You are currently browsing the monthly archive for Νοέμβριος 2011.

Από τον εξώστη βλέπαμε φωτισμένη την Αθήνα, από την Πεντέλη ώς τον Υμηττό και στο βάθος τη θάλασσα. Μου πρόσφερε φωτιά και συστήθηκε: Ρατζίβ, asset manager με έδρα το Ντουμπάι, για λογαριασμό επενδυτικού οίκου από τους μεγαλύτερους διεθνώς. Στη διάρκεια δύο τσιγάρων, ο Ινδός συγκαπνιστής, πάντα χαμογελαστός και ήρεμος, με διαβεβαίωσε ότι σε τρία χρόνια η ευρωπαϊκή κρίση θα έχει παρέλθει. Η Ασία έχει ανάγκη μια σταθερή Ευρώπη, μου είπε, όλοι τη χρειάζονται. Η Ευρώπη κινδυνεύει από την ανένδοτη στάση της ηγεμονεύουσας Γερμανίας, αντείπα· πιέζει υπερβολικά τις χρεωμένες χώρες της Νότιας Ευρώπης και αρνείται προς το παρόν να διαχειριστεί την κρίση με εργαλεία άλλα πλην της ασφυκτικής δημοσιονομικής πειθαρχίας και της τιμωρίας των αμαρτωλών. Η Γερμανία έχει ανάγκη την Ευρώπη, μου απάντησε ο Ρατζίβ, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο τέλος θα επιτρέψει και κυκλοφορία χρήματος από την ΕΚΤ και έκδοση ευρωομολόγου. Και η Ελλάδα πού θα βρίσκεται στο νέο τοπίο μετά την κρίση; επέμεινα. Η Ελλάδα πρέπει να ανακτήσει το συμβολικό της κεφάλαιο, αυτό είναι το πολυτιμότερο asset που διαθέτει κι αυτό έχει χάσει τον τελευταίο καιρό. Ακούω τους Ελληνες πελάτες μας, έχει κλονιστεί η αυτοπεποίθησή τους, είναι απαισιόδοξοι, κι όμως είναι πολύ δυναμικοί επιχειρηματίες, δεν θα έπρεπε να λυγίζουν, αυτό τους λέω. Είσαι πολύ αισιόδοξος, Ρατζίβ… Είμαι! Βλέπω την Ευρώπη απέξω, εξ Ανατολών, και πίστεψέ με, σαν Ινδός ξέρω τι σημαίνει αποικιοκρατία, φτώχεια, ιστορία, παράδοση… Η Ελλάδα είναι η ιστορία της, είναι ένας μύθος αναγκαίος για την Ευρώπη, κι αυτό είναι κεφάλαιο, πλούτος, που πρέπει να το αξιοποιήσετε.

Το δεύτερο τσιγάρο είχε τελειώσει από ώρα, και η ήπια ψύχρα του Νοεμβρίου μάς είχε πιάσει. Ο γελαστός Ινδός και ο κατηφής Ελληνας πήγαν ο καθείς στην παρέα του.

Εφερα τα λόγια του Ρατζίβ περί συμβολικού κεφαλαίου σε έναν άλλο συνομιλητή, asset manager κι αυτόν, Ελληνα του εξωτερικού, με πλούσια πείρα σε ΗΠΑ και Ευρώπη. Συμφώνησε ακαριαία ότι η εικόνα της Ελλάδας έχει πληγεί βαριά και άδικα: Τα περισσότερα δημοσιεύματα στον ξένο τύπο, ιδίως τον ευρωπαϊκό, για την Ελλάδα και τους Ελληνες, είναι συκοφαντικά και ανακριβή, χρησιμοποιούν την Ελλάδα σαν σάκο του μποξ για να γαργαλήσουν το κοινό τους και να του σερβίρουν εύκολα κλισέ. Πρέπει να απαντάμε άμεσα, είτε ατομικά είτε συλλογικά.

Μου έκανε εντύπωση η σύγκλιση απόψεων δύο ανθρώπων των χρηματαγορών σε ένα θέμα που δεν αφορά καθόλου το χρήμα, αλλά κάτι πέρα απ’ αυτό. Και ας δεχτούμε ότι ο Ελληνας έχει μια ευαισθησία για την διασυρόμενη πατρίδα του. Ο Ινδός τι συμφέρον έχει; Να κολακέψει έναν άγνωστό του Ελληνα; Νομίζω ότι και οι δύο αυτοί άνθρωποι των αγορών, οι “χωρίς ιδεολογίες”, λένε με τον τρόπο τους αυτό που εμείς οι Ελλαδίτες του αθηναϊκού κράτους αδυνατούμε να δούμε εναργώς, να δούμε δηλαδή πανοραμικά ολόκληρο το τοπίο ― στο μέτρο που είμαστε βυθισμένοι μέσα στην αναταραχή και αποτελούμε μέρος του τοπίου. Είναι δύσκολο να δεις τον εαυτό σου σαν παρατηρητής. Κι είναι δύσκολο να αποσπαστείς από μια ρουτίνα σκέψης, σύμφωνα με την οποία όταν χρωστάς είσαι απολύτως ηττημένος, ακόμη και στο ηθικό πεδίο, χάνεις το δικαίωμα να συνομιλείς και να διαπραγματεύεσαι. Αυτή η ρουτίνα, κατ΄ακρίβειαν ολοκληρωτική σκέψη, προβάλλεται από τον δανειστή σαν μοναδική σκέψη, και σαν μοναδικός τρόπος ύπαρξης για τον δανειζόμενο. Απώτερος στόχος είναι αυτή η θέση να ενδοβληθεί από τον αμαρτωλό δανειζόμενο, να το αισθανθεί κιόλας στα τρίσβαθά του σαν μοναδική δυνατή κατάσταση, και να αισθανθεί κατώτερος, ανήθικος, αναξιοπρεπής, εξουθενωμένος.

Το ερώτημα «είναι η Ελλάδα ευρωπαϊκή χώρα;» που θέτουν Γερμανοί και Γάλλοι, απαντιέται με μια ερώτηση: Τι είναι Ευρώπη; Νοείται Ευρώπη χωρίς Αθήνα, χωρίς Ρώμη, ακόμη και χωρίς Ιερουσαλήμ; Ο Γερμανός ή Γάλλος ερωτών ας σκεφτεί κι ας απαντήσει μόνος του. Εν τω μεταξύ, ας σκεφτόμαστε κι εμείς τι είναι Ελλάδα. Πώς έχει υπάρξει, πότε υπέφερε από ξένους και πότε από Ελληνες, πώς την καταντήσαμε, ποια είναι η δική μας ευθύνη έναντι των επερχόμενων γενεών, πώς σπαταλήσαμε το συμβολικό κεφάλαιο, αν το αντιληφθήκαμε κιόλας ως πολύτιμο. Τέλος: Τι μπορούμε να κάνουμε για να ανακτήσουμε την Ελλάδα, συμβολικά και υλικά.


Η Γερμανία χρειάζεται την Ευρώπη. Η Ευρώπη δεν είναι μόνο η αγορά της, είναι και ο ιστορικός της τόπος, η κοιτίδα της, είναι οι γείτονές της με τους οποίους μαζί συμφώνησαν το ’45 να παραμερίσουν το παρελθόν μίσους και μαζί σηκώθηκαν από τις στάχτες και οικοδόμησαν χώρες με ειρήνη, αξιοπρέπεια και ευημερία. Χωρίς την Ευρώπη και χωρίς τις ΗΠΑ η Γερμανία δεν θα ήταν σήμερα αυτό που είναι, μεγάλη, ισχυρή και ηγεμονεύουσα.

Αλλά συμπεριφέρεται σαν να μην το ξέρει ή σαν να το περιφρονεί. Σαν να υποφέρει από επιλεκτική αμνησία: λησμονεί 65 χρόνια ειρήνης και ανάπτυξης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ανασκαλεύει διαρκώς τους δαίμονες του Μεσοπολέμου, την ταπείνωση των Βερσαλλιών, την εμφύλια ασφυξία, το πληθωρισμένο μάρκο, τον ναζισμό. Και οδηγείται σε ένα είδος μνησίκακης συμπεριφοράς, ζητώντας απ’ όλους τους συμμάχους, εταίρους και γείτονες, όσους βασανίζονται τώρα από την κρίση της Ευρωζώνης, να μεταμεληθούν και να γίνουν σαν αυτήν, αλλιώς τους απειλεί με τιμωρία, διαρκή κολασμό. Ακόμη κι αν η κόλαση των άλλων γίνει και δική της κόλαση.

Κάτω από τη φανατική εμμονή στο σχήμα αμαρτία-τιμωρία-εξαγνισμός υπάρχει ιδιοτέλεια και υποκρισία. Και φανατισμός. Θυμίζει ταινίες του Μπέργκμαν ή του Χάνεκε, από αυτές που ανασκάπτουν τον προτεσταντικό παράδεισο και ανασύρουν δαίμονες. Ο ευφυέστατος Πολ Κρούγκμαν πήγε λίγο πιο μακριά, έφτασε στον Αϊζενστάιν του 1939, στο προπαγανδιστικό αριστούργημα «Αλέξανδρος Νιέφσκι». Στη σκηνή των Τευτόνων Ιπποτών που σφαγιάζουν τους ετερόδοξους Ρώσους, ο Αμερικανός νομπελίστας ξαναβλέπει πικρά την εμμονή στην άτεγκτη καθαρότητα. Δυστυχώς, η Ιστορία δεν διδάσκει όλους με τον ίδιο τρόπο. Και η Γερμανία, όπως και όλη η Ευρωπαϊκή Ενωση, το πιο φιλόδοξο ιστορικό εγχείρημα των νεοτάτων χρόνων, θα κριθούν απ’ τα τωρινά, απ’ τα στερνά: «Προς γαρ το τελευταίον εκβάν, έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται» (Δημοσθένης)

εικ.: Otto Dix

 

 

Η πολυήμερη περιπέτεια της δεσμευτικής επιστολής Σαμαρά προς την τρόικα καταναλώθηκε μηντιακά με όρους θεάματος για ιθαγενείς, αλλά αν την θέσουμε σε ένα συνολικότερο υπερεθνικό πλαίσιο, θα δούμε ότι είναι μία από τις πολλές πράξεις του ευρωπαϊκού δράματος που παίζεται τον τελευταίο χρόνο. Οι Βρυξέλες και ο γαλλογερμανικός άξονας ζητούν γραπτές δεσμεύσεις από κόμματα εξουσίας που δύνανται να σχηματίσουν κυβερνήσεις στο μέλλον. Ωστόσο η δέσμευση προκαταβολικής συναίνεσης αφορά συμφωνίες, όπως αυτή της 26ης Οκτωβρίου για το δεύτερο PSI, οι οποίες δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί επί της ουσίας και οι οποίες δεν αποκλείεται να έχουν καταπέσει μετά λίγους μήνες, υπό το φως των ραγδαίων εξελίξεων. Αυτό άλλωστε συνέβη και με την κακότυχη θερινή συμφωνία για το πρώτο PSI: τα γεγονότα έτρεξαν πολύ ταχύτερα από τις δειλές αντιδράσεις της ευρωπαϊκής ηγεσίας.

Καθώς η κρίση χρέους έχει μεταφερθεί από την περιφέρεια των PIGS στον πυρήνα της ευρωζώνης, καθίσταται σαφές ότι η λύση δεν μπορεί να είναι η βίαιη εσωτερική υποτίμηση και η παραδειγματική τιμωρία των υπερχρεωμένων χωρών, όπως επιχειρήθηκε έως τώρα. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι το προσεχές διάστημα θα ενεργοποιηθεί αναγκαστικά το «μπαζούκα ρευστότητας» της ΕΚΤ και η έκδοση ευρωομολόγου, έτσι ώστε να ανακουφιστούν οι χώρες από το χρέος και να κερδίσουν χρόνο για δημιουργία προϋποθέσεων ανάκαμψης. Εξίσου βέβαιο είναι ότι για να συμβεί αυτή η μετατόπιση πολιτικής από το κυρίαρχο δόγμα του έως τώρα μονεταρισμού, το Βερολίνο απαιτεί αλλαγή των συνθηκών της Ε.Ε. και εξασφάλιση της ηγεμονίας του στο νέο τοπίο. Η πρόταση της Κομισιόν για έλεγχο εθνικών προϋπολογισμών και υπερεθνική δημοσιονομική πειθαρχία δείχνει το δρόμο προς τέτοια πολιτική ολοκλήρωση.

Η Ευρώπη αλλάζει. Το αγωνιώδες ερώτημα είναι: Με ποιους όρους θα βρίσκεται η Ελλάδα στο νέο ευρωπαϊκό σχήμα; Θα προλάβει να επωφεληθεί από το ευρωομόλογο και την παροχή χρήματος της ΕΚΤ; Ή μήπως οι τρέχουσες ρυθμίσεις του χρέους και οι μνημονιακές δεσμεύσεις τη θέτουν εκτός της ευεργετικής ομπρέλας των μελλουσών ρυθμίσεων; Οι φόβοι είναι υπαρκτοί. Η συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου προβλέπει αλλαγή του δικαιϊκού status του χρέους: θα γίνει διακρατικό και θα διέπεται από το βρετανικό δίκαιο. Κατά πάσα πιθανότητα, επίσης, το κουρεμένο χρέος θα επιμηκυνθεί χρονικά σε βάθος 22-30 ετών, με επιτόκιο γύρω στο 6%.

Είναι άγνωστο αν μετά τη μακρά και σύνθετη διευθέτηση του PSI, το ελληνικό χρέος θα είναι βιώσιμο· ίσως χρειαστεί περαιτέρω κούρεμα ή άλλη ρύθμιση. Είναι άγνωστο αν η ύφεση θα ανακοπεί μετά το 2012, αν οι θυσίες του ελληνικού λαού θα πιάσουν τόπο. Και παραμένει μέγα ζητούμενο αν η θεμιτή παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας στο πλαίσιο της νέας φάσης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, όπως συνέβη και με τις συνθήκες του Μάαστριχτ και της Λισαβώνας, θα προσφέρει ως αντίτιμο ασφάλεια, σταθερότητα και μια μεσοπρόθεσμη, έστω, πλην βιώσιμη λύση ανάκαμψης.

Η διελκυνστίδα για τις γραπτές εγγυήσεις που ζητούν οι Βρυξέλες και το Βερολίνο από τα μεγάλα κόμματα, προκειμένου να εκταμιευθεί η (προ πολλού εγκριθείσα) έκτη δόση, προσφέρει μια ακόμη αφορμή να σκεφτούμε το μέλλον της Ενωμένης Ευρώπης και τη θέση της Ελλάδας εντός της ― τουλάχιστον σε ό,τι θα έχει διαμορφωθεί μετά την κρίση. Είναι προφανές ότι η Ελλάδα έχει χάσει την αξιοπιστία της, για πολλούς λόγους ― επειδή είναι χρεωμένη και ζητάει οικονομική βοήθεια, επειδή έχει μαγειρέψει πολλές φορές τα δημοσιονομικά μεγέθη, από την είσοδο στην ΟΝΕ έως πρόσφατα, αλλά, κυρίως, επειδή η κυβέρνηση Παπανδρέου έλαβε τη βοήθεια του Μνημονίου υποσχόμενη τα πάντα, χωρίς καμία διαπραγμάτευση και κανένα δικό της εναλλακτικό σχέδιο, και εν συνεχεία αθέτησε τις υποσχέσεις της κατά συρροήν.

Με εκπλήσσουσα προθυμία ο κ. Παπανδρέου στο διαρρεύσαν 18μηνο αναλάμβανε έναντι της τρόικας δυσβάστακτες ιστορικές δεσμεύσεις, αγνοώντας αν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν στα προβλεπόμενα ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα, αγνοώντας πώς θα εφαρμοστούν, αγνοώντας τις ολέθριες επιπτώσεις στην οικονομία και την κοινωνία. Εξ ου και ακολούθως αδυνατούσε να τηρήσει και το περιεχόμενο και το χρονοδιάγραμμα του Μνημονίου. Ενός Μνημονίου εξάλλου που απεδείχθη υπερβολικά αισιόδοξο ως προς τις προβλέψεις του (λ.χ. επιστροφή στις αγορές το 2012) και εντελώς λανθασμένο ως προς την εκτιμώμενη ύφεση.

Η αξιοπιστία και η εικόνα της Ελλάδας επλήγησαν και από άλλες ενέργειες. Από το πώς ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός διέσυρε τη χώρα του ενώπιον των ξένων αξιωματούχων, δίνοντάς τους λαβή για υποτιμητικά και χλευαστικά σχόλια. Και από το πώς οι Ευρωπαίοι ηγέτες βρήκαν έναν βολικό αποδιοπομαπίο τράγο για να του φορτώσουν όλη τη συστημική κρίση της ευρωζώνης.

Αίφνης οι άμωμοι Ευρωπαίοι του Βορρά, Καθαροί, Αναβαπτιστές, Καλβινιστές, Χρηματιστές, ανακάλυψαν ότι στον ρυπαρό Νότο, τεμπέληδες, πονηροί και κλέφτες Ορθόδοξοι και Καθολικοί, εικονολάτρες και μαριολάτρες, ζούσαν εν ελαίω και οίνω, σπαταλώντας τα δανεικά της ΕΚΤ. Ελάχιστοι μήνες κρίσης ήσαν αρκετοί για να μετατρέψουν την πάγια ευρωρητορική υπέρ συνοχής, ισοτιμίας και αλληλεγγύης, σε ρητορική καχυποψίας, ασυμμετρίας, ανακολουθίας και εκβιασμού. Κι ήταν αυτή ακριβώς η αλλαγή στάσης των Βρυξελών και του Βερολίνου που τροφοδότησε τα βορειοευρωπαϊκά μήντια με εθνοτικό μίσος, ρατσιστικά στερεότυπα και χονδροειδή ψεύδη.

Δυστυχώς για την Ευρώπη, το πρόβλημά της δεν είναι οι Ελληνες. Αυτό το βλέπει πια όλος ο πλανήτης, πλην της ευρωπαϊκής ηγεσίας, η οποία εξακολουθεί να ζητεί την ψυχοπολιτική εξουθένωση της Ελλάδας προς παραδειγματισμόν όλων των άλλων εταίρων και προς εξευμενισμόν του Μολώχ των αγορών. Ματαίως. Τι θα κερδίσει η ετοιμόρροπη ευρωζώνη από την πλανητική ταπείνωση κάποιου Αντώνη Σαμαρά στις εσχατιές της Μεσογείου; Τίποτε υλικό. Το πολύ, να επισπευσθεί η υποβάθμιση της Γαλλίας. Αλλά συμβολικά, το σιδηρούν Βερολίνο στο πρόσωπο της Ελλάδας εφαρμόζει την θεωρία του Καρλ Σμιτ περί εχθρού· τη θεωρεί πλέον εχθρό, ξένη, αλλότρια, και στέλνει αυτό το μήνυμα στον εν προόδω ευρωπαϊκό ερειπιώνα: ότι κατίσχυσε ολοκληρωτικά επί της μικρής Ελλάδος, πρώην εταίρου και νυν ξένου.

Η κρίση που πλήττει την Ευρώπη δεν θα ξεπεραστεί μόνο με οικονομική διαχείριση. Η παραγωγή χρήματος από την ΕΚΤ και η έκδοση ευρωομολόγου θα ανακουφίσουν οπωσδήποτε τις δοκιμαζόμενες χώρες, αλλά δεν θα επιλύσουν την ασυμμετρία εντός της ευρωζώνης ούτε, πολύ περισότερο, θα προσφέρουν μακροπρόθεσμη θωράκιση της ΕΕ έναντι των αναδυόμενων υπερδυνάμεων BRIC. Η κρίση της Ευρώπης δεν είναι μόνο οικονομική, είναι και πολιτική και ηθική, είναι κρίση στρατηγικού μοντέλου. Το θαυμαστό κράτος πρόνοιας του μεταπολέμου οικοδομήθηκε βάσει κοινωνικού συμβολαίου, αλλά και διότι η Ευρώπη απορροφούσε πλούτο από την περιφέρεια για να στηρίξει την ευημερία του προνομιούχου λευκού ανθρώπου.

Η υπόσχεση της διαρκούς ευημερίας έχει διαψευσθεί, διότι συν τοις άλλοις η ευημερία εξετράπη σε καταναλωτική βουλιμία, σε απληστία και κατασπατάληση. Το καταναλωτικό τέρας της Δύσεως εξαντλεί όχι μόνο φυσικούς πόρους, όχι μόνο τον ανυπεράσπιστο πλούτο του Τρίτου Κόσμου, αλλά τώρα πλέον εξαντλεί τις ίδιες τις κοινωνίες, πλήττει τον δυτικό άνθρωπο. Ο άφρων δανεισμός δεν μπορεί πλέον να τροφοδοτήσει την άφρονα κατανάλωση, όταν οι πραγματικοί μισθοί μειώνονται και, ακόμη χειρότερα, όταν χάνονται εκατομμύρια θέσεις εργασίας και η φτώχεια κατατρώει τα μεσοστρώματα.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, καναρινιού στο ανθρακωρυχείο της Ευρώπης, γνωρίζουμε πλέον ότι η χρηματοοικονομική βοήθεια είναι αναγκαία αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται επειγόντως ένα μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης και μαζί ένα ριζικά νέο τρόπο διαβίωσης, που θα διακρίνει σαφώς την ευημερία από τη σπατάλη, την αξιοπρέπεια από τη χλιδή, που θα προκρίνει τον γενναιόδωρο δημόσιο χώρο έναντι του κανιβαλικού πλουτισμού της αγέλης. Μιλάμε για ηθική και πνευματική ανασυγκρότηση. Μα πώς αλλιώς; Η κρίση, το βλέπουμε, δεν αφορά μόνο οικονομικά μεγέθη, αφορά ανθρώπους, ψυχές, αφορά τη βιόσφαιρα. Η αλλαγή παραδείγματος βίου είναι προαπαιτούμενο της βιώσιμης ανάπτυξης: αυτό πρέπει να κατανοήσουμε, αυτό να απαιτήσουμε, από τους εαυτούς μας, την πολιτική, τον πνευματικό κόσμο.

Η οικονομική κρίση στην Ευρώπη δείχνει, ολοένα και πιο καθαρά, τα ραγισμένα πολιτικά και ηθικά θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οτι η Ενωση, σαν μια μορφή ομοσπονδίας, πορευόταν όλο και πιο επίμονα σε οικονομική τροχιά και μάλιστα σε ράγες νεοφιλελεύθερες, ήταν φανερό στους ψύχραιμους παρατηρητές από τον καιρό της Συνθήκης του Μάαστριχτ και, αργότερα, της Λισαβώνας. Η νομισματική και εμπορική ολοκλήρωση διευκόλυνε τις κινήσεις κεφαλαίων και εμπορευμάτων, αλλά το πηγαίο ερώτημα είναι ποιος ακριβώς ωφελήθηκε και πώς αυτή η ολοκλήρωση αποτελεί φυσική συνέχεια της ιδρυτικής φιλοδοξίας για την Ενωμένη Ευρώπη. Δέκα χρόνια μετά την εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος, και βλέποντας την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση από την πλευρά της χειμαζόμενης Μεσογείου, δικαιούμαστε να διατυπώσουμε μερικές εκτιμήσεις.

Να θυμηθούμε, καταρχάς, ότι η Ενωμένη Ευρώπη συνελήφθη ως πολιτικό σχέδιο για αποτροπή ενός τρίτου γενικευμένου πολέμου, όπως οι δύο προηγούμενοι του 20ού αιώνα, που αφάνισαν λαούς και κράτη. Δέσμευση για ειρήνη, λοιπόν. Και δέσμευση για ευημερία, επίσης. Το κράτος πρόνοιας προσφέρθηκε αυτονοήτως στους αποδεκατισμένους λαούς, που εκλήθησαν να ανοικοδομήσουν τις χώρες τους από τις στάχτες του πολέμου. Η ενωμένη Ευρώπη οικοδομήθηκε πάνω σε αυτό το αδιαμφισβήτητο κοινωνικό συμβόλαιο. Τι άλλαξε τα τελευταία είκοσι χρόνια, ιδίως την τελευταία δεκαετία του ευρώ; Πολύ αδρά: μια μείζων γεωπολιτική ανακατάταξη, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το 1989· και το ακολούθημά της, η ιδεολογική κατίσχυση του νεοφιλελευθερισμού, η θρησκευτική πίστη στον ορθολογισμό και το αλάνθαστο των αυτορυθμιζόμενων αγορών.

Η ενιαία Γερμανία και η βιομηχανία της ήταν οι πρώτοι ωφελημένοι. Η ευρωζώνη λειτούργησε σαν τεράστια εσωτερική αγορά για τα γερμανικά προϊόντα, εξουδετερώνοντας τον ανταγωνισμό. Η ενιαία μεγάλη Γερμανία εκμεταλλεύτηκε την αναβαθμισμένη πολιτική ισχύ της και το γεγονός ότι τροφοδοτούσε τα κοινοτικά ταμεία, για να διεκδικήσει και να λάβει πολλαπλάσια οφέλη. Και δεν πουλούσε μόνο Πόρσε Καγιέν και Μερτσέντες στις πλούσιες ελίτ των περιφερειακών χωρών του ευρώ. Τα πλεονάσματά της είναι τα ελλείμματα του ευρωπαϊκού Νότου, αυτό έιναι ήδη γνωστό. Στην περίπτωση της Ελλάδας, όμως, η γερμανική κυριαρχία επεκτάθηκε σε όλη τη δημόσια σφαίρα: δεν υπάρχει μείζον έργο υποδομής, δεν υπάρχει μεγάλη κρατική προμήθεια, που να μην προέρχεται από τη Γερμανία. Στο μετρό και το αεροδρόμιο της Αθήνας, στις τηλεπικοινωνίες, στην ενέργεια, στις τηλεπικοινωνίες, στις συγκοινωνίες, στα οπλικά συστήματα, στον νοσοκομειακό εξοπλισμό, παντού υπάρχει σφραγίδα made in Germany και γερμανικό κέρδος. Και διογκωμένη διαφθορά, με χρηματισμό κρατικών λειτουργών και κομμάτων προερχόμενο από τη Γερμανία.

Κατ΄αυτόν τον τρόπο, και με την πρόθυμη συνδρομή ανίκανων ή ιδιοτελών εγχώριων ελίτ, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση για την Ελλάδα σήμαινε δορυφοροποίηση και αποδυνάμωσή της· πολύ περισσότερο που οι αναγκαίες αναδιαρθρώσεις, βάσει συμβατικών υποχρεώσεων έναντι της ΕΕ, οι οποίες δεν έγιναν όταν και όπως έπρεπε, οδήγησαν σε αποβιομηχάνιση και απίσχναση του πρωτογενούς τομέα και μετατροπή της χώρας σε ένα απέραντο mall με δανεικό χρήμα, φτηνό για τις τράπεζες αλλά ολέθριο εντέλει για τον πληθυσμό και το κράτος.

Ο ευρωπαϊσμός προβλήθηκε και επιβλήθηκε ως κυρίαρχη ιδεολογία στη μεταδικτατορική Ελλάδα, ιδεολογία που εγγυάτο την ειρήνη, την ασφάλεια, τη δημοκρατία και την ευημερία. Και έναν φιλελεύθερο προσανατολισμό προς Δυσμάς. Ολοι συμφωνούσαν, πλην του ΚΚΕ. Και ήταν φυσικό, διότι ιστορικά, πολιτιστικά, πνευματικά και ψυχικά, οι Νεοέλληνες με το κράτος τους πορεύτηκαν εντός της Ευρώπης. Η οικονομική κρίση όμως έρχεται να αναδείξει τώρα τις ραγισματιές στο ιστορικό ευρωπαϊκό οικοδόμημα, ρωγμές στις ηθικές και πολιτικές προϋποθέσεις της συνομοσπονδίας κυρίαρχων κρατών, όπως αυτή συνομολογήθηκε στον μεταπόλεμο και διήρκεσε σε όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Η Ευρωπαϊκή Ενωση και το ευρώ δεν μπορούν σήμερα να εγγυηθούν ούτε την εθνική κυριαρχία ούτε τη δημοκρατία ούτε την ευημερία· ενδεχομένως ούτε την ασφάλεια και την ειρήνη, εφόσον αυτές απειληθούν σε περιφερειακό επίπεδο. Οι πληθυσμοί στις χώρες PIGS του Μνημονίου, με προεξάρχοντα τον ελληνικό, βιώνουν την κρίση σαν άδικο πόλεμο, και σαν προδοσία της ευρωπαϊκής υπόσχεσης για ευημερία. Η ευρωπαϊκή πίστη αμφισβητείται, ραγίζει στα θεμέλια. Κι από τις ρωγμές της ιστορίας δεν φυτρώνουν άνθη ευλαβείας και καταλαγής, φυτρώνουν άνθη του κακού, άνθη εθνοτικού μίσους, καχυποψίας, άνθη απόγνωσης και οργής.

Η δεινή οικονομική θέση της χώρας έχει φέρει την πλειονότητα της κοινωνίας σε κατάσταση κατάθλιψης, ενώ μεγάλο μέρος της δοκιμάζει ήδη τις αντοχές της απέναντι στον χειμώνα και τις καθημερινές βιοτικές ανάγκες. Οι μεσοαστικές πολυκατοικίες χωρίς επαρκές πετρέλαιο θέρμανσης δεν είναι σπάνιες φέτος, ενώ στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας τον τόνο δίνουν οι σκουπιδοσυλλέκτες και τα πλήθη των ζητιάνων.

Το αδιέξοδο κατοπτρίζεται και στην πολιτική σκηνή. Τα μεγάλα κόμματα εξουσίας αδυνατούν να επεξεργαστούν σχέδια διάσωσης, εκτός των προβλεπομένων από την τρόικα. Γνωρίζουμε δε πολύ καλά πια, από την 18μηνη εμπειρία εφαρμογής τους, ότι τα σχέδια της τρόικας δεν οδηγούν σε έξοδο από την κρίση· στην καλύτερη περίπτωση, παρατείνουν μια κατάσταση νεκροφάνειας, ενώ η ύφεση και η ανεργία διαρκώς επιδεινώνονται. Η πρόταση «Ζάππειο ΙΙ» του Αντώνη Σαμαρά προσπάθησε να αφήσει μια χαραμάδα ελπίδας για άλλη διαχείριση της κρίσης, αλλά οι εξελίξεις έχουν ξεπεράσει και αυτή την προσπάθεια.

Αναζητώντας διέξοδο, η κοινή γνώμη στρέφεται προς τα αριστερά, τουλάχιστον σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις. Τα κόμματα της αριστεράς εισπράττουν δημοσκοπικά τη διαμαρτυρία και το αίσθημα πνιγμού των πληττόμενων λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων. Εχουν όμως να αντιπροτείνουν μια ολοκληρωμένη πρόταση διάσωσης; Το ΚΚΕ αρκείται να αναλύει την κρίση σαν κρίση του καπιταλισμού εν γένει, και υπόσχεται μια άλλη ζωή όταν επικρατήσει ο σοσιαλισμός. Τα στελέχη του επαναλαμβάνουν στερεότυπα μια συνεκτική, πλην αυτοναφορική, γραμμή, και ακόμη και η αρχηγός του κόμματος αδυνατεί να τοποθετηθεί εκτός γραμμής όταν ερωτάται σε κρίσιμες στιγμές.

Ο Συνασπισμός και ο ΣΥΡΙΖΑ ασκούν σκληρή αντιπολίτευση, αλλά ούτε αυτό το τμήμα της αριστεράς αρθρώνει ενώπιον εθνικού ακροατηρίου έναν ολοκληρωμένο πειστικό λόγο για διάσωση και έξοδο από την κρίση. Σε παρόμοια γραμμή, με διαφοροποιήσεις, κινούνται και οι μικρότεροι: η Δημοκρατική Αριστερά, στην οποία καταγράφεται μειοψηφικό ρεύμα υπέρ των μνημονιακών πολιτικών, και οι Οικολόγοι-Πράσινοι.

Η αριστερά φέρεται σαν να απευθύνεται στα δικά της μερικά ακροατήρια και να επωφελείται από τις μετακινήσεις διαμαρτυρόμενων ψηφοφόρων, σαν να μην την ενδιαφέρει η ευθύνη για το όλον, έστω το πλειονοτικό, άρα και ένας συνολικός λόγος προς τους πληττόμενους. Απουσιάζουν συγκεκριμένες λύσεις για άμεση ανακούφιση των αναγκεμένων, για μερική έστω απασχόληση των νέων, πρωτίστως για ένα βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο· απουσιάζει το «εδώ και τώρα», αντιθέτως, περισσεύει η καταγγελία του φρικτού παρόντος και η επαγγελία ενός αόριστου μέλλοντος.

Ισως ζητούνται πολλά από τα κόμματα της αριστεράς, ζητείται να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους. Κι όμως τα δημοσκοπικά ποσοστά (αθροιζόμενα) προοιωνίζονται ποσοστά ΕΔΑ του 1958. Οφείλουν άρα να υπερβούν τους εαυτούς της νωχελικής αυτάρεσκης μεταπολίτευσης, όπως όλοι, και να δοθούν στην πολιτική πράξη επανεφευρίσκοντας περιεχόμενο και μορφές. Στο κατώφλι μιας εθνικής καταστροφής και ενός κοινωνικού μετασχηματισμού, οι πολιτικές δυνάμεις προτείνουν σχέδιο επιβίωσης, όχι άλλη μια καταγγελία.

Οσα ζήσαμε την περασμένη εβδομάδα και όσα θα ζήσουμε τους επόμενους μήνες συνιστούν πρωτοφανή πολιτική εμπειρία: πρόκειται για ιστορία εν τω γεννάσθαι, την οποία οι πολίτες παρακολουθούν αλλά και επηρεάζουν εν μέρει. Η εμπειρία είναι πολύτιμη, παρότι στο φόντο παραμονεύει πάντα μια καταστροφή: οικονομική, πολιτική, κοινωνική.

Η εμπλοκή του δημοψηφίσματος, λ.χ., και η εξ αυτού προκληθείσα βίαιη αντίδραση των Βορειοευρωπαίων ηγεμόνων, έδειξε ανάγλυφα τις ενδοευρωπαϊκές σχέσεις όπως πράγματι είναι, σχέσεις κυρίαρχου και κυριαρχούμενου, και διέλυσε την υποκριτική ρητορεία περί ισότιμων και ανεξάρτητων κρατών-μελών. Το Βερολίνο και το Παρίσι έδειξαν τα δόντια τους στους ασθενείς εταίρους και παραμέρισαν επιδεικτικά το μεταεθνικό κέντρο των Βρυξελλών, παραμερίζοντας ταυτοχρόνως και τα όποια επιτεύγματα της ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας. Τα ιταμά τελεσίγραφα του επιτρόπου Ολι Ρεν, ενός ασήμαντου μεσαίου στελέχους, προς μια κυρίαρχη χώρα, και τους εκλεγμένους ηγέτες της, ήταν απολύτως ενδεικτικά του τεράστιου ελλείμματος δημοκρατίας στην κορυφή της Ε.Ε. Βεβαίως, τον δρόμο έδειξαν οι ηγέτες Γερμανίας και Γαλλίας στις Κάννες, όταν ταπείνωσαν τον Ελληνα πρωθυπουργό, υπαγορεύοντάς του εκβιαστικά το ερώτημα και τον χρόνο του δημοψηφίσματος, συμπεριφερόμενοι στην Ελλάδα σαν να είναι προτεκτοράτο.

Το ελληνικό πάθημα, όμως, έχει και άλλη πρόσληψη. Ο Φρανκ Σίρμαχερ, συνεκδότης της έγκυρης Frankfurter Allgemeine Zeitung, θεσμού στη γερμανική πολιτική και πνευματική ζωή, με αφορμή το ελληνικό δράμα, έγραψε με δριμύτητα για την καταρράκωση της δημοκρατίας από τις αγορές και για την ανάδυση ενός εθνικιστικού λόγου γεμάτου στερεότυπα για τεμπέληδες και απατεώνες του Νότου: «Ο υποτιθέμενος ορθολογισμός χρηματοοικονομικών διαδικασιών βοήθησε να αναδειχτεί το αταβιστικό υποσυνείδητο. Το να μπορεί κανείς να βρίζει χώρες ολόκληρες τεμπέληδες και απατεώνες, έμοιαζε να είχε ξεπεραστεί οριστικά με το τέλος της εποχής του εθνικισμού. Τώρα η συμπεριφορά αυτή είναι πάλι εδώ, με μιαν υποτιθέμενη λογική στο πλευρό της». (το πρωτότυπο άρθρο εδώ)

Το άρθρο του Σίρμαχερ πυροδότησε μια συζήτηση για την κατάσταση της δημοκρατίας και την ιστορική μοίρα της Ευρώπης, στην οποία συμμετείχε ο κορυφαίος εν ζωή Γερμανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας, εισηγητής των εννοιών του συνταγματικού πατριωτισμού και της δημόσιας σφαίρας και, κατά κάποιον τρόπο, μέντορας της σοσιαλδημοκρατίας τα τελευταία χρόνια. Ο Χάμπερμας, συνοδοιπόρος των φροϋδομαρξιστών Αντόρνο και Χορκχάιμερ της περίφημης Σχολής της Φρανκφούρτης, και βαθύς γνώστης του γερμανικού δράματος, είναι σε θέση να δει βαθύτερα μες στην ψυχή της μεταπολεμικής Ευρώπης και της μεταναζιστικής Γερμανίας. «Η ελληνική καταστροφή είναι μια σαφής προειδοποίηση ενάντια στον μετα-δημοκρατικό δρόμο που άνοιξαν η Μέρκελ και ο Σαρκοζί», έγραψε. «Η συγκέντρωση της ισχύος σε ένα διακυβερνητικό συμβούλιο των πρωθυπουργών, που επιβάλλουν τις συμφωνίες τους στα εθνικά κοινοβούλια, είναι ο λάθος δρόμος. Μια δημοκρατική Ευρώπη, που δεν χρειάζεται να πάρει τη μορφή ομοσπονδιακού κράτους, πρέπει να έχει άλλη όψη». (το πρωτότυπο άρθρο εδώ)

Δεν είναι μόνο οι διανοούμενοι που βλέπουν το συμβαίνον ιστορικό ρήγμα στον πυρήνα των ευρωπαϊκών δημοκρατιών. Ενας εκλεγμένος πολιτικός, ο Γερμανός Μάρτιν Σουλτς, επικεφαλής των Σοσιαλδημοκρατών, επικείμενος πρόεδρος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όταν ερωτήθηκε από τον ευρωβουλευτή Μ. Τρεμόπουλο να περιγράψει πώς τοποθετείται ανάμεσα σε μια εκγερμανισμένη Ευρώπη και μια εξευρωπαϊσμένη Γερμανία, απάντησε: «Προσωπικά μπήκα στην πολιτική γιατί ήθελα μια εξευρωπαϊσμένη Γερμανία και όχι μια εκγερμανισμένη Ευρώπη. Βέβαια, οι Γερμανοί προσφέρουν 211 δισ. ευρώ προς την Ε.Ε. κι αυτό είναι ένα μεγάλο βάρος για τον Γερμανό φορολογούμενο. Η γερμανική κυβέρνηση θα έπρεπε να έχει εξηγήσει στους πολίτες ότι αυτό δεν το κάνει από φιλανθρωπία, αλλά για να στηρίξει μακροπρόθεσμα τα δικά της συμφέροντα. Μετά από πολύ καιρό φαίνεται πως ο εθνικισμός και το μίσος αναπτύσσονται ξανά, απειλώντας με διάσπαση την ίδια την Ε.Ε. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε με διεθνικότητα τους δαίμονες της Ευρώπης, που δεν εξαφανίστηκαν. Και οι Γερμανοί έχουν ιστορική υποχρέωση να το πράξουν».

Οι σοβαροί Γερμανοί δεν είναι οι αγορές τους· μας λένε ότι ο στοχασμός πάνω στην ευρωπαϊκή μοίρα είναι αναγκαστικά πια στοχασμός πάνω στη μοίρα της δημοκρατίας και στην αδυσώπητη μάχη μεταξύ πολιτικής και χρηματοπιστωτικής βιομηχανίας.

Oλος ο διαρρεύσας χρόνος από την άνοιξη του 2010 έως τώρα ήταν πυκνός. Αλλά οι τελευταίες δεκαπέντε ημέρες υπερέβησαν κάθε προσδοκία: τα γεγονότα, παραγόμενα στο εσωτερικό ή το εξωτερικό της χώρας, προκάλεσαν τεκτονικές μετακινήσεις στο συλλογικό φαντασιακό, σωρεύοντας πρωτόγνωρες εμπειρίες και ισχυρά συναισθήματα. Στο πολιτικό πεδίο συνέβη ένα μείζον ρήγμα, όταν οι ηγέτες Γερμανίας και Γαλλίας απείλησαν ευθέως την Ελλάδα με αποπομπή από την ευρωζώνη, εις απάντησιν της πρότασης Παπανδρέου να θέσει σε δημοψήφισμα την ευρωπαϊκή συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου. Η απειλή, ωμή και δημόσια, εκπεμφθείσα από τη σύνοδο των G20 σε πλανητική μετάδοση, πυροδότησε τον τρόμο στους Ελληνες: η αποπομπή από την ευρωζώνη συνδέθηκε με αποπομπή από την Ευρωπαϊκή Ενωση, δηλαδή με γεωπολιτική και πολιτιστική υποβάθμιση, με την Ελλάδα σε θέση παρία στο γίγνεσθαι της Δύσης. Είδαν τους εαυτούς τους στην ουρά για τα “Διαβατήρια Τρίτων Χωρών”.

Οι Ελληνες, ήδη τραυματισμένοι από την εμπειρία φτωχοποίησης που έφερε η εφαρμογή του πρώτου Μνημονίου, δεν μπορούν να αντέξουν περαιτέρω ταπείνωση. Ενώπιον της έξωθεν απειλής αναδιπλώθηκαν και απέσυραν το τρομοκρατικό δημοψήφισμα αποσύροντας τον ηγέτη τους· φοβήθηκαν ότι οι απρόοπτες κινήσεις του θα επέτειναν το ήδη δεινό εθνικό πρόβλημα. Κατ’ αυτό τον τρόπο, και παρότι ψυχικά επιλέγουν σαφώς την παραμονή στο ευρώ, υπέκυψαν στον εκβιασμό του άξονα Βερολίνου-Παρισιού· εμπεδώθηκε όμως πλέον ότι οι μείζονες αποφάσεις λαμβάνονται εκτός Αθηνών και ότι η εθνική κυριαρχία έχει τρωθεί καίρια από την επικείμενη χρεοκοπία.

Αυτό είναι το ουσιαστικό φόντο, επί του οποίου εκδιπλώνονται οι εξελίξεις στο εσωτερικό εφεξής. Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται έτι περαιτέρω από τις ραγδαίες εξελίξεις στη γείτονα Ιταλία, όπου το μεγάλο χρέος οδηγεί μια μεγάλη ανεπτυγμένη χώρα, μέλος του G7, σε σφοδρή πολιτική κρίση. Η ιταλική κρίση, παρά τις προφανείς διαφορές κλίμακος και ισχύος, έχει κάποια κοινά χαρακτηριστικά με την ελληνική κρίση: κι εκεί πέφτει ο εκλεγμένος πρωθυπουργός κι εκεί προωθείται ένας ευρωτεχνοκράτης για πρωθυπουργός κι εκεί δοκιμάζεται δεινά το κοινοβουλευτικό σύστημα. Κυρίως: και στις δύο περιπτώσεις οι επιθετικές χρηματαγορές πιέζουν αφόρητα τα κράτη με το σκληρό κοινό νόμισμα, ενώ η ευρωπαϊκή ηγεσία αργοπορεί, διστάζει ή δεν ξέρει πώς να αποτρέψει την κρίση, επιμένοντας ακόμη να αντιμετωπίζει την κρίση με οικονομοτεχνικά εργαλεία και όχι με ριζικές πολιτικές αποφάσεις που θα αφαιρούσαν χώρο και χρόνο από τη χρηματοπιστωτική βιομηχανία. Τα αντινομικά συμφέροντα και οι καθυστερήσεις της ευρωπαϊκής ηγεμονικής ελίτ, σε συνδυασμό με την αντικειμενική και υποκειμενική αδυναμία των εθνικών κυβερνήσεων, οδηγεί τις κοινωνίες σε κατάσταση διαρκούς κρίσης ή ένδειας, και τη δημόσια σφαίρα σε κατάσταση εξαίρεσης.

Σε αυτό το συγκείμενο κρίσης, ένδειας και εξαίρεσης, ηττώνται προσώρας ο κοινοβουλευτισμός και τα πολιτικά πρόσωπα που τον εκφράζουν ― και τον εξέφρασαν όχι με τον προσφορότερο τρόπο ομολογουμένως. Παραπέρα: Η αχρήστευση των πολιτικών προσώπων τείνει να εξομοιωθεί με απαξίωση της πολιτικής αφ’ εαυτής, απαξίωση της πολιτικής πράξης και του πολιτεύεσθαι. Στη θέση των ανίκανων ή διεφθαρμένων πολτικών προτείνεται να έλθουν ικανοί και έντιμοι τεχνοκράτες. Στα μάτια των απεγνωσμένων πολιτών, των προδομένων από τα πελατειακά κόμματα που τώρα πια δεν μπορούν να τους προσφέρουν τίποτε παρά μόνο φτώχεια, μια τέτοια υποκατάσταση δεν φαντάζει άνευ περιεχομένου. Πράγματι, ο έντιμος και κοινωνικά ευαίσθητος τεχνοκράτης μπορεί να δράσει πιο αποτελεσματικά. Μόνο που και αυτός θα δρα πολιτικά, από τη στιγμή που θα αναλάβει την εξουσία, και αργά ή γρήγορα θα χρειαστεί νομιμοποίηση από το πολιτικό σώμα το οποίο κυβερνά. Στη δημοκρατία ο ηγέτης κυβερνά εξ ονόματος του λαού, από τον λαό, για τον λαό.

Στο ελληνικό δράμα είδαμε αυτές τις ημέρες τους πολιτικούς να ηττώνται. Τα δύο μεγάλα αστικά κόμματα αναγκάστηκαν να συστεγαστούν, υπό την αρχηγία ενός τεχνοκράτη κύρους, σε μια μεταβατική κυβέρνηση, και μάλιστα να συγκυβερνήσουν με αμφιλεγόμενα στελέχη ήσσονος κόμματος της λαϊκιστικής ακροδεξιάς, κάτι που συμβαίνει πρώτη φορά στην Γ’ Ελληνική Δημοκρατία. Η κυβέρνηση Παπαδήμου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κυβέρνηση τεχνοκρατών (μόνο ο πρωθυπουργός και ο Τάσος Γιαννίτσης είναι τεχνοκράτες), πρόκειται μάλλον για ένα μεταβατικό υβριδικό σχήμα με πολλούς συμβιβασμούς, παρ΄όλ΄αυτά η σύστασή της δρομολογεί τον πολιτικό θάνατο του Γ. Α. Παπανδρέου και τον μετασχηματισμό ή τη διάλυση του ΠΑΣΟΚ. Υπό το βάρος της μνημονιακής πολιτικής που εφάρμοσε, το ΠΑΣΟΚ ίσως φυγοκεντρηθεί σε εκσυγχρονιστές-νεοφιλεύθερους, λαϊκιστές-πατριώτες, κεντρώους κ.λπ.

Αλλά και στη Νέα Δημοκρατία θα δούμε μετατοπίσεις και ρωγμές, αφού από καιρό έχουν διαφανεί τάσεις περισότερο ή λιγότερο αδιάλλακτες έναντι των μνημονιακών πολιτικών, τέτοιες που τη συνοχή του κόμματος την εγγυάτο μόνο ο αρχηγός. Ο Αντώνης Σαμαράς, παρότι τήρησε σκληρή αντιμνημονιακή στάση, δεν πρόλαβε να γευτεί τον εκλογικό αντίκτυπο της πολιτικής του, υποχρεωθείς να συναινέσει σε μια κυβέρνηση εκτάκτου ανάγκης υπό το βάρος ενός τρομακτικού διλήμματος: να υποχωρήσει για να αποτραπεί μείζων πολιτική εμπλοκή ή να κηρύξει ανένδοτο αγώνα για εκλογές; Βρέθηκε μόνος ενώπιον μιας ιστορικής ευθύνης. Επέλεξε συναίνεση με σφιγμένα δόντια, και κινδυνεύει να σπαταλήσει ένα πολιτικό κεφάλαιο που κέρδισε με πολύ κόπο, μόνος εναντίον όλων, δεχόμενος μεγάλες πιέσεις από εθνικά και εξωχώρια κέντρα.

Η ιστορική περιπέτεια συνεχίζεται. Η ελληνική κοινωνία υποφέρει και θα υποφέρει. Μαζί της κλονίζονται τα μεγάλα αστικά κόμματα, εξουδετερώνονται ή τραυματίζονται οι ηγέτες τους, δοκιμάζονται οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί. Η περιπέτεια αυτή, το ξέρουμε πια, δεν είναι μόνο ελληνική, αφορά τον δυτικό κόσμο.

Ο σχηματισμός της μεταβατικής κυβέρνησης υπό τον Λουκά Παπαδήμο έθεσε τέρμα στην πολιτική αγωνία δύο εβδομάδων. Δεν θα πρέπει εντούτοις να επενδυθούν υπερβολικά πολλές προσδοκίες στο νέο σχήμα, διότι και περιορισμένο χρονικό ορίζοντα έχει, αλλά και η όποια ισχύς του εξαρτάται αποκλειστικώς από τα κόμματα που το στηρίζουν, όσο το στηρίξουν. Οπως έχει διαφανεί, μόνο ο ΛΑΟΣ συμμετέχει εγκαρδίως· η Ν.Δ. σύρθηκε σε συμμετοχή υπό το βάρος της επαπειλούμενης καταστροφικής εξόδου από την Ευρωζώνη, το δε ΠΑΣΟΚ συμβάλλει αναγκαστικά κατόπιν της πτώσεως του αρχηγού του και για να μη βυθιστεί αύτανδρο σε ενδεχόμενες γρήγορες εκλογές.

Η κυβέρνηση συνεργασίας, και μόνον διά της συστάσεώς της, προσφέρει δείγματα της αναδυόμενης νέας πολιτικής εποχής. Δείχνει λ.χ. ότι η μνημονιακή πολιτική, εξαιρετικά επώδυνη για το σύνολο του πληθυσμού, είναι αβάστακτο βάρος για οποιαδήποτε αυτοδύναμη κυβέρνηση και για το κόμμα που τη σχηματίζει.

Το ΠΑΣΟΚ έχει μπει ήδη σε τροχιά αναδιάταξης ή και ρευστοποίησης. Το ίδιο κινδυνεύει να πάθει και η αντιμνημονιακή Νέα Δημοκρατία διά της συμμετοχής σε μια κυβέρνηση συνεργασίας — στον βαθμό που αυτή θα χρειαστεί να πάρει νέα μέτρα λιτότητας. Ως εκ τούτου, το τοπίο μετά τις εκλογές θα είναι διαφορετικό.

Για πρώτη φορά στην Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία τα δύο μεγάλα αστικά κόμματα θα έχουν περιορισμένη ισχύ, με πιο βαριά τραυματισμένο το ΠΑΣΟΚ. Πού θα στραφεί το πλήθος των δυσαρεστημένων και εξουθενωμένων μεσοστρωμάτων; Τα κόμματα της Αριστεράς θα απορροφήσουν ψήφους διαμαρτυρίας, αλλά, στην παρούσα φάση, δεν προσφέρουν ολοκληρωμένες προτάσεις διακυβέρνησης, που να πείθουν το εθνικό ακροατήριο.

Στο άγνωστο μωσαϊκό του 2012, μετά το αναγκαίο ιντερμέδιο Παπαδήμου, πιθανότατα θα απαιτηθούν κυβερνήσεις μετεκλογικής συνεργασίας και σίγουρα θα εμφανιστούν νέα πρόσωπα και νέα σχήματα για να εκφράσουν την κοινωνία όπως αυτή θα έχει αναδιαταχθεί σε συνθήκες διαρκούς υπερχρέωσης ή χρεοκοπίας.

Με τεταμένη προσοχή, με φόβο για τα χειρότερα και προπάντων με καρτερία οι Ελληνες πολίτες παρακολούθησαν τις πολιτικές εξελίξεις τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Από την εξαγγελία της ευρωπαϊκής συμφωνίας για κούρεμα του ελληνικού χρέους έως την νύχτα των Καννών και την πτώση του Γιώργου Παπανδρέου, με κατάληξη τη χθεσινή συμφωνία ΠΑΣΟΚ-ΝΔ στο πρόσωπο του Λουκά Παπαδήμου για την πρωθυπουργία της μεταβατικής κυβέρνησης. Η οχλαγωγία των μαζικών μέσων, οι πονηρές διαρροές, η φημολογία και η πρωτοφανής δυστοκία του πολιτικού συστήματος να παράσχει μια κάποια κυβερνητική λύση στη χώρα κυριάρχησαν, παρέχοντας έτσι μια πρόγευση για το μέλλον του κοινοβουλευτικού βίου εν Ελλάδι.

Με ύφεση καλπάζουσα στο 5,5% εφέτος και αισιόδοξη πρόβλεψη για 2,5% το 2012, με ανεργία 18,4% τον τουριστικό Αύγουστο και έναν στους δύο νέους 15-24 ετών εκτός εργασίας, η μεταβατική κυβέρνηση Παπαδήμου έχει εξαιρετικά δύσκολο έργο μπροστά της. Παρότι η προσοχή στράφηκε στην εκβιαστική 6η δόση, στη συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου και στην απειλούμενη θέση της χώρας στην ευρωζώνη, το πεδίο όπου θα κριθεί η αποτελεσματικότητα της νέας κυβέρνησης είναι η κοινωνία, η ήδη εξουθενωμένη από περικοπές εισοδημάτων και βαριά φορολογία. Η κοινωνία περιμένει να πάρει μια ανάσα από τον καταιγισμό φτώχειας, που συνόδευσε την εφαρμογή του πρώτου Μνημονίου. Για πολλούς, η ζωή είναι ήδη δυσχερής ή οριακή, εφόσον βέβαια παραμένουν εντός εργασίας, αλλά θα ήταν ευτυχείς αν σταματούσε εδώ η εσωτερική υποτίμηση, που πλήττει κυρίως μισθωτούς, αυτοαπασχολούμενους και μικροϊδιοκτήτες. Μπορεί όμως να αναστραφεί ο δαιμονικός κύκλος της ύφεσης; Προφανώς ούτε ο έμπειρος οικονομολόγος κ. Παπαδήμος είναι σε θέση να απαντήσει, πολύ περισσότερο να δώσει μια λύση ταχείας εξόδου.

Δεν υπάρχει ταχεία έξοδος από την κρίση. Κυρίως, δεν υπάρχει οικονομική συνταγή για την οικονομική κρίση. Η Ευρώπη βυθίζεται σε κρίση πολιτική. Τα συμβαίνοντα στη μικρή Ελλάδα, το πειραματόζωο, μοιάζουν εκπληκτικά με τα συμβαίνοντα στη μεγάλη Ιταλία: η κρίση χρέους οδηγεί στο όριο θραύσεως, σχεδόν σε κατάρρευση, το κοινοβουλευτικό σύστημα, το οποίο αδυνατεί να διαχειριστεί, πόσω μάλλον, να αναχαιτίσει τις επιθετικές αγέλες των αγορών. Στην παρούσα φάση φαίνεται να κερδίζει τις μάχες η χρηματοπιστωτική βιομηχανία, επιβάλλοντας τη βούλησή της και τα εργαλεία της στις ασθενείς δημοκρατίες. Η δημοσιονομική πειθαρχία ωστόσο, έτσι όπως εφαρμόζεται στις υπερχρεωμένες χώρες της ευρωζώνης, απειλεί με ισοπέδωση τα μεσοστρώματα, δηλαδή τη σπονδυλική στήλη της Ευρώπης· απειλεί με βίαιο μετασχηματισμό τις κοινωνίες, και μάλιστα ερήμην τους, χωρίς καν ασφαλιστικές δικλίδες: σε κατάσταση εξαίρεσης, παρακάμπτονται διαδικασίες νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας, δημιουργούνται de facto εξωκοινοβουλευτικά κέντρα ισχύος, υποβαθμίζεται η αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Αυτή είναι η αναδυόμενη απειλή για την Ευρώπη της κρίσης, κι είναι η άλλη όψη της φτώχειας και της πληβειοποίησης.

To δημοψήφισμα, με το τρομοκρατικό δίλημμα ναι ή όχι στο ευρώ, μπορεί να αποτράπηκε, αλλά η δυναμική που εκλύθηκε συγκλόνισε το ετοιμόρροπο πολιτικό σύστημα. Το αποτέλεσμα το ζήσαμε τα προηγούμενα δραματικά εικοσιτετράωρα, λεπτό προς λεπτό, και το ζούμε ακόμη. Ο ελληνικός λαός, σχεδόν στο σύνολό του, αντελήφθη ακαριαία όχι μόνο πόσο κοντά βρίσκεται στην άτακτη χρεοκοπία, αλλά και πόσο κρίσιμη είναι η γεωοικονομική κατάσταση στην Ευρώπη. Η οικονομική και πολιτική κρίση που συνταράσσει τη μεγάλη Ιταλία, μέλος του G7, έβδομη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, χώρα της Ferrari, δείχνει ότι η Ευρώπη του ενιαίου νομίσματος, των ασύμμετρων εθνικών οικονομιών και των φυγόκεντρων κρατικών πολιτικών είναι όχι μόνο ανέφικτη αλλά καταλήγει ολέθρια για τα μέλη της. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει όχι απλώς κρίση κρατικού χρέους, αλλά κρίση πολιτικής δομής και πολιτιστικής ταυτότητας. Η απεγνωσμένη, τυχοδιωκτική κίνηση Παπανδρέου, προοριζόταν κυρίως για εσωτερική κατανάλωση, αποκάλυψε ωστόσο το άλλο πρόσωπο των εταίρων μας: το αποικιοκρατικό και αντιδημοκρατικό πρόσωπο δανειστών-τοκογλύφων και όχι εκλεγμένων ηγετών δημοκρατιών, πρόσωπα που εκφέρουν ρητορική εκβιασμού, εθνοτικής ανωτερότητας και αυταρχισμού.

Η ευρωπαϊκή ελίτ ξέχασε την πολιτική· μάλλον, την ξέγραψε. Η Ευρωπαϊκή Ενωση ξεκίνησε ως ιστορική, πολιτική και πνευματική, προσέγγιση εθνών που είχαν αλληλοσφαγεί δυο φορές σε μισό αιώνα. Η ένωση έγινε για να αποτραπεί άλλος τέτοιος πόλεμος και για να ζήσουν εν ειρήνη, δημοκρατία και ευημερία οι λαοί. Αυτό μαθαίναμε στο σχολείο εδώ και δεκαετίες. Σήμερα οι ευρωπαϊκοί λαοί, φορείς της ελληνορωμαϊκής κληρονομιάς, καλούνται να απαρνηθούν την ευημερία και τη δημοκρατία, λόγω ενός ακήρυκτου οικονομικού πολέμου με αόρατους εχθρούς. «Το κυνικό νόημα του ελληνικού δράματος: λιγότερη δημοκρατία είναι καλύτερη για τις αγορές», έγραψε προχθές ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ο κορυφαίος Ερωπαίος φιλόσοφος, τροφοδοτώντας έναν ιστορικής σημασίας διάλογο μέσα από τις σελίδες της Frankfurter Allgemeine Zeitung. «Οταν η επιλογή υφίσταται μόνο μεταξύ πανώλης και χολέρας, δεν πρέπει η απόφαση να λαμβάνεται πάνω από τα κεφάλια ενός δημοκρατικού πληθυσμού. Δεν είναι μόνο ζήτημα δημοκρατίας, εδώ διακυβεύεται η αξιοπρέπεια», συμπέρανε.

Ακριβώς αυτά, τις ολοένα ισχνότερες προϋποθέσεις δημοκρατίας και αξιοπρέπειας, αναζητούν οι Ελληνες από την άνοιξη 2010. Πιασμένοι στα βρόχια της εγχώριας απόγνωσης, αντιμέτωποι με τις δικές μας ασυγχώρητες, μοιραίες αδυναμίες, υποχρεωμένοι εντούτοις από την ιστορία μας να σταθούμε όρθιοι με αξιοπρέπεια, αναζητούμε τώρα μια μορφή διακυβέρνησης χωρίς εκλογές, μια διαχειριστική αρχή που θα τρέξει το χρεοκοπημένο κρατικό μόρφωμα Ελλάς, κατ΄ εντολήν και υπό την επιτροπεία πανικόβλητων ευρωπαϊκών ελίτ που δεν έχουν καν ένα βιώσιμο σχέδιο για έξοδο από την κρίση. Εχουν μόνο ένα αυτοσχέδιο γιατροσόφι χορηγούμενο πειραματικά σε μεσογειακά χοιρίδια: άγρια λιτότητα επί του συνόλου πληθυσμού, για άγνωστο χρονικό διάστημα, έως ότου ηρεμήσουν οι αγορές ή έως ότου εξουδετερωθεί ο πληθυσμός.

Η κυβέρνηση συνεργασίας Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ, που συμφωνήθηκε χθες, έδωσε τέλος στην αγωνία των τελευταίων ημερών: δεν πάμε στην Ανατολή και στη δραχμή, τουλάχιστον όχι τώρα. Τα διεθνή ΜΜΕ ήδη ταξιδεύουν για Ιταλία, στον κυρίως όγκο της χιονοστιβάδας ευρωπαϊκού χρέους. Μένουμε μόνοι, ενώπιον της δανειακής σύμβασης, για την οποία ξέρουμε ελάχιστα, με μια εξαρθρωμένη χώρα κι ένα κουρασμένο πολιτικό σύστημα, το οποίο με την ψυχή στα δόντια θα παλέψει να υπάρξει υπό επιτροπεία, μέσα σε μια κοινωνία όλο και πιο φτωχή, όλο και πιο καχύποπτη. Θα προσπαθήσει να κυρώσει τη συμφωνία και τα παρελκόμενά της, να αποσπάσει την περίφημη 6η δόση, να συντάξει προϋπολογισμό και να οδηγήσει της χώρα σε εκλογές.

Η χθεσινή μέρα εσήμανε το τέλος της κυβέρνησης Παπανδρέου, αλλά όχι και το τέλος του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ. Το εφτάψυχο ΠΑΣΟΚ αντί να πτοηθεί από το χάος που προκάλεσε εντός και εκτός συνόρων το δημοψήφισμα του γνησίως χαοτικού αρχηγού του, το εκμεταλλεύτηκε και  επέζησε. Ακριβώς στο οριακό σημείο, στο σημείο θραύσεως της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας του, όταν θα έπρεπε να κυρώσει επαχθείς όρους του δευτέρου Μνημονίου και να λάβει νέο κύκλο επώδυνων μέτρων, απέσεισε μέρος της ευθύνης του και το εναπόθεσε στους ώμους της Νέας Δημοκρατίας. Ο Αντώνης Σαμαράς, δεχόμενος αφόρητες πιέσεις για την αντιμνημονιακή του στάση, εντός και εκτός Ελλάδος, υπέκυψε και συναίνεσε για μια μεταβατική κυβέρνηση. Δεν μπόρεσε να αγνοήσει τον διάχυτο φόβο του κόσμου για άτακτη χρεοκοπία. και δεν μπόρεσε, καθώς φαίνεται, να επιβάλει την αρχική του ελάχιστη ατζέντα, που θα περιόριζε τη φθορά του και θα έφερνε γρήγορη κάλπη.

Το κλίμα που διαμορφώθηκε μετά την νύχτα των Καννών ήταν τρομοκρατικό: Μέρκελ-Σαρκοζί απείλησαν ουσιαστικά με αποπομπή της Ελλάδας από την ευρωζώνη και την Ε.Ε., κάτι που για τους κατάκοπους και ήδη φοβισμένους Ελληνες ισοδυναμεί με πολιτισμική κατάρρευση, πλάι στην ήδη βιωμένη φτώχεια και πληβειοποίηση. Η εθνική ταπείνωση των Καννών πυροδότησε μνήμες υπανάπτυξης και υποτέλειας, αλλά κι έναν ζωώδη φόβο: ο αποσυνάγωγος των αγορών μετατρέπεται σε παρία της Ευρώπης. Στην επώδυνη υλική εμπειρία του 2010-11 και την ανασφάλεια για το μέλλον προστέθηκε το λαβωμένο φαντασιακό. Θα τις θυμόμαστε αυτές τις ώρες, ιδίως τη νύχτα των Καννών.

Το δεύτερο Μνημόνιο φιλοδοξεί να ρυθμίσει τον οικονομικό-πολιτικό βίο σε βάθος δεκαετίας. Σύμφωνα με όσα είδαμε από το πρώτο Μνημόνιο, το σοκ θα συνεχιστεί και η κοινωνία θα συνεχίσει να αντιδρά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Δεν γνωρίζουμε πώς και πόσο θα ισχύσει το Μνημόνιο, πώς θα επιζήσει το ευρώ, πόσο θ΄ αντέξουν Ιταλία και Ισπανία. Για την Ελλάδα πάντως ξέρουμε ότι από σήμερα αρχίζει το τέλος των μεγάλων αστικών κομμάτων και της κυριαρχίας τους, όπως την ξέραμε από το ’74. Καθώς θα μετασχηματίζεται η κοινωνία του Μνημονίου και θα τήκονται τα υπάρχοντα μεσοστρώματα, θα αναδύονται νέα κοινωνικά υποκείμενα, με νέα αυτοσυνείδηση, νέες ανάγκες, που θα αναζητούν άλλους φορείς πολιτικής έκφρασης. Ούτε καλύτερους ούτε χειρότερους, απλώς άλλους.

Η ζαριά του Γ. Α. Παπανδρέου αιφνιδίασε και αποδιοργάνωσε. Τον ελληνικό λαό σίγουρα, ίσως και τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Ενεργώντας ως παράφρων μεταβλητή, ο απομειωμένος πρωθυπουργός μιας χώρας διεφθαρμένων με απομειωμένο πλην άβάσταχτο χρέος, τροφοδότησε επικά πρωτοσέλιδα και τηλεοπτικά δελτία, άλλαξε την ατζέντα του G20, αιφνιδίασε τα κόμματα και, κυρίως, κεραυνοβόλησε τον ελληνικό λαό ζητώντας του να απαντήσει σε ένα εκβιαστικό δίλημμα και να αναλάβει την ιστορική ευθύνη των μελλουσών γενεών. Σε ένα δίλημμα στο οποίο ο ίδιος δεν κατόρθωσε να απαντήσει, αν υποθέσουμε ότι το έθεσε.

Οπωσδήποτε υπάρχει ένας τρελός χρονισμός στις κινήσεις του Γ. Α. Παπανδρέου: τα έκανε όλα ανάστροφα. Πρώτα μετέτρεψε το χρέος σε αβάσταχτο, αντάλλαξε το χρέος με ελευθερία, έκανε μυστική διπλωματία, είπε ψέματα, μισές αλήθειες, δημαγώγησε, σχεδόν περιφρόνησε τη λαϊκή βούληση, και κατόπιν, όταν απέτυχε σε όλους τους αυτοσχεδιασμούς του, εστράφη στο λαό και του ζήτησε συμμετοχή, βούληση και ευθύνη· και μόνο τότε θυμήθηκε ότι μπορεί να διαπραγματευθεί με τόλμη. Αλλά τώρα, τυπικά, έχει κάψει πολλά χαρτιά. Και κυρίως έχει κάψει το λαό του: τον έκανε πένητα, αναξιοπρεπή και έξαλλο, απεγνωσμένο ― και μάλλον δεν το αντιλαμβάνεται καν. Ισως ποτέ δεν αντελήφθη αυτό τον δύστροπο, κυκλοθυμικό λαό, τις πλούσιες αμφίστομες παραδόσεις ηρωισμού και ποταπότητας, το φιλόσοφο λόγο του, το αίσθημα του δίκιου και της ελευθερίας,τις εικονίσεις τους στη δημώδη και τη λόγια ποίηση. Ισως ποτέ δεν κατάλαβε σε ποια βαθιά ιστορική κοινωνία ζούσε, ένας πολίτης της open society ο ίδιος. Ισως πάλι να νόμισε ότι Ελλάδα ίσον ΠΑΣΟΚ ― αυτό που μίσησε και το εξουσίασε ως πρίγκηψ.

Κάθε άνθρωπος πιστεύει ενδομύχως στα θαύματα· κι αν βρίσκεται υπό πίεση, πολύ περισσότερο. Καθώς η λιτότητα, οι φόροι και η φτώχεια σκέπαζαν ανά κύματα τους Ελληνες, η πίστη στο θαύμα δυνάμωσε: κάτι θα συνέβαινε, μια σωτήρια επέμβαση, ένα Ναυαρίνο, η Υπέρμαχος Οδηγήτρια στα τείχη εναντίον των Αβάρων, κάτι, και η ζωή θα επέστρεφε στον περασμένο ρυθμό, ίσως ψαλιδισμένη, αλλά όχι ριζικά άλλη, όχι τρομακτικά άλλη. Η ρουτίνα είναι το αποκούμπι της ζωής.

Ακόμη και η κρίση φτιάχνει τη δική της ρουτίνα. Οι άνθρωποι προσαρμόζονται, ζαρώνουν, φυλάγονται, αλλάζουν στρατηγικές επιβίωσης. Αντιλαμβάνονται αλλιώς τον χρόνο: όσο πυκνώνει ο χρόνος, τόσο επιταχύνουν οι άνθρωποι τις αντιδράσεις τους. Κι αρχίζουν να βλέπουν άλλη τη ζωή, τις αξίες της, τα χρειώδη.

Το δημοψήφισμα Παπανδρέου φέρνει τρόμο διότι ανατρέπει ακόμη και τη ρουτίνα της κρίσης. Διότι πυκνώνει αφόρητα τον χρόνο,την υλικότητά του, τόσο πολύ που ο χρόνος καταρρέει μέσα σε μια μαύρη τρύπα. Ετσι το αισθάνεται ο κόσμος, ο ήδη εξουθενωμένος από τις αλλεπάληλλες, συνεχιζόμενες ανατροπές, τη διαρκή συρρίκνωση του μέλλοντος. Ωστόσο η παράφρων μεταβλητή του Γ. Α. Παπανδρέου μπορεί να κρύβει το θαύμα. Οχι με την έννοια της ακαριαίας σωτηρίας, ούτε καν της βραχυμεσοπρόθεσμης. Αλλά με την έννοια ότι απότομα, βίαια, φέρνει το μέλλον πιο κοντά μας ― πέραν του καλού και του κακού. Απλώς, φέρνει το μέλλον εδώ, στο παρόν, με έναν σπασμό, που μπορεί να είναι σπασμός ωδίνης, μπορεί να είναι σπασμός βαθύτερου άλγους, οπωσδήποτε όμως δεν είναι ο ύστατος σπασμός: ένας λαός, μια χώρα, μια διάρκεια, σαν της Ελλάδας, δεν τελειώνουν έτσι, με έναν σπασμό, με ένα δίλημμα, μια ασθένεια, όσο βαριά κι αν είναι. Ναι, βεβαίως, λαοί μεσουράνησαν και έσβησαν παλαιότερα, και τους θυμούνται μόνο οι ειδικοί ιστορικοί, αλλά δεν είναι αυτή η περίπτωση τώρα: ενδεχομένως να βιώνουμε την αρχή του τέλους του ελληνισμού, όπως τον γνωρίσαμε και τον ζήσαμε, με εκλάμψεις και υφέσεις, ενδεχομένως να πορευόμαστε προς μια ετέρα μορφή ελληνικού βίου, εν Ελλάδι και αλλαχού, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι το τέλος. Δεν υπάρχει τέλος. Υπάρχουν ρήγματα και τομές, φαράγγια, αλλά και πάντα μια όχθη απέναντι, ένα Βορειοδυτικό Πέρασμα.

Η απειλή αιφνίδιας κατάρρευσης μπορεί να είναι το θαύμα. Δηλαδή, να είναι το τέλος της πίστης στο θαύμα και η βίαιη επαναφορά στην πίστη στον εαυτό, η επαναφορά στην αυτοπεποίθηση, στην ευθύνη, στην ιστορικότητα. Και η εκτόξευση στην ώριμη παγκοσμιοποίηση.

εικόνα: ALEKSANDRA WALISZEWSKA

Η χθεσινή συνεδρίαση της Βουλής κράτησε ξάγρυπνους Ελληνες και ξένους, αλλά το τελικό εξαγόμενο δεν ανακούφισε τους μεν ούτε φώτισε τους δε. Το μόνο βέβαιο είναι ότι το ΠΑΣΟΚ και ο Γιώργος Παπανδρέου κατάφεραν να ανανήψουν από την κατάσταση σοκ που βρέθηκαν τη μαύρη νύχτα των Καννών. Με λαμπρή τακτική και αλλεπάλληλα διλήμματα ο κ. Παπανδρέου πρόσφερε μια εναλλακτική εξουσίας στο κόμμα του, ενώ ταυτοχρόνως η κρίση αποδυνάμωσε τακτικά τον Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος ενώπιον του αδυσώπητου διλήμματος «συναίνεση ή άτακτη χρεοκοπία» υπερέβη σε πρώτο βαθμό την αντιμνημονιακή στρατηγική του, απέσπασε συγχαρητήρια από τον Πρόεδρο Ομπάμα και τους Ευρωπαίους, και εντέλει βρέθηκε σε αδιέξοδο μονόδρομο, χωρίς εκλογές.

Ωστόσο για την κοινωνία και τη χώρα η αβεβαιότητα συνεχίζεται. Η τακτική νίκη του κ. Παπανδρέου δεν είναι νίκη της Ελλάδας. Το δεύτερο Μνημόνιο θα περιέχει νέα σκληρά μέτρα λιτότητας επί ενός πληθυσμού εξουθενωμένου, τα οποία σε συνδυασμό με την προβλεπόμενη εκχώρηση κυριαρχίας, θα φουντώσουν την ήδη τεράστια λαϊκή δυσαρέσκεια. Η παραμονή στην εξουσία των ίδιων προσώπων, που συνδέονται στο συλλογικό αίσθημα με την ανθρωποβόρο ύφεση και με την εικόνα ταπείνωσης των Καννών, δεν αποσυμπιέζει, αντιθέτως ερεθίζει. Δηλαδή, υπονομεύει την πιο απαραίτητη προϋπόθεση για ανάνηψη: την εθνική ενότητα έναντι του κινδύνου, κάτι που φάνηκε να αναδύεται τη νύχτα της 3ης Νοεμβρίου.

Επιπλέον, το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ λαϊκής βούλησης και διακυβέρνησης μπορεί να αποβεί μοιραίο για τη σύνολη πολιτική σκηνή και για την κοινωνική ομαλότητα. Χωρίς ανανέωση, χωρίς εναλλαγή, χωρίς δικλίδες εκτόνωσης, το πολιτικό σύστημα κινδυνεύει άμεσα με καθολική απαξίωση. Ασφαλώς όλα ενδέχεται να ανατραπούν, όπως ανατράπηκαν έως τώρα, αλλά η τακτική, όσο λαμπρή, δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη στρατηγική, τη θανάσιμα αναγκαία τούτη τη στιγμή. Και για στρατηγική ανάταξης δεν ακούσαμε τίποτε χθες το βράδυ στη Βουλή.

Ο ύπνος της 3ης Νοεμβρίου γέννησε τέρατα. Προτού κοιμηθούμε είχαμε δει τους Σαρκοζί και Μέρκελ να ταπεινώνουν την Ελληνική Δημοκρατία, υπαγορεύοντάς της το θέμα και την ημερομηνία του δημοψηφίσματος που εκόμισε ο Γ. Α. Παπανδρέου στις Κάννες. Είχαμε αντιληφθεί ήδη ότι η κίνηση Παπανδρέου, να θέσει σε δημοψήφισμα τους οικονομικούς και πολιτικούς όρους του κουρέματος, θα προκαλούσε την αντίδραση της ηγεσίας της Ε.Ε. και θα έβαζε τον ελληνικό λαό ενώπιον ενός εκβιαστικού και αδιέξοδου διλήμματος. Δεν είχαμε αντιληφθεί ωστόσο πόσο μακριά μπορούσε να φτάσει ο Γ. Α. Παπανδρέου το παίγνιο Win-Win στον λαβύρινθο των τακτικών ελιγμών. Μας εξέπληξε, παρότι ο ίδιος δεν κατανοεί την έκπληξή μας ― ίσως διότι δεν κατανόησε πώς κατασπατάλησε διπλωματικό κεφάλαιο και εθνική αξιοπρέπεια στις Κάννες, όταν στήθηκε στον διάδρομο για να εξηγήσει πώς εδάρη από τη Γερμανίδα καγκελάριο και τον Γάλλο πρόεδρο.

Πράγματι, ίσως ο κ. Παπανδρέου να μην καταλαβαίνει τίποτε απ’ όσα καταλαβαίνουν οι Ελληνες πολίτες: πώς καταλαβαίνουν τους υλικούς και ψυχικούς όρους της κρίσης, πώς αντιλαμβάνονται την ύπαρξή τους με όρους ιστορικής συνέχειας, πώς βιώνουν τον τόπο, τη γλώσσα, την παράδοση, τη συμβολική κληρονομιά, πώς αντιλαμβάνονται το ήθος και το έθος ― αυτά μάλιστα με την αριστοτελική έννοια. Κατά τούτο είναι ερμηνεύσιμη η εμμονή του σε μια γλώσσα μεταμοντέρνου σχετικισμού, που πολλά λέγει και ουδέν σημαίνει, η εμμονή του σε φόρμες χωρίς περιεχόμενο, και, κυρίως, η εμμονική του προσήλωση σε μια διακυβέρνηση απευθυνόμενη στην οικουμένη και ποτέ στη χώρα του.

Αυτό που προξενεί όμως την πιο αλγεινή εντύπωση, στην παρούσα ιστορική στιγμή, την ιδιαιτέρως δραματική, είναι η νοσηρή εξουσιομανία και ο αμοραλισμός που εκπέμπει η πολιτική πράξη του πρωθυπουργού. Καμώνεται πώς αγνοεί ό,τι ο ίδιος έχει προκαλέσει, μεταβιβάζει ανέμελα την ιστορική του ευθύνη στον λαό όταν και όπως το θυμάται, σαν να αγνοεί ή και να προσπερνά συνειδητά τον πυρήνα του δημοκρατικού βίου: την αυτοκριτική, τη σύνθεση, την εναλλαγή, την υποχώρηση, την αποχώρηση. Αυτό το τελευταίο κυρίως: ως προρφυρόγεννητος, ο κ. Παπανδρέου αδυνατεί να κατανοήσει ότι υπάρχει ζωή εκτός εξουσίας.

Ο κ. Παπανδρέου, και μαζί του το όλον ΠΑΣΟΚ, φθαρμένοι ανεπανόρθωτα από την μακρά παραμονή στην εξουσία, θεωρούν ότι Ελλάδα είναι οι ίδιοι. Εχασαν όχι μόνο το αριστοτελικό ήθος και το έθος, αλλά και κάθε επαφή με τη δεινή πραγματικότητα. Η πραγματικότητα θα τους επισκεφθεί τιμωρητική σύντομα, αλλά δυστυχώς αυτή η τιμωρία ελάχιστα θα ανακουφίσει τις οδύνες των πολιτών.

Η εξαγγελία δημοψηφίσματος από τον πρωθυπουργό Γ. Α. Παπανδρέου αιφνιδίασε τους πάντες: λαό, κόμματα, βουλευτές, ΜΜΕ, Ευρωπαίους. Και τους έφερε όλους απέναντί του. Δημοψήφισμα που ζητεί ένα ναι ή ένα όχι, σε ποιο ερώτημα; Ενας υπουργός της κυβέρνησης, ο Χ. Καστανίδης, το περιέγραψε έτσι: «Το ερώτημα που θα τεθεί είναι αν η δανειακή σύμβαση, συνοδευόμενη από τα παραρτήματα, γίνεται αποδεκτή από τον ελληνικό λαό».

Το Μνημόνιο του 2010 ήταν ένα νομοτεχνικό κείμενο στα αγγλικά, περίπου 1.300 σελίδες, και ακολούθησαν άλλα επικαιροποιημένα μνημόνια. Το νέο Μνημόνιο του κουρέματος θα είναι ανάλογο κείμενο, ίσως και μεγαλύτερο μαζί με τα παραρτήματα. Προφανώς ουδείς ψηφοφόρος θα προλάβει να το μελετήσει και να το κατανοήσει έως τον Ιανουάριο του δημοψηφίσματος. Αρα, μπορούμε να υποθέσουμε βάσιμα ότι το δημοψήφισμα, εάν διεξαχθεί, θα διεξαχθεί βάσει ενός αδρού, ωμού διλήμματος, προς το οποίο αναπόφευκτα θα πιέσουν όλες οι πλευρές: Ναι ή όχι; Υπό ποικίλες μορφές: Να πάρουμε τα λεφτά του δανείου, ναι ή όχι; Να πληρώσουμε μισθούς – συντάξεις, ναι ή όχι; Ευρώ ή δραχμή; Ευρώπη ή Σομαλία; Φως ή σκοτάδι;

Πώς μπορεί ο δοκιμαζόμενος και σκοτεινιασμένος Ελληνας πολίτης να σκεφτεί και να αποφασίσει πάνω σε τέτοια εκβιαστικά διλήμματα; Τα οποία ουσιαστικά του δίνουν μόνο το περιθώριο να επιλέξει τρόπο αφανισμού του; Πώς μπορεί να διεξαχθεί υπό αυτούς τους εκβιαστικούς όρους η απολύτως αναγκαία συζήτηση για το πώς και προς τα πού θέλουμε να πορευτούμε σαν κοινωνία και χώρα, από δω και στο εξής; Μετά τη χρεοκοπία, μετά την αφροσύνη, σε αντίξοο γεωπολιτικό περιβάλλον;

Πάνω στην κόψη του καιρού, του πιο πυκνού και δραματικού ιστορικού χρόνου που έχουν ζήσει οι Ελληνες εδώ και δύο γενεές, ο Γ. Α. Παπανδρέου, συρόμενος πίσω από εξελίξεις που ο ίδιος πυροδότησε αλλά τον ξεπέρασαν, ρίχνει μια προσωπική ζαριά, ιδιοτελή. Η ζαριά επανορίζει προσώρας το πολιτικό πεδίο, στο οποίο ο ίδιος έχει ηττηθεί ήδη από τον περασμένο Ιούλιο του Μεσοπρόθεσμου, αλλά η ζαριά δεν μπορεί να αναστρέψει τη ροή του χρόνου και τα τετελεσμένα. Το game Δημοψήφισμα δεν οδηγεί σε Win-Win καταστάσεις, η νίκη του παίκτη δεν συνεπάγεται και νίκη της χώρας. Το παίγνιο αυτό εγκυμονεί τον διχασμό του λαού και την περαιτέρω φθορά της κλονισμένης χώρας. Το δημοψήφισμα θα φέρει διχασμό τύπου Σχεδίου Ανάν, χωρίς όμως τη λύτρωση του τότε Οχι: Η Κύπρος δεν καταστράφηκε, απεναντίας εισήλθε στην Ε.Ε. κυρίαρχη και με πλουτοφόρο ΑΟΖ – εδώ όμως πιθανόν να δρομολογηθεί έξοδος και απομόνωση.

Κανένα δημοψήφισμα δεν μπορεί να δώσει αυτό που ζητείται απεγνωσμένα σήμερα: ηγεσία που να εμπνέει, ενότητα λαού, εθνικό σχέδιο διάσωσης, δράση άμεσα, τώρα. Οι εκλογές θα ήσαν μια κάποια λύσις.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Χρονική υστέρηση ή κενό επικοινωνίας ή … twitter.com/USAmbPyatt/sta… 2 weeks ago
  • Όσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναβάλλει να ψηφίσει τα μνημόνια εφαρμογής της Συμφωνίας Πρεσπών η Τουρκία αγκαλιάζει Β.… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Στο αυτόφωρο ο δήμαρχος Μυκόνου, επειδή τα ξημερώματα ο Δήμος απομάκρυνε αυθαίρετες επεμβάσεις στην παραλία Καλό Λι… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Η Δεξιά είναι απενοχοποιημένη και αδίστακτη. Η Αριστερά, ας κρατήσει αυτό το χρήσιμο δίδαγμα, όταν θα γκρεμίζει τις… twitter.com/i/web/status/1… 2 months ago
  • O Xρυσοχοΐδης εφαρμόζει το πόρισμα. https://t.co/iVG6oHqxCo 6 months ago
  • Απετράπη η νυκτερινή αστυνομική εισβολή στο ΑΠΘ. Προς το παρόν. Ασπίδα φοιτητών και καθηγητών. #Χρυσοχοιδη_παραιτησου 6 months ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.019.123 hits
Αρέσει σε %d bloggers: