Απ΄το παράθυρο ξεπροβάλλει ο τρούλλος των βυζαντινών Αγίων Θεοδώρων. Ο ήλιος μετά τη βροχή χύνεται στο ραφείο του κύριου Ν. και το μεταμορφώνει μαγικά σε περίτεχνη installation: τις στολές ναυάρχων στην κρεμάστρα, τις παροπλισμένες ραπτομηχανές, το τεράστιο άδειο χρηματοκιβώτιο, κληρονομιά του προηγούμενου ενοίκου, το γκαζάκι, τα φλυτζανάκια Illy, το σακουλάκι του καφεκοπτείου Αρμενάκου. Ο ευγενέστατος οικοδεσπότης, με γραβάτα, γιλέκο και κασκόλ, σερβίρει φρεσκοψημένο καφέ. Στο αυτοσχέδιο σαλονάκι, ο κύριος Γιώργος, μέγας καλλιτέχνης στο ψαλίδι, από τους τελευταίους τεχνίτες της ραπτικής, χαμογελάει ― όπως πάντα. Τουίντ σακάκι, πουλόβερ, γραβάτα, μουστάκι. Κάνει μια περίληψη της ζωής του, περίληψη της μεταπολεμικής Ελλάδας:

Δουλεύω από δώδεκα χρονώ κι είμαι εβδομήντα εφτά, Σάββατο τέλειωσα το σχολείο, Δευτέρα πρωί έπιασα δουλειά. Στην Αθήνα ήρθα το ’53, μέναμε Σόλωνος 99, από κάτω πουλούσαν πιάνα, είχε κοριούς, παλεύαμε όλη νύχτα. Δεν σταμάτησα ούτε μια μέρα, μια φορά, ήμουν μάστορας, τσακώθηκα μες στο μαγαζί με συνάδελφο για δουλειά, κι έφυγα από κει. Κατεβαίνω στη Σταδίου, περνάει ο Παναγιώτης ο Αθανασάκης, μεγάλο ραφείο, μου λέει Γιώργο, πώς πάει; Πώς να πάει, έτσι κι έτσι… Αύριο έρχεσαι σε μένα. Ούτε μια μέρα δεν πρόλαβα να κάτσω. Από το ’56 είχα δικό μου μαγαζί στην πλατεία Καρύτση, δεν έφυγα ποτέ από ‘κει, την αγαπάω την Αθήνα, πήγα στη σχολή, δύο ψαλίδια έμαθα, γερμανικό, γαλλικό, ελάχιστοι ήξεραν ψαλίδι να βγάλουν ατομικό πατρόν στον πελάτη, ποτέ δεν φοβήθηκα τη δουλειά, έφτιαξα το περιβόλι το πατρικό κάτω στο χωριό, πορτοκαλιές, λεμονιές, πήρα σπίτι, σπούδασα τα παιδιά, δόξα τω Θεώ, χίλια κοστούμια το χρόνο έφτασα, είχα μαστόρους, κάλφες, βοηθούς, τις γιορτές ξενυχτούσαμε να παραδώσουμε, έχω ράψει όλο τον Αρειο Πάγο, τραπεζίτες, εφοπλιστάς, γιατρούς, όλα με τη βελόνα τα ‘κανα. Είμαι παιδί της Κατοχής, ποτέ δεν φοβήθηκα τη δουλειά, αλλά τώρα δεν ξέρω τι γίνεται, κύριε Νίκο, έκλεισα το μαγαζί τον Ιούνιο, είπα με τη γυναίκα μου παίρνουμε δύο συντάξεις, σπίτι έχουμε, χωριό έχουμε, δεν έχουμε ανάγκη. Δεν λογάριαζα ότι το παιδί μου θα χάσει τη δουλειά του, και η γυναίκα του το ίδιο, ανέλαβα το δάνειό τους, τους βοηθάω όπως μπορώ, φόροι, χαράτσια, ξανάπιασα τη βελόνα, Ιούνιο σταμάτησα, Σεπτέμβριο ξανάπιασα. Δεν σκοτίζομαι πια για μένα, από δώδεκα χρονώ δουλεύω, για τα παιδιά λέω, πού παει η Ελλάδα. Ωραίο πράγμα η οικογένεια, μου λέει η εγγόνα μου, τριώ χρονώ, παππού να φέρεις πορτοκάλια και αυγά…

Χαμογελάει μες στο ηλιόφως του Φλεβάρη ο κύριος Γιώργος, πάντα χαμογελάει όταν αφηγείται τη ζωή των Ελλήνων που έχτισαν τα πάντα από ερείπια και στάχτες, δουλεύοντας ακαταπαύστως ακόμη και τώρα στα εβδομήντα επτά τους στηρίζοντας παιδιά και εγγόνια. Η αφήγησή του, σμιλεμένη σε πέτρα, μου θυμίζει μια μακριά αλυσίδα παρόμοιων ιστοριών, που έχω ακούσει από τη μάνα μου, τις θειες μου, τον πατέρα μου, την πεθερά μου, τα παιδιά της Κατοχής που φιλάνε ακόμη το ψωμί όταν πέσει χάμω, που σπούδασαν παιδιά, τα προίκισαν, έχτισαν σπίτια, περιβόλια, πεζούλες, δρόμους, συνοικίες και προάστια, υπέμειναν εμφύλιο και δικτατορία, στερέωσαν δημοκρατία, κι έφτασαν στη σύνταξη, χωρίς εφάπαξ, όχι με τριακαντοπενταετία αλλά με σαράντα, πενήντα και εξήντα χρόνια δουλειάς, ελευθεροεπαγγελματίες και τεχνίτες με δεκαετίες ασθμαίνουσες ανασφάλιστες. Αυτοί οι άνθρωποι, γονείς και παππούδες, όσοι ζουν πλάι μας ακόμη, δεν παραπονιούνται, δεν βαρηγκομάνε, θυμούνται με αγαλλίαση τα χρόνια του ’50 και του ’60, τα αστικά γλεντάκια, τις μαρίδες και τις μπίρες, τους γάμους και τα βαφτίσια, τα γήπεδα, τα πανηγύρια στο χωριό, το ταγέρ που ράψανε, την καμπαρντίνα και την ρεπούμπλικα, εκ του υπερηφάνου υστερήματος. Ζούσαν καμαρώνοντας παιδιά και εγγόνια, χωρίς να πολυκαταλαβαίνουν τα ανοίγματά τους και τις μικροσπατάλες τους, μουρμουρίζοντας κάθε τόσο ένα ξόρκι «να μην ξανάρθει Κατοχή».

Το ξόρκι δεν έπιασε. Στας δυσμάς του βίου τους, βίου κοπιώδους πλην ανοδικού και ελπιδοφόρου, αυτές οι απλές καρδιές, σαν τον κύριο Γιώργο, σαν τη φλωμπερική Φελισιτέ, σαν τους παπαδιαμαντικούς θυμόσοφους που καπνίζουν το τσιμπούκι τους σε ρόδινα ακρογιάλια, οι απλές καρδιές αντικρίζουν πάλι την εξορισμένη δυσχέρεια και στενοχωρούνται για τα παιδιά τους, για την Αθήνα που σπαράσσεται και φλέγεται, για την Ελλάδα που γονατίζει. Κι εμείς; Εμείς παίρνουμε δύναμη απ’ τη δύναμη του παραδείγματός τους.

φωτ.: Αγιοι Θεόδωροι, πλατεία Κλαυθμώνος
Advertisements