμολα, σύρτες, μεντεσέδες, γύψινες ροζέτες, ρωγμές, σκασίματα, κενά. Δεκάδες τετράγωνα πινακίδια, σελίδες τετραδίου, το ένα πλάι στ’ άλλο, φύλλα ημερολογίου. Είναι μια βαθύτατη, λεπταίσθητη ελεγεία για τον αστικό βίο εν Αθήναις, μια καθολικότητα κατορθωμένη με υλικά θραύσματα, βαθιά συγκινητική και ταυτόχρονα κλινικά ακριβής.

Ολα τα υπόλοιπα κεφάλαια, τα έργα, υπάρχουν για να καταλήξουν σε αυτή την αισθητική και πνευματική κορύφωση. Ζωγραφίζοντας, φωτογραφίζοντας, εικονίζοντας, ο Α.Κ. κυνηγάει την ψυχή των ανθρώπων, και τη βρίσκει όταν όλα βουβαίνονται και σιωπούν· όταν έχει στεγνώσει η ζωή, του αποκαλύπτεται η ουσία της τέχνης, και τότε σαν να γνέφει πάλι στη ζωή, δοξάζοντας τα πράγματα.

Ο βίος του Α.Κ. είναι η ζωγραφική στον 20ό αιώνα, οι αναζητήσεις και τα βάσανα των ζωγράφων, που παύουν να είναι αφηγητές του κόσμου και παρηγορητές των ανθρώπων, και γίνονται μοναχοδαρμένοι ήρωες, δημιουργοί των εαυτών τους. Κι είναι ακόμη μια σύνοψη του νεοελληνικού αστικού βίου, ένα τυραννισμένο χρονικό, φόρος τιμής στους δασκάλους των τεχνών, αλλά και φόρος τιμής στους σιωπηλούς ήρωες της ζωής, στους ανώνυμους, πλην όχι απρόσωπους, του ιστορικού πλήθους. Ο Α.Κ. δεν έχει ολόκληρο όνομα, κατάγεται από τους συνοπτικούς ήρωες του Κάφκα και του Καμύ, είναι υπαρξιακός ήρωας αλλά και ιστορικός άνθρωπος: πρωτοεκφράζεται στην αυγή του Δευτέρου Πολέμου, και σβήνει κατά τη δύση του Ψυχρού Πολέμου.

Εντοπίζω την ελληνικότητά του: τόση όση και η οικουμενικότητά του. Υπολογίζω το βάρος αυτού του μυθιστορήματος, του χρονικού, της παραβολής, στη σημερινή ιστορική σύμφραση: μου δείχνει τον Ελληνα του 21ου αιώνα, βασανισμένο, ραγισμένο, άτυχο, αλλά και βαθύ, πλούσιο, ποικίλο. Δεν εξωραΐζει, δεν νοσταλγεί, παρηγορεί κι εγκαρδιώνει, εξημερώνει. Ισως είναι ένα έργο που το γέννησε η κρίση: το άτομο τυρρανισμένο από την ύπαρξη, ζωγραφισμένο στο κάδρο της ιστορικής διάρκειας. Σίγουρα ένα έργο που έτσι είχα ανάγκη να το εισπνεύσω, ζεστό, ψυχρό, οικείο, απόμακρο, αθηναϊκό, οικουμενικό, θραυσμένο, καθολικό, σαν τις ψηφίδες των μωσαϊκών και τις ραγισματιές στα σπίτια μας. Ανάμεσα στην ύλη και τη μεταφυσική της.

Αμφίθυμη και εντέλει αντινομική εμφανίζεται προς το παρόν η κοινωνία ενώπιον του ιστορικού ρήγματος της κρίσης και του πτωχευμένου κράτους. Κυριαρχούν η οργή και η απόγνωση, αφενός, των κοινωνικών ομάδων που ωθούνται βιαίως στη φτώχεια ή και πέραν αυτής. Ευεξήγητα και δικαιολογημένα τα αισθήματα· που όμως εκφράζονται με βίαιη συμπεριφορά, όπως οι συχνότατοι προπηλακισμοί πολιτικών και άλλων δημοσίων προσώπων. Οι εξοργισμένοι πολίτες αθροιζόμενοι ως όχλος απαιτούν την εξαφάνιση από προσώπου γης των πολιτικών, των αποκαλουμένων “προδοτών”. Αυτό ακούγεται στις παρελάσεις. Γιατί αισθάνονται προδομένοι; Ισως επειδή τους ψήφισαν στο παρελθόν και διαψεύσθηκαν οικτρά οι προσδοκίες τους. Τα δύο μεγάλα κόμματα, που κυβέρνησαν τη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες, είχαν τη συναίνεση, εκλογική τουλάχιστον, της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος, έως και των τριών τετάρτων. Η κριτική κατά των πολιτικών άρα θα πρέπει να περιέχει και αυτοκριτική των πολιτών: Πώς εμπιστεύτηκαν τις τύχες τους σε τέτοιους ανάξιους, επί τόσο μακρό χρόνο;

Η άλλη, παράλληλη, συμπεριφορά είναι η απόσυρση από τον δημόσιο χώρο και η αποφυγή της πολιτικής δράσης. Οι περισσότεροι Ελληνες, όλοι σχεδόν, συμφωνούν να εξαφανιστούν οι παλιοί πολιτικοί. Λίγοι όμως δέχονται να δραστηριοποιηθούν πολιτικά ώστε να πληρωθεί το κενό και να ξεκινήσει υπό νέους όρους και με νέα πρόσωπα η επίπονη πορεία διάσωσης και ανόρθωσης. Ακόμη και τα αναμάρτητα ή νεοπαγή κόμματα δυσχεραίνονται αφάνταστα να προσελκύσουν νέα πρόσωπα, άφθαρτα, στις τάξεις τους. Θα βοηθήσω όπως μπορώ, αλλά δεν μπορώ να βγω μπροστά, να περιληφθώ σε εκλογική λίστα, απαντούν στις προσκλήσεις. Ετσι, μόνοι κινούμενοι, από κόμματος εις κόμμα, απομένουν οι γνωστοί περιπλανώμενοι αρριβίστες, πρόσωπα φθαρμένα και αποχυμωμένα.

Η κρίση δείχνει τα όρια της παλαιάς οργάνωσης και τις απαιτήσεις της νέας. Η παλαιά συνίστατο από ετερονομία, απόσυρση, πελατειακότητα, δηλαδή φαυλοκρατία. Η νέα απαιτεί αυτονομία, αυτοοργάνωση, συμμετοχή, ευθύνη, δηλαδή δημοκρατία.

H προχθεσινή δημοσκόπηση της Public Issue για την Καθημερινή συγκεφαλαιώνει το πολιτικό μωσαϊκό: εννέα κόμματα στη Βουλή, κάμψη της αποχής, απαισιοδοξία για τη χρεοκοπία της χώρας, απόλυτη έλλειψη εμπιστοσύνης στη μεταβατική κυβέρνηση συνεργασίας. Οι προορισμοί της δημοσκοπικής προτίμησης θα μπορούσαν να μπουν σε τρεις κατηγορίες.

Πρώτη, η κατηγορία των δύο πρώην μεγάλων κομμάτων: και τα δύο μεγάλα κόμματα μαζί πασχίζουν αθροιζόμενα να συγκεντρώσουν ποσοστό αυτοδυναμίας, δηλαδή ό,τι συγκέντρωναν από μόνα τους στο παρελθόν. Είναι φανερό ότι η κοινή γνώμη αντιμετωπίζει με μόνιμη καχυποψία τα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα επί τριάντα χρόνια και την οδήγησαν στη γνωστή κατάσταση. Αρα ακόμη και η κυβέρνηση συνασπισμού των δύο κομμάτων εξουσίας, που φαίνεται να προωθείται, δεν θα καθησυχάσει την κοινή γνώμη ούτε θα εξασφαλίσει ευρύτερη συναίνεση. Λογικό: οι πολίτες της χρεοκοπημένης χώρας έχουν μνήμη και πικρή πείρα από τις ικανότητες των προσώπων που κυβέρνησαν τα χρόνια του εκτροχιασμού. Η αυτοκριτική στην οποία πολύ όψιμα και πολύ άτολμα καταφεύγει αυτές τις μέρες, εν όψει εκλογών, δεν μπορεί να σώσει το μοιραίο πολιτικό προσωπικό από την κατακραυγή και την εκλογική συντριβή.

Δεύτερος πόλος δημοσκοπικής προτίμησης, η άκρα δεξιά. Ο ΛΑΟΣ διακινδυνεύει πλέον τη θέση του στο κοινοβούλιο, λόγω του ακραίου καιροσκοπισμού του, και λόγω της ορμητικής εισόδου στο ακροδεξιό φάσμα δύο νέων δυνάμεων. Η μία είναι παλιά, καταγραμμένη ήδη στον Δήμο Αθηναίων: η νεοφασιστικής-ρατσιστικής ρητορικής Χρυσή Αυγή. Η άλλη είναι η εθνικιστικής-αντιμνημονιακής ρητορικής κίνηση του βουλευτή Πάνου Καμμένου, διαγραμμένου από τη ΝΔ. Αθροιζόμενη η άκρα δεξιά φτάνει το 11,5%, ποσοστό πρωτοφανές αλλά αναμενόμενο: τα αστικά κόμματα του μεσαίου χώρου δεν μπορούν πλέον να παράγουν πολιτική, αδυνατούν ακόμη και να διαχειριστούν την σφοδρή κοινωνική κρίση και τον φόβο. Σε αυτό το περιβάλλον της παγωμένης μεταδημοκρατίας και απουσίας πολιτικής διεξόδου, η μεσαία τάξη, έμφοβη και πληβειοποιημένη, στρέφεται προς τα άκρα. Ο σκληρός, ωμός λόγος της άκρας δεξιάς σπεκουλάρει πάνω στην ανασφάλεια, την ανεργία και την ξενοφοβία. Και κερδίζει.

Τρίτος προορισμός, η πλειοψηφική, πλην όμως πολυδιασπασμένη, ετερόκλητη και αλληλοαποκλειόμενη αριστερά. Μόνο κοινό χαρακτηριστικό, η ολοφάνερη απροθυμία όλων των αριστερών κομμάτων να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της πτωχευμένης, εξαρθρωμένης χώρας. Η αντιπολίτευση, λιγότερο ή περισσότερο συνεπής ως προς τον εαυτό της, είναι το προσφιλές πεδίο των κομμάτων της αυτοαναφορικής αριστεράς. Κανένα δεν προβάλλει πειστική πρόταση εξουσίας. Ακόμη και η δημοσκοπική φούσκα της ΔΗΜΑΡ συντηρείται χάρη στην επαμφοτερίζουσα αντιπολίτευσή της, και στη ροή κεντρογενών ψηφοφόρων από το διαλυόμενο ΠΑΣΟΚ.

Με όσα βλέπουμε τώρα: Οι επικείμενες εκλογές θα σαρώσουν παλαιά πρόσωπα, θα φθείρουν παλαιούς σχηματισμούς, θα πολώσουν, αλλά δεν θα αρκέσουν να δώσουν ένα νέο βιώσιμο μπλοκ εξουσίας. Θα χρειαστούν κι άλλες εκλογές.

Φοράει σκουφί, είναι ξανθοκάστανο, με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα. Ενα παιδί, αγόρι, δέκα-δώδεκα χρονώ, με λαμπερό πρόσωπο που το φωτογραφίζω στιγμιαία. Περπατάει σαν ακροβάτης στη νησίδα της Συγγρού, αντικρίζει τα αυτοκίνητα να κατεβαίνουν με 120 χιλιόμετρα, δεν βλέπει πρόσωπα οδηγών, μισοχαμογελά και κοιτάει μπροστά, μακριά. Μπροστά, μακριά.

Το βλέπω να χάνεται στον καθρέφτη. Ανησυχώ, έτσι ριψοκίνδυνα που ισορροπεί στο χορτάρι του κράσπεδου, ανάμεσα στην μπάρα και τον αυτοκινητόδρομο ταχείας κυκλοφορίας. Σε ποιο σημείο θα βρει κενό κυκλοφορίας για να περάσει στην ασφάλεια της όχθης; Ανησυχώ, αλλά επίσης η εικόνα του χαμογελαστού, παράτολμου αγοριού με κάποιο τρόπο ανεξήγητο με εγκαρδιώνει, μου εμφυσά πνοή αισιοδοξίας. Αρπάζομαι απ’ τη ζωντάνια της εικόνας, την έχω ανάγκη.

Εχει άγνοια κινδύνου το παιδί; Ασφαλώς. Αλλά έχει επίσης εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, στο τίναγμά του, που θα το περάσει απέναντι, μέσα από το διάκενο της κυκλοφορίας, το πιστεύει, άρα το μπορεί. Το σκεφτόμουν για ώρα· ανησυχούσα και ζήλευα. Ενα φρικιαστικό φλας, το άψυχο σώμα ενός γατιού, ένα τίναγμα που δεν ήταν αρκετό. Ζήλεια κι ελπίδα μαζί, για το αστραποβόλο βλέμμα του αγοριού που ακροπατάει στο ρείθρο για να χιμήξει στα διάκενα και να νικήσει τον αυτοκινητόδρομο.

Οι άνθρωποι κάποιας ηλικίας φοβούνται τον αυτοκινητόδρομο, όταν βρεθούν εκτός αυτοκινήτου, γυμνοί. Στέκουν παγωμένοι στην όχθη, ακόμη κι όταν βουλιάζει η όχθη και σε παίρνει το ποτάμι. Αυτό έλαμψε στην πίσω πλευρά του νου, και μου ‘φερε το ρίγος στη Συγγρού. Σε αντίθεση με το ατρόμητο αγόρι, εγώ ένιωθα τον φόβο να με τριγυρίζει, να με οριοθετεί, να με δεσμεύει. Ο φόβος μου διασκεδαζόταν από το αυτοκίνητο που με περιέβαλε σαν βαριά πανοπλία, τόσο βαριά που με προστάτευε αλλά και με έκανε δυσκίνητο, μου είχε στερήσει το τίναγμα.

Το αγόρι είναι ο νέος άνθρωπος που θα αναδυθεί ριψοκίνδυνος και πρωτοπόρος, πλαστουργός του κόσμου του, μέσα από τις στάχτες του παλιού κόσμου, του κόσμου που περιέχει εμένα τον μεσήλικα, του κόσμου που με φοβίζει και με ορίζει. Υπό μία έννοια, ζηλεύω το αγόρι διότι ο κόσμος μου δεν το περιέχει, δεν το περιορίζει· ο δικός μου φόβος δεν το αγγίζει, δεν το αφορά. Δεν έχει να χάσει τίποτε, δεν έχει κτήματα, συνήθειες, εξαρτήσεις, εμμονές, προσκολλήσεις, υποχρεώσεις, δουλείες.

Φόβος, ζήλεια. Κι ελπίδα. Στο φωτεινό πρόσωπο του αγοριού αντίκρισα ένα όραμα. Το αύριο. Με βοήθησε να ξεκολλήσω από τον ηττημένο εαυτό, από τον μίζερο εγωισμό, από την κουλτούρα του ναρκισσισμού που με ποτίζει. Στο ξαναμμένο πρόσωπό του είδα τα παιδιά μου, τους πολλώ κάρρονες, που θα γίνουν καλύτεροι, που είναι καλύτεροι. Η δική μας ήττα δεν είναι και δική τους. Η ολιγωρία μας, οι φόβοι μας, τα σφάλματα, είναι όλα δικά μας· θα πληρώσουν κι αυτά, τα άφοβα αγόρια και κορίτσια του 2012, θα πονέσουν, αλλά εντέλει θα περάσουν απέναντι, στην άλλη όχθη, γιατί διαθέτουν Το Τίναγμα, αυτό που χάσαμε εμείς μες στον δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας.

Είναι υποκρισία και αυταπάτη να λέμε ότι δεν ζούμε μια καταστροφή, μάλιστα εν προόδω. Είναι προδοσία να μην σκεφτούμε τους όρους και τις ενέργειες που μάς έφεραν στην καταστροφή. Κι είναι προδοσία ιστορική, ασυγχώρητη, έναντι εαυτών και τέκνων να μην αναιρέσουμε μία μία τις αιτίες, τις δομές και τα πρόσωπα που μας οδήγησαν στην παρούσα καταβύθιση.

Τα ξάστερα πρόσωπα των παιδιών που ακροβατούν στις ολισθηρές μας όχθες, έτσι όπως τις λασπώσαμε, επιβάλλουν το διττό καθήκον για αλήθεια και δικαιοσύνη. Χωρίς φόβο. Χωρίς οργή καν. Ψυχρά, υπολογισμένα, με βαθιά αίσθηση της ιστορίας, αμείλικτοι εν καταλλαγή. Χωρίς οίκτο για τους πρωταίτους, τους παραγωγούς της παρακμής, τους εισέτι ολίγους, κρυπτόμενους και ιδιοτελείς.

Στην παραλιακή, επανασυνδέθηκα με τον ήχο του ραδιοφώνου. Δεν έπαιζε τρομολάγνες ειδήσεις πια, δεν φούντωνε τον φόβο. Η ψυχεδέλεια χύθηκε ώς τη θάλασσα και τα νησιά, με φαζαρισμένες κιθάρες: «I had too much to dream last night / Too much to dream / I’m not ready to face the light / I had too much to dream / Last night  / Last night.»

Η ιστορία δεν τέλειωσε. Δεν τελειώνει. Τώρα όμως η ιστορία εκδηλώνεται ως κρίση, διαρκής, αμείλικτη, σφοδρή, και επιπλέον εκδηλώνεται επί των κεφαλών μας, σαρώνοντας ρουτίνες βίου και νοητικά εργαλεία. Ημασταν απροετοίμαστοι πολλαπλώς, αλλά και ποιος δεν ήταν σε Ευρώπη και ΗΠΑ; Ελαχε στην Ελλάδα όμως να είναι ο πρώτος κρίκος που σπάει.

Ας υποθέσουμε τώρα, βάσιμα δυστυχώς, ότι η κρίση θα διαρκέσει ― ίσως μια γενιά. Πώς θα επιζήσουμε; Τα τελευταία δύο χρόνια, αν μη τι άλλο αποκτήσαμε την πικρή γνώση ότι λύσεις ανώδυνες δεν υπάρχουν, μάθαμε επίσης ότι από την πολιτική τάξη που οδήγησε σε παρακμή το κράτος και τους θεσμούς, δεν έχουμε να ελπίζουμε τίποτε, ειμή μόνον την εξαφάνισή της. Αρα; Η κοινωνία, οι πολίτες, πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη του βίου τους και της οργάνωσής του. Επειδή μάλιστα η κρίση έχει καινοφανείς χαρακτήρες και επειδή δεν υπάρχουν διεθνείς αναφορές ή, έστω, εύκολα παραδείγματα, οι απαιτήσεις είναι ακόμη υψηλότερες: απαιτείται να επινοήσουμε νέα εργαλεία για να κατανοήσουμε και να αντιμετωπίσουμε την κρίση.

Η δυστυχία μας, υπό όρους, είναι και ιστορικό πλεονέκτημα: εφόσον ο μετασχηματισμός είναι global και εφόσον εκδηλώνεται πρώτα στη δική μας αυλή, η κατανόηση και αντιμετώπισή του μπορεί να μας προσφέρει ένα χρονικό πλεονέκτημα· ναι μεν είμαστε οι πρώτοι που πληττόμεθα, αλλά ίσως να είμαστε και οι πρώτοι που θα εξέλθουμε από την κρίση με γνώση και ορμή.

Κατά τούτο και εφόσον ξεπεράσουμε εγκαίρως το σοκ και τον φόβο, εφόσον δεν διαρραγεί ανέκκλητα ο κοινωνικός ιστός, οι εγχώριες διεργασίες, νοητικές και πρακτικές, για την υπέρβαση της κρίσης και την εύρεση νέας ισορροπίας, θα είναι πολύτιμες για όλη την Ευρώπη. Η Ελλάδα μπορεί πράγματι να αποβεί εργαστήριο του μέλλοντος, όχι όμως προς την κατεύθυνση της δυστοπίας που βιώνουμε τώρα, αλλά προς την κατεύθυνση μιας άλλης ευτοπίας, ενός άλλου μοντέλου ευημερίας που θα οικονομεί πιο σοφά τους φυσικούς και ανθρωπογενείς πόρους. Για να φτάσουμε όμως στην φωτεινή θύρα, που την φανταζόμαστε τώρα μακριά, οφείλουμε καταρχάς να συγκλίνουμε και να ενώσουμε δυνάμεις. Και να δούμε τους εαυτούς μας με τόλμη και παρρησία, αφήνοντας πίσω ναρκισσιστικές διαφορές και παλαιές ιδεολογίες· απαντώντας επίσης αποφασιστικά στα κυνικά ιδεολογήματα του καταστροφικού καπιταλισμού, τα οποία αυτοπροβάλλονται ως μόνη εναλλακτική.

Η δράση, η vita activa, η αποτελεσματικότητα δεν αποκλείουν τη σκέψη· μάλιστα η σκέψη είναι η διαρκής τους προϋπόθεση. Μαζί με την δράση, ξανασκεφτόμαστε λοιπόν τους εαυτούς μας, ως προς την παράδοση, τη λησμονημένη ή υπερερμηνευμένη και αποχυμωμένη, και ως προς το ρευστό παρόν, ξανασκεφτόμαστε τις γεωπολιτικές μας δυνατότητες, τις τώρα παραμερισμένες λόγω φόβου και αυτοϋποτίμησης, ξανασκεφτόμαστε την ευρωπαϊκή μας μοίρα. Ας γυρίσουμε τη φόδρα: Αν δεν νοείται Ελλάδα εκτός Ευρώπης, πώς άραγε νοείται Ευρώπη χωρίς Ελλάδα; Και ας το θέσουμε όχι μόνο πολιτισμικά, που ήδη είναι σημαντικό, αλλά και γεωπολιτικά και γεωοικονομικά· η Ελλάδα συνεισφέρει μοναδικά πλεονεκτήματα στην Ευρώπη. Ετσι πρέπει να συζητάμε με τους συνευρωπαίους μας: στέλνοντας τους αληθινή πληροφορία, αληθή αισθήματα, ειλικρινείς πρωτογενείς σκέψεις. Διότι η δεινή μοίρα τώρα μας αναγκάζει να υπερασπισθούμε την Ελλάδα για να την παραλάβουμε σώα και ανακαινισμένη, λειτουργική σε νέα ιστορικά συμφραζόμενα· αυτός ο αγώνας, και η εμπειρία της διάσωσης-ανακαίνισης θα είναι η ελληνική κληρονομιά προς την Ευρώπη για τη δική της ανάκαμψη-ανακαίνιση. Βοηθώντας τους εαυτούς μας, βοηθάμε και την Ευρώπη.

Γι΄αυτό έχει τεράστια σημασία: Τι θα υπερασπισθούμε και τι θα διασώσουμε; Την κοινωνία και τη δημοκρατία, πρωτίστως, έτσι όπως νοηματοδοτήκαν και βιώθηκαν από τους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς κατά τη μεταπολεμική περίοδο, τη μακρότερη περίοδο ειρήνης, δημοκρατίας και ευημερίας σε όλη την ιστορία της ηπείρου. Αυτά τα ιστορικά επιτεύγματα δοκιμάζονται τώρα βάναυσα, από τη δικτατορία των αγορών, ξεκινώντας από τους αδύναμους κρίκους της ευρωπεριφέρειας.

Σε ό,τι αφορά την εγχώρια σκληρή μοίρα: Ο πιο αμείλικτος εχθρός είναι ο χρόνος, έως ότου αναδειχθεί σύμμαχος. Ο χρόνος του πακέτου διάσωσης είναι πανάκριβα αγορασμένος, έχει υποθηκευτεί το κοινωνικό κράτος και δοκιμάζεται ήδη η δημοκρατική ομαλότητα. Αρα όλες οι δράσεις είναι επείγουσες ― όχι όμως και αστόχαστες. Επί του πεδίου διερωτήσεων τίθενται πλέον στρατηγικά ερωτήματα, τα οποία οι δημοκρατικοί πολίτες και οι διανοούμενοι τα προσπερνούσαν ακόπως ή απλώς ιδεολογούσαν. Ποιο είναι το περιεχόμενο του ευρωπαϊσμού ως ιδεολογίας; Ποια η σχέση του λαϊκού με τον λαϊκισμό; Ποια η σχέση του εθνικού με το κοινωνικό; Τι σημαίνει απώλεια της εθνικής κυριαρχίας; Εγγυάται τα σύνορα της Ελλάδας η Ε.Ε.; Σε ποια δημοκρατική νομιμοποίηση στηρίζεται ο ευρωπαϊκός φεντεραλισμός; Πώς υποτάσσεται η χρηματοπιστωτική βιομηχανία στις πολιτικές κοινωνίες και τα δημοκρατικά κράτη; Τι είδους πολιτικό υποκείμενο είναι η πολλαπλώς πληττόμενη μεσαία τάξη;

Αυτά τα ερωτήματα ζητούν επειγόντως απαντήσεις, προκειμένου να μείνουμε όρθιοι, μέρος της Ευρώπης, μέρος του Πρώτου Κόσμου. Και πρέπει να τις δώσουμε εμείς τις απαντήσεις, βασιζόμενοι καταρχάς στις δικές μας δυνάμεις, στο δικό μας think tank. Υπάρχουν; Μια πρωτοβουλία διανουμένων που παρακολούθησα την περασμένη εβδομάδα, η πολυσυλλεκτική, πλουραλιστική «Κίνηση για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας», μου γέννησε την ελπίδα ότι υπάρχουν οι αναγκαίες πνευματικές και ψυχικές δυνάμεις. Δεν συμφωνούν σε όλα, ευτυχώς, αλλά συγκλίνουν σε μια ελάχιστη βάση: η κρίση να συζητηθεί, να κατανοηθεί και να ξεπεραστεί χωρίς προϊδεασμούς, χωρίς εμφυλιοπολεμικές κραυγές, χωρίς βόμβες τρομολαγνίας και φοβικά σύνδρομα.

Ο χρόνος πιέζει.

Η τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων της Ελλάδας, όπως προκύπτον από τη νέα δανειακή σύμβαση, οδηγούν αφεύκτως στη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, δηλαδή σε έναν μείζονα μετασχηματισμό, την ιστορική σημασία του οποίου μόλις τώρα αρχίζουμε να αντλαμβανόμαστε. Η απομείωση των προνοιακών δομών, των δικτύων προστασίας, των δημόσιων αγαθών με εγγυημένη πρόσβαση για τους αδύναμους, η απομείωση του δημόσιου και κοινωνικού χώρου εντέλει, θα έχει πολύ βαρύτερες συνέπειες στις ζωές όλων μας, πολύ βαρύτερες από τη μείωση μισθών και εισοδημάτων.

Το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα ήταν ήδη ημιτελές και ατελέσφορο· οι καταχρήσεις και η κακοδιαχείριση δεν το άφησαν ποτέ να φτάσει στα δυτικοευρωπαϊκά επίπεδα. Ωστόσο, ακόμη κι έτσι, στη μεταπολεμική περίοδο επετεύχθη σταδιακά ελεύθερη πρόσβαση όλου του πληθυσμού σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και της περίθαλψης. Αυτό και μόνο το γεγονός, παρ΄όλες τις ατέλειες, έβαζε την Ελλάδα στον ευρωπαϊκό αστερισμό, διότι αυτό ακριβώς είναι το πνεύμα αλλά και η υλική υπόσταση της μεταπολεμικής Ευρώπης εν ειρήνη, δημοκρατία και δικαιοσύνη.

Η αποψίλωση αυτού του οικοδομήματος προστασίας και συνοχής θέτει την Ελλάδα εκτός ευρωπαϊκής ιστορίας. Αφαιρεί τις εγγυήσεις κοινωνικής δικαιοσύνης και αφαιρεί τις υλικές προϋποθέσεις της δημοκρατίας. Οι πολίτες μπορούν να επιβιώσουν με μικρότερο εισόδημα, αλλά σίγουρα δεν θα μπορούν να επιβιώσουν ως Ευρωπαίοι άνθρωποι, χωρίς πρόσβαση σε στοιχειώδη δημόσια αγαθά, όταν οι κοινωνικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ θα πέσουν σε επιπέδου Μαλαισίας ή Μποτσουάνα.

Η Ελλάδα τελεί προ πολλού σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Ο λαός της οφείλει να αναδιατάξει τις προτεραιότητές του σε βάθος χρόνου, χωρίς όμως να φυράνει η δημοκρατία, χωρίς να ραγίσει ανεπανόρθωτα η κοινωνία. Η υπεράσπιση του κράτους δικαίου και πρόνοιας είναι κατεπείγουσα προτεραιότητα· sine qua non συνθήκη της επιβίωσης μας εν πολιτισμώ.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Χτες στο @Radiofono247 για πόθεν έσχες δικαστών: Η στάση τους προσφέρει εξόχως ένα πολιτικό παιδαγωγικό παράδειγμα.… twitter.com/i/web/status/9… 1 day ago
  • Τώρα έρχεται ξανά η στιγμή που μπορούμε να παίξουμε έναν πολύ σοβαρό και καταλυτικό ρόλο στην βαλκανική και δεν θα… twitter.com/i/web/status/9… 1 day ago
  • Η Ελλάδα είναι το τελευταίο διάστημα αναβαθμισμένη γεωστρατηγικά. Την ωφελεί και επιβάλλεται να είναι εξωστρεφής κα… twitter.com/i/web/status/9… 1 day ago
  • Από άποψη εθνικής στρατηγικής βλέπουμε μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα τα οφέλη από την επίσκεψη Ερντογάν και την α… twitter.com/i/web/status/9… 4 days ago
  • Πολιτικός στόχος της κυβέρνησης το επόμενο διάστημα θα πρέπει να είναι η κατοχύρωση της προστασίας των λαϊκών A' κα… twitter.com/i/web/status/9… 1 week ago
  • Η Ελλάδα προστάτευσε τα ευρωπαϊκά σύνορα, έσωσε ζωές, υπερασπίστηκε την τιμή της ΕΕ - τι είπα στη Βουλή για την προ… twitter.com/i/web/status/9… 1 week ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 991,140 hits
Αρέσει σε %d bloggers: